RAINBOW: “Ritchie Blackmore’s Rainbow”

MONUMENT

Το να συμβάλλω με τον τρόπο μου στην ύλη του θαυμάσιου αυτού περιοδικού, μου δημιουργεί μεγάλη χαρά. Παρά τις όποιες τεχνικές ή χρονικές (κυρίως αυτές) δυσκολίες, είναι πρώτα απ’ όλα τιμή μου που συνεργάζομαι με μια χούφτα ανθρώπους που δίνουν αποδείξεις ότι η έννοια “retro” διαφέρει από την έννοια “νεκρό” και οι οποίοι συντηρούν ένα ολόκληρο update του παρελθόντος τους με τον ίδιο ζήλο (αν όχι μεγαλύτερο) παρουσιάζοντάς το στο σήμερα.

Ανήκω και ο ίδιος σ’ αυτές τις γενιές που μεγάλωσαν με τα αγαπημένα μηχανήματα που αποτελούν το αντικείμενο του περιοδικού και όσο να ‘ναι, κάθε προσπάθεια συγγραφής άρθρου παίρνει και άλλες διαστάσεις, νοσταλγικές και καμιά φορά και απολογιστικές. Βλέπετε, τον καιρό που κόλλησα το μικρόβιο των υπολογιστών παράλληλα προσβλήθηκα και από την rock / metal μουσική, “ασθένειες” ανίατες και οι δυο και οι μνήμες είναι πάνω κάτω ταυτόσημες χρονικά.

Ένας από τους “ιούς” αυτής της αρρώστιας ήταν και οι Rainbow, με τους οποίους συναντήθηκα ενσυνείδητα για πρώτη φορά γύρω στο 1986 (έχοντας ήδη ακούσει κάποια hits τους αλλά μην ξέροντας το όνομα της μπάντας) παράλληλα με την απόκτηση του Amstrad CPC 6128 που είχα την τύχη να αγοράσει η οικογένειά μου. Μια μπάντα που έπαιξε τεράστιο ρόλο στη μουσική μου ιδιοσυγκρασία καθορίζοντάς την κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό.

Επίσης μεγάλο ρόλο έπαιξε και η γειτνίαση με ανάλογους εγκεφάλους με κάποιους από τους οποίους σχηματίσαμε το δικό μας group για να εκφράσουμε τον νεανικό rock ενθουσιασμό μας (θα ήθελα να χρησιμοποιήσω μια πιο κατάλληλη λέξη αλλά θα με μαστιγώσει ο Dony). Και ένας από αυτούς είναι ο Δημήτρης Παλαβούζης, ένας παλιόφιλος στον οποίο έχω αναφερθεί και παλαιότερα, ο οποίος βίωνε παθολογικό έρωτα με τον κιθαρίστα Ritchie Blackmore. Φοβερά ταλαντούχος στην κιθάρα (όπως λέει ακόμη ο Σταύρος, δάσκαλός του τότε και επίσης πολύ καλός φίλος), έμαθε τα solos και των Purple και των Rainbow σε ένα μόλις χρόνο με συνέπεια όλοι οι υπόλοιποι στην μπάντα να πασχίζουμε να τον ακολουθήσουμε, να γίνουμε κι εμείς καλύτεροι. Τα κομμάτια που παίζαμε ήταν αποκλειστικά διασκευές και φυσικά μέσα σ’ αυτές πολλά από τους ανωτέρω όλων των (μέχρι τότε) περιόδων τους και έτσι υποσυνείδητα μεγάλωνε ταυτόχρονα και η αγάπη μου γι’ αυτούς. Κυρίως για τους Rainbow καθώς ο πιο μεταλλικός τους χαρακτήρας ταίριαζε πιο πολύ στην ψυχή μου, το γλεντούσα περισσότερο.

Οι Rainbow λοιπόν ήταν το πνευματικό παιδί του Άγγλου κιθαρίστα Ritchie Blackmore ο οποίος γύρω στο 1973 και μετά από μια σειρά πολύ καλών δίσκων με τους φημισμένους Deep Purple οι οποίοι ήταν ήδη μεγάλο όνομα στο χώρο του hard rock, είδε τους Ian Gillan και Roger Clover, τραγουδιστή και μπασίστα των Purple, να αποχωρούν δίνοντας τη θέση τους στους David Coverdale και Glenn Hughes.

Για τον Blackmore ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ενσωματώσει νέα στοιχεία στη μουσική των Deep Purple, απαλλαγμένος πλέον από τον “βραχνά” των Gillan (αιώνια κόντρα μεταξύ των δυο ισχυρότατων προσωπικοτήτων) και Clover και με τους νεοεισελθέντες πρόθυμους για μικρές αλλαγές του στυλ. Προτείνει στους Purple δυο κομμάτια, το “Black Sheep of the Family”, μια διασκευή σε ένα track των Βρετανών progressiveάδων Quatermass οι οποίοι έδρασαν για ένα βραχύβιο διάστημα στα τέλη των ’60s και μια ολοκαίνουρια σύνθεση, το “Sixteenth Century Greensleeves”, τα οποία απορρίφθηκαν από τους υπόλοιπους Purple οι οποίοι επιθυμούσαν έναν πιο bluesy χαρακτήρα. Τα δυο albums που ηχογράφησαν εκείνον τον καιρό, τα “Burn” και “Stormbringer” αν και αξιοπρεπέστατα δεν κάλυπταν καλλιτεχνικά όπως αποδείχθηκε τον Blackmore.

Παράλληλα με τις υποχρεώσεις των Deep Purple, ο κιθαρίστας αποφασίζει να συγκροτήσει ένα σχήμα για να δοκιμάσει τις προσωπικές του ιδέες και καλεί σχεδόν όλη την μπάντα των Αμερικανών rockers Elf στους οποίους τραγουδούσε ένας κοντός ο οποίες δεν ήξερε τότε ότι το όνομά του θα χαραζόταν εσαεί στη λίστα των Αθανάτων μιας ολόκληρης μουσικής. Του μεγάλου Ronnie James Padanova ή αλλιώς… Dio! Μια από τις μεγαλύτερες φωνές που ανέδειξε η τέχνη του πενταγράμμου και αιώνια επιρροή για την ηλεκτροδοτούμενη μουσική. Αυτή είναι και η απαρχή των Rainbow.

Τέλη του 1974 και ο Blackmore αποχωρεί και επίσημα από τους Deep Purple (εν μέσω έντονης παραφιλολογίας και κλίματος διαμάχης) και αποφασίζει να συνθέσει κι άλλο υλικό για έναν πλήρη δίσκο. Ακολουθεί τη συμβουλή των υπολοίπων μελών που έφερε μαζί του ο Dio και την άνοιξη του 1975 όλοι μαζί μεταβαίνουν στα Musicland Studios του Μονάχου για να ηχογραφήσουν το debut album των ολοκληρωμένων πλέον Rainbow. Με παραγωγό τον Martin Birch, γνώριμο ήδη από τη συνεργασία του με τους Deep Purple (σε όλα τα album των Purple μέχρι και την αποχώρηση του Blackmore αλλά και κατόπιν μέχρι τη διάλυση τους) αλλά και τη συμμετοχή του σε ηχογραφήσεις πολλών άλλων τεράστιων ονομάτων της εποχής (Fleetwood Mac, Wishbone Ash κ.α.).

Βγήκαν από το studio κρατώντας ένα πραγματικό διαμάντι, ένα αξεπέραστο debut που έθεσε κι αυτό κάποιες βάσεις για ολόκληρο το κίνημα του heavy metal. Τα κομμάτια που περιέχει είναι ένα κι ένα, χωρίς ούτε μισή μέτρια στιγμή και έμειναν στην ιστορία ως “κλασσικά”. Ένα τεράστιο album που τα έκδηλα δεδομένα του ήταν η καταπληκτική απόδοση του Dio, τα ατμοσφαιρικά πληκτροφόρα φόντα του Micky Lee Soule, η εκτυφλωτική παράσταση του Blackmore ο οποίος μεγαλουργεί στα solos και το εξαιρετικό rhythm section των Craig Gruber (μπάσο) και Gary Driscoll (drums), μια δουλειά που έθεσε νέα standards σε ένα ολόκληρο εικαστικό ρεύμα ανοίγοντας νέους εικαστικούς ορίζοντες.

Το πρώτο track που συναντά η βελόνα στο βινύλιο είναι το έπος “Man Of The Silver Mountain” ένα κομμάτι που θα μείνει στη μνήμη μου μέχρι το alzheimer να μας χωρίσει για τον απλό λόγο ότι μαζί με το “Black Night” των Purple, ήταν τα πρώτα τραγούδια που έπαιξα ποτέ μπροστά σε κοινό (ως μπασίστας) σε live και όπως καταλαβαίνετε στο άκουσμα ακόμη από το πρώτο riff η μνήμη πάει αυτομάτως σ’ αυτό το κοσμοϊστορικό ξεπαρθένιασμα. Φοβερό τραγούδι με εξωπραγματικό ρεφρέν που δείχνει από την αρχή το μεγαλείο της φωνής του Dio με τη συνοδεία ενός Blackmore που επίσης αποδεικνύει με το καλημέρα την διαφορετική, κλασσικίζουσα τεχνοτροπία που θα ακολουθούσε στο μέλλον. Headbanger’s τραγούδι και αιώνιο hit.

H πιο αγαπημένη μου σύνθεση είναι το “Self Portrait”, ένα mid tempo τραγούδι με επίσης εξωπραγματικό ρεφρέν και ρυθμικό που γδέρνει (που μάλλον επέδρασε πολύ στον πρώην συνεργάτη David Coverdale και τους Whitesnake του, μιας και το debut τους έφερε πολλά από την “αύρα” του συγκεκριμένου track). Mέσα στη γενικότερη προμεταλλική / συμφωνική φύση του album ενυπάρχουν και ψήγματα εμπορικού (για την εποχή) hard rock και ένα από αυτά είναι και το προαναφερθέν “Black Sheep Of The Family” το οποίο αναπαριστά κυρίως στιγμές ανεμελιάς με καθαρά αμερικανότροπο στυλ, συμβατό με το 90% της μουσικής που παραγόταν στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού.

H πρώτη πλευρά του βινυλίου κλείνει με το αιώνιο “Catch the Rainbow”, αυτήν την μπαλαντάρα που γαλούχησε εκατομμύρια ακροατές, fans ή μη του rock. Ατμοσφαιρικό με hammond background, με ένα από τα σπουδαιότερα ρεφρέν που ανέδειξε η μουσική αυτή από καταβολής της, το slide-like solo του Blackmore και τον νοσταλγικής αισθητικής επίλογό του, έκανε γνωστό το όνομα των Rainbow, έχοντας μια εμπορική pop χροιά, ένα τραγούδι παντός καιρού και παντός ακροατηρίου.

Το “Snake Charmer” που ανοίγει τη δεύτερη πλευρά είναι ένα Zeppelinικής κοπής κομμάτι στο οποίο λάμπει και πάλι ο Μεγάλος Κοντός όπως επίσης και όλη η ορχήστρα στο solo part που από την πρώτη μέχρι και τη στιγμή που γράφω αυτές εδώ τις αράδες με κάνει να ανατριχιάζω. To “Temple Of The King” είναι άλλη μια πλήρως αναγνωρίσιμη στιγμή, άλλη μια από αυτές που λέμε golden ballads μέσω των οποίων αγκαλιάζαμε κανένα κοριτσάκι στα παιδικά / γυμνασιακά parties αφήνοντας για λίγο τα γαριδάκια και τα γλυκά. Επίσης κορυφαία στιγμή για τον Dio ο οποίος είναι συναισθηματικός και λυρικότατος απαγγέλοντας ουσιαστικά ένα όμορφο παραμυθάκι, με κάστρα, βασιλιάδες και νεράιδες και ακολουθεί το contrast του εύγλωττα τιτλοφορημένου “If You Don’t Like Rock ‘n’ Roll” ένα κομμάτι που μάλλον δείχνει τις 60’s επιρροές του Blackmore, ένα καθαρά ψυχαγωγικό τραγούδι.

Το album κλείνει με το σπουδαίο “Sixteenth Century Greensleeves” το οποίο και τα ξεκίνησε όλα. Ένα κομμάτι μεταλλικής αισθητικής με στακάτο ρυθμικό υπόβαθρο και ένα solo – σεμινάριο που σου σηκώνει τα πετσιά (άνωθεν και κάτωθεν πρόστυχοι μεσήλικες!), πανάξιος επίλογος αυτής της δισκάρας.

Το “Ritchie Blackmore’s Rainbow” ανήκει στους θεμέλιους λίθους του heavy metal το οποίο τότε βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα και μαζί με κάποιες ακόμη δουλειές (όπως για παράδειγμα τα “Sad Wings Of Destiny” των Judas Priest ή και το “Black Rose” των Thin Lizzy τα οποία παρουσιάστηκαν αμφότερα από αυτήν εδώ τη στήλη) το βοήθησαν να ανδρωθεί, να περάσει στην early 80’s εφηβεία του για να κυριαρχήσει στο μέλλον στις καρδιές των “έξαλλων” νεολαίων της υφηλίου. Παρά το γεγονός ότι οι Rainbow κυκλοφόρησαν στο μέλλον κολοσσιαίους δίσκους οι οποίοι όρισαν το είδος μια και καλή, το debut αυτό ήταν ένα από τα λίγα σημαντικότατα big bangs αυτής της μουσικής θέτοντας τις σταθερές που θα ακολουθούσαν χιλιάδες μουσικοί σε όλα τα μήκη και πλάτη του όμορφου μπλε πλανήτη μας.

Η DeLorean επιστρέφει σιγά-σιγά στο παρόν μετά από άλλο ένα νοσταλγικό ταξιδάκι στα ενδότερα των παλαιών εαυτών μου. Τότε που αμούστακο αγοράκι πρωτοέπιανα το μπλε Aria μπάσο μου και άφηνα το νου να ταξιδεύει μέσα από τον ηλεκτρισμό των ενισχυτών και τις κλίμακες αυτής της θαυμάσιας μουσικής, κουνώντας το κεφάλι μετά πορώσεως εκτελώντας κομμάτια των Rainbow (και τόσων άλλων, Δόξα να ‘χει ο Κύριος για την τύχη που μου επιφύλαξε) και πεπεισμένος να ακολουθήσω το όνειρό μου. Και ο Sir Ritchie Blackmore υπήρξε από τους μεγαλύτερους γλύπτες μιας ολόκληρης προσωπικότητας και αυτό δεν θα του το αφαιρέσει κανείς ποτέ. Να διαβάζετε την περιοδικάρα, να περνάτε καλά και λοβ όνλι!

(για τον αδερφό Σταύρο Κερμενιώτη)

(Το παρόν έχει δημοσιευθεί αρχικά στη στήλη “Σκάσε κι άκου” του έντυπου περιοδικού για retro υπολογιστές Retro Planet)

Ιορδάνης Κιουρτσίδης
About Ιορδάνης Κιουρτσίδης 881 Articles
Ανακατεμένος με το heavy metal εδώ και 3,5 δεκαετίες, retro computer fan, δεν αντέχει τον Μόρισον και τον Κομπέιν, πίνει διπλό γλυκύβραστο και λατρεύει τις mini σοκοφρέτες υγείας.