Biohazard, Eden Demise, Furor (18/06/15) An Club

“Χαμός” είναι μια κατάλληλη λέξη για να περιγράψει κανείς αυτό που συνέβη στο live των Biohazard χθες το βράδυ.

Οι Biohazard, κάποτε ένα μικρό hardcore συγκρότημα από τα άδυτα του Brooklyn της Νέας Υόρκης, έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα την ιστορία του σκληρού ήχου σαν μια από τις μπάντες που στις αρχές των 90s έφερε και εδραίωσε μια και καλή το street συναίσθημα στον ευρύτερο χώρο του metal.

20 και βάλε χρόνια μετά, οι Biohazard είναι ακόμα ζωντανοί, έχοντας φυσικά περάσει τα “χίλια μύρια” αλλά παραμένοντας fully ενεργοί. Επιτέλους, είχαμε την ευκαιρά να τους δούμε για 2η φορά στην Ελλάδα, μετά από 10 χρόνια!

Ο κόσμος που γέμισε -σχεδόν- το An Club ήταν έτοιμος για όλα, με πολλές γνωστές και παλιές φάτσες της ελληνικής hardcore σκηνής, που πλέον εμφανίζονται αραιά και που στα live. Αυτό δείχνει και το πόσο σημαντικοί είναι οι Biohazard για όλο αυτόν τον κόσμο, καθώς και το ότι έχουν τη δυνατότητα να ανασύρουν ακόμα και αυτούς που έχουν πλέον… αποσυρθεί. Από νεό κόσμο όμως..; Όχι και τόσοι πολλοί παρευρισκόμενοι.

Το live άρχισε νωρίς και πιστά στο ανακοινωμένο πρόγραμμα, κατά τις 21:30, με τους Furor, ένα συγκρότημα που η λέξη ‘support’ του πέφτει μάλλον λίγη, μιας και στέκονται σαν μια μπάντα που μπορεί να στηρίξει μόνη της ένα live. Χάρηκα ιδιαίτερα με το γεγονός ότι ξεφεύγουν δραστικά από τα κλισέ του λεγόμενου groove metal. Όγκος, τεχνικότητα όση πρέπει, μελωδικά ρεφρέν εδώ και εκεί και επιρροές από ένα τεράστιο φάσμα, από 90s μεταλλικό hardcore μέχρι Tool, Corrosion of Conformity και τα βαριά των Alice in Chains.

Επόμενοι οι γνώστοι σε όλους Eden Demise, παλιές καραβάνες, ανέβηκαν χωρίς καθόλου καθυστερήσεις και με ήχο καθαρότατο, επαγγελματικό. Μπήκαν όπως πάντα δυνατά, με άψογο παίξιμο, αν και το κοινό φάνηκε κρύο στην αντίδρασή του. Η αλήθεια είναι πως ο σχεδόν death metal ήχος και το όλο hardened attitude των Demise αντιπροσωπεύουν τη negative πλευρά του hardcore, που δεν σηκώνει πολλές χαρές και παιχνίδια.

Ένα τεράστιο πραγματικά κενό ακολούθησε μέχρι να ανέβουν οι Biohazard. Ίσως και μια ώρα, αν υπολογίσουμε και το επί τόπου soundcheck.

Όμως με τις πρώτες νότες του “Wrong Side of the Tracks”, όλο το μέρος πήρε φωτιά. Το pit γέμισε μονομιάς και το βρωμόξυλο άρχισε απευθείας (πόσο έυκολα το καταφέρνουν αυτό μερικές μπάντες!), αντικρούοντας όσους λένε ότι στα ελληνικά hardcore live δεν γίνονται πια moshpit και stagedive. Κάθε άλλο.

Με το δεύτερο κομμάτι “Shades of Grey” καταλάβαμε ότι οι φήμες για “best of” setlists με υλικό μόνο από τα 3 πρώτα albums ήταν αληθινές. Ό,τι το καλύτερο δηλαδή! Το ένα κομμάτι μετά το άλλο γινόταν όλο και πιο groovy, πιο βαρύ, πιο πιασάρικο, πιο αλήτικο.

Ο ήχος ήταν ομολογουμένως όχι καλός (κάπως χαμηλά οι φωνές, λίγο βόρβορος οι κιθάρες/μπάσο αν και ογκώδεις), παρόλο που έφτιαξε λίγο στην πορεία. Πραγματικά όμως, όταν βλέπω μια μπάντα να τα σπάει λες και είναι το τελευταίο live της, προσωπικά δεν μπορώ να χαλαστώ από έναν μη τέλειο ήχο.

Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο για τη σκηνική παρουσία των ‘hazard. Ή μάλλον αυτοί θα μπορούσαν να το κάνουν κάποια στιγμή, μιας και  κατέχουν πλήρως το άθλημα. Είναι από τις μπάντες που είναι τόσο active πάνω στο σανίδι, που κοιτάζοντας π.χ. τον drummer χάνεις τον κιθαρίστα να τα σπάει, και ανάποδα. Ένα πραγματικό δώρο για τους παρευρισκόμενους που τραβήχτηκαν Πέμπτη βράδυ, προφανώς για να δουν κάτι που να αξίζει.

Είναι και το υλικό, βέβαια. Αν το υλικό αξίζει, και το σετ είναι γεμάτο κλασικά κομμάτια μέσα στο groove, είναι εύκολο και για τη μπάντα και για το κοινό να τα σπάσει. Μερικά από αυτά: “How it is”, “Business”, “Tales from the Hardside”, “Love Denied” και η διασκευή από Bad Religion “We’re Only Gonna Die”, στην οποία το An πραγματικά σείστηκε!

Πριν το live είχα ένα μικρό φόβο για την τωρινή σύνθεση των Biohazard: ότι η απουσία του μεγαθήριου Evan Seinfield (φωνή/μπάσο) θα γίνει πολύ αισθητή. Αλλά ευτυχώς όχι. Ο Scott Roberts στέκεται ως ένας πραγατικά άξιος αντικαταστάτης, με μακρόχρονη πείρα και αυτός, και με όλα τα απαραίτητα moves επί σκηνής καθώς και ωραία βαριά φωνητικά α-λα Seinfield.

Ένα ακομα απείρως θετικό για τις τάξεις των Biohazard είναι η επιστροφή (από το 2012) του κιθαρίστα και ιδρυτικού μέλους Bobby Hambel, με τον οποίο οι ‘hazard έβγαλαν τους πρώτους και αδιαμφισβήτητα πιο σημαντικούς δίσκους της καριέρας τους. Εμβληματική φιγούρα, δεν σταμάτησε λεπτό να χοροπηδάει, να τραγουδάει, να riffάρει, να σολάρει και να φτύνει, όλα με το μοναδικό trademark τρόπο του.

Μετά από μια ώρα και κάτι, οι Biohazard τέλειωσαν επάξια το επικό αυτό σετ με το “Punishment” και το “Hold my Own”. Εννοείται πως έπεσαν κορμιά και στα δύο, όπως άλλωστε και σε όλο το υπόλοιπο σετ. Οι ‘hazard κατέβηκαν αφήνοντας το κοινό να ζητάει encore επίμονα, πράγμα το οποίο δε συνέβη. Μετά όμως από ένα τόσο χορταστικό και τίμιο live, νομίζω πως αυτό δεν πείραξε κανέναν από όσους είχαν την τύχη να δουν αυτό το πραγματικά φοβερό live.

Φωτογραφίες: Αποστόλης Καλλιακμάνης