ALTHEA: “Memories Have No Name”

Η Αλθαία στην Ελληνική μυθολογία ήταν η σύζυγος του βασιλιά Οινέως στην Αιτωλία. 

Ήταν όμως και η πρώτη λέξη που διάβασαν, ανοίγοντας το λεξικό κάποιοι Ιταλοί μουσικοί και θεώρησαν πως τους έκανε για να τη χρησιμοποιήσουν σαν όνομα για το γκρουπ τους. Οι Althea είναι ένα κουιντέτο από το Μιλάνο και δημιουργήθηκαν από τον κιθαρίστα Dario Bortot και τον μπασίστα Fabrizio Zilio, με σκοπό να γράψουν προοδευτική μουσική χωρίς προσχέδια και φραγμούς.

Τον Φεβρουάριο του 2014 κυκλοφορούν την πρώτη τους δουλειά, το ΕΡ με τίτλο “Eleven” και αποσπούν πολύ ευνοϊκά σχόλια. Αρχές του 2016 επιστρέφουν στο στούντιο για τις ηχογραφήσεις του πρώτου τους δίσκου, ενός concept album με τον τίτλο “Memories Have No Name”. Τη σύνθεση των Althea συμπληρώνουν οι Marco Zambardi (Keys and Loops), Sergio Sampietro (Drums) και Alessio Accardo (Vocals).

Θεωρητικά το άλμπουμ είναι ένα τραγούδι που αφηγείται ένα ταξίδι, χωρισμένο σε 16 μέρη που έχουν όμως ουσιαστικά την απόλυτη αυτονομία τους. Μουσικά οι Ιταλοί καταλήγουν σε μια πλούσια πρόταση ενός μοντέρνου progressive rock με αρκετές metal παρεμβάσεις. Είναι αυτό που οι ίδιοι δηλώνουν περιγράφοντας την ταυτότητά τους, “μελωδικοί με δόσεις επιθετικότητας”.

Όσο όμως τυχαία και γρήγορα διάλεξαν το όνομά τους, άλλο τόσο μεθοδικά και με λεπτομέρεια οι πέντε αυτοί μουσικοί από το Μιλάνο, δουλεύουν στο στούντιο συνταιριάζοντας ένα πλήθος ετερόκλητων επιδράσεων, από industrial και τυπικό progressive metal μέχρι art pop και ambient. Η ομοιογένεια του αποτελέσματος είναι εκπληκτική… Με βάση το μελωδικό prog rock έχουμε μια διαδοχή τραγουδιών που υποβάλλουν με τη μελωδική εσωτερικότητά τους. Παράλληλα, η ευφυής προσέγγιση στην εκτέλεση διατηρεί τις αισθήσεις του απαιτητικού prog ακροατή απόλυτα απασχολημένες και τελικά… ικανοποιημένες.

Σε όλη τη διάρκεια του “Memories Have No Name” επιπλέει μια ευχάριστη, γλυκιά μελαγχολία που ενισχύεται από τις ερμηνείες του Accardo: μια φωνή χωρίς ακρότητες που ξέρει να χτίζει ήπιες αλλά και μόνιμες εξαρτήσεις με τις μελωδίες, υπολογίζει και σέβεται τον συναισθηματισμό των τραγουδιών και τελικά διασχίζει τη διαδρομή με συγκίνηση.

Αν επιχειρούσε κανείς να περιγράψει τη συνολική εντύπωση του άλμπουμ, που σε καμιά στιγμή του δεν χαμηλώνει τις υψηλές προσδοκίες που γεννά με το εναρκτήριο “Regression From Regrets”, θα κατέληγε σε μια υποψία της μελαγχολίας των Porcupine Tree , μια ανάλογη ευελιξία της λακωνικής τεχνικής των Rush, μια ambient ευαισθησία των Anathema, όλα μέσα από ένα ισχυρό προσωπικό φίλτρο. Τα μικρά ατμοσφαιρικά ιντερλούδια και τα περιστασιακά agressive riffs που στέκονται στο άλλο άκρο, μοιάζουν τελικά να πειθαρχούν μαζί στον χρυσό κανόνα των Althea.

Το ντεμπούτο των Ιταλών είναι αυτόνομο ακόμα, χωρίς την υποστήριξη δισκογραφικής, αν και δύσκολα θα περάσει απαρατήρητο για καιρό. Στα δυνατά του χαρτιά πέραν των υπόλοιπων, είναι ο πολύ καλός ήχος του και η συνολική παρουσία του κιθαρίστα Dario Bortot με εμπνευσμένα θέματα και ριφ. Αν αναλογιστεί κανείς πως το άλμπουμ μεγαλώνει με εντυπωσιακό τρόπο μέσα σου με τον χρόνο, μιλάμε δικαιωματικά για την πρώτη μεγάλη έκπληξη του 2017 στο χώρο και την ανάδειξη ενός φρέσκου ονόματος που δίνει γενναίες υποσχέσεις.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 430 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…