THE UNION: "Siren's Song"

Πιστεύω ότι μερικές δεκάδες οπαδών στην Ελλάδα και πολυπληθέστεροι ανά τον κόσμο, στενοχωρήθηκαν όταν οι Βρετανοί άρχοντες του μελωδικού ήχου (Thunder) με πολυετή και συνεπή δισκογραφική και συναυλιακή παρουσία, διάλεξαν στα 2009 τον καλύτερο τρόπο για να πουν “αντίο” στους οπαδούς τους: στην σκηνή του Sonisphere Festival.

Όμως, ευτυχέστατα 12 μήνες έπειτα  από το κύκνειο άσμα  τους, ο εξαιρετικός κιθαρίστας και πρωτομάστορας του ήχου τους, ο  Luke Morley σχημάτισε ένα εξαιρετικό δίδυμο με τον νεαρό πλην όμως ταλαντούχο 20χρονο πρώην τραγουδιστή των Winterville,  Peter Shoulder, του οποίου η φωνή στήριξε  στους ώμους του, την μπάντα των  The Union. Η πρώτη ομώνυμη κυκλοφορία ξάφνιασε ευχάριστα οπαδούς και κριτικούς, συγκέντρωσε ενθουσιώδεις κριτικές και είχε θερμή ανταπόκριση. Τώρα το δίδυμο επανακάμπτει με τη δεύτερη προσπάθειά του, το “Siren’s Song” με γοητευτικό τίτλο και δυνατό εξώφυλλο (που παραπέμπουν αμφότερα στην αρχαία ελληνική μυθολογία των ταξιδιών του Οδυσσέα), αλλά κυρίως με εξαιρετικές συνθέσεις, παρουσιάζοντας μια δουλειά αν όχι καλύτερη, τουλάχιστον εφάμιλλη της πρώτης παρουσίας τους.  Μ’ ένα καθαρόαιμο αμιγώς βρετανικό ήχο  blues hard rock (λατρεία), δε θα αφήσουν κανένα παραπονεμένο, ιδιαίτερα τους οπαδούς του μέγιστου David Coverdale  κατά πρώτο λόγο και δευτερευόντως του Chris Cornell (της περιόδου κυρίως των Temple of the Dog). Αυτό οφείλεται κυρίως στην απίστευτη φωνητική ωριμότητα του Shoulder, που αν και στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας της ζωής του θυμίζει τους δύο προαναφερόμενους ερμηνευτές, με μία μοντέρνα πινελιά, στην τραγουδιστική του παρουσία  που καθιερώνει το νεαρό με ωριμότητα 40άρη. Ξεχώρισα από τις εξαιρετικά εύηχες συνθέσεις  το heavy blues “The Remedy”, το WhiteSnake-ίζον “Black Gold”. Δε θα μπορούσα, ως λάτρης της μπαλάντας –όπως φαντάζομαι είστε πολλοί “εκεί έξω”-  να μην υπομνήσω στην καρδιά σας το “Cut The Line”, για να σας δελεάσω με την εξαιρετικά ραφινάτη ημι-μπαλάντα, “Time”, που είναι διαμαντάκι στο στέμμα του blues hard rock ιδιώματος. Η δε σύμπραξη της ωριμότητας του Luke Morley και η νεανική φρεσκάδα της φωνής του Shoulder κάνουν την όλη προσπάθεια αξιάκουστη. Ακόμη κάθεστε;