THE SAVAGES: “Silence yourself”

Φέρε στον νου σου φουτουριστικές ταινίες περασμένων δεκαετιών. Κάποιες θα μπορούσαν να ξεκινούν με πλάνα από έναν κατεστραμμένο κόσμο, σχεδόν ασπρόμαυρο, γεμάτο χαλάσματα καλυμμένα από γκρίζα τέφρα, καπνούς και απόμακρους ήχους από σκουριασμένες μηχανές.

Ίσως στην συνέχεια επί της οθόνης εμφανιζόταν μία ημερομηνία που θα μας τοποθετούσε χρονικά σε σκοτεινές, πολύ μελλοντικές εποχές. Αν η ταινία ήταν γυρισμένη, κάπου εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας ‘80, οτιδήποτε πάνω από 2000 θα έμοιαζε κατάλληλο, ακόμα καλύτερα σε συνδυασμό με κάτι συμβολικά δαιμονικό, ίσως το τρεισκαιδεκαφοβικό 2013 να ήταν μία καλή επιλογή. Π.χ. 6 Μαΐου 2013. Σήμερα. 

Ποια η σχέση των παραπάνω με το “Silence yourself”http://silenceyourself.savagesband.com/). Εκεί που δεν αφήνεται τίποτα κρυφό, ολόκληρο το album μαζί με τους στίχους του προσφέρεται σε stream για λίγες μέρες μόνο προς ακρόαση. Στο πάνω μέρος διαβάζεις εδώ και μέρες “released 6th May”, χωρίς χρονολογία. Οι τέσσερεις βρετανίδες The Savages με όνομα εμπνευσμένο από βιβλία όπως το “The Lord of the flies” σε εισάγουν κάνοντας χρήση κάποιων γραμμών από μία ταινία του 1977, εκεί περίπου όπου συντελείται η γέννηση του post punk/new wave. Η ταινία (Opening Night-John Cassavetes) μπορεί να μην είναι μελλοντολογική αλλά επιτυγχάνει να θέσει σε λειτουργία μία μηχανή του χρόνου προγραμματισμένη να καταστραφεί στην μέση της διαδρομής παγιδεύοντας τον ακροατή σε μία φαντασιακή λούπα που καταλήγει σε ταλάντευση μεταξύ σημερινών, ασπρόμαυρων αναμνήσεων της παρακμής του τότε και δυστοπικής αγωνίας του τότε για το σήμερα.

Το πρώτο που θα προσέξεις στο “Shut up” είναι μία φωνή που ακούγεται γνωστή και οικεία όσο κι εκείνη της Siouxsie, ίσως φέρει και κάτι ακόμα από άλλες τραγουδίστριες της εποχής, αλλά ανήκει στην Jehnny Beth. Συναισθηματική ερμηνεία, γεμάτη και ταυτόχρονα ιδιαίτερη παρά τις όποιες χρωματικές και ερμηνευτικές αναφορές. “I am the one I truly saw your soul”, στίχοι άμεσοι, κοφτεροί σαν ξυράφι. Οι κιθάρες της Gemma Thompson, της έτερης συνεμπνεύστριας του συγκροτήματος ίσως είναι το επόμενο στοιχείο που σε κερδίζει, με όμορφο ηχόχρωμα, λίγο τραχύτερες και πιο ζεστές σε σχέση με τις περισσότερες από εκείνες της σκηνής από την οποία είναι επηρεασμένες. Ηχητικές αναφορές σε Banshees, Cure, Clan of Xymox, με το φάντασμα των Joy Division κρυμμένο στην σκιά.

Το επόμενο (“I am here”) τραγούδι είναι χτισμένο πάνω σε μια υποδειγματική ρυθμική βάση από ογκώδη, όμορφη μπασογραμμή (Ayse Hassan) και κυρίως εμπνευσμένα τύμπανα. Τα κρουστά της Fay Milton σε όλο τον δίσκο αποκλίνουν ελαφρώς από την υφολογικά αναμενόμενη πεπατημένη συνεισφέροντας μία διακριτικά καινοτόμο πινελιά. Κατασκότεινο, επιβλητικό, αργό, με βαθύ στίχο που σε εξαναγκάζει να νιώσεις ταύτιση, ίσως από τα πιο δυνατά σημεία του album το “Waiting for a sign”. Αναγκαία η βαθιά, αγωνιώδης ανάσα του “Dead Nature”, πριν το αποπνικτικό, ιδιαίτερα προς το τέλος του “She Will”. Το “No Face” μαζί με το “Husbands” είναι ενδεχομένως η πιο άμεση συνθετική αναφορά στον ήχο των Joy Division. Καθαρό, επιθετικό post-punk στο “Hit me”.  Άλλο ένα διαμάντι, το πιο ιδιόμορφο μάλιστα κομμάτι του δίσκου, το “Marshal Dear” κλείνει το album επαναλαμβάνοντας ως refrain “silence yourself” λίγο πριν την εμφάνιση ενός βραχνού σόλο από σαξόφωνο που δίνει την αίσθηση τελευταίας πνοής. Στραγγαλισμός. 

Οι The Savages δεν ισχυρίζονται ότι μουσικά φέρνουν στο προσκήνιο κάτι το καινούργιο -εκτός από τους εαυτούς τους, αντιθέτως στην πραγματικότητα ευαγγελίζουν την έλευση του πρώτου album ως κάτι που θα μας οδηγήσει, κόντρα στο ρεύμα, πίσω στην πηγή, τις επιρροές τους. Δε δεσμεύονται ωστόσο για τίποτα περισσότερο. Άλλωστε με την περυσινή υποψηφιότητα “Sound of 2013” (ΒΒC) να τοποθετεί την μπάντα των τεσσάρων Βρετανίδων μεταξύ των 15 πλέον υποσχόμενων ονομάτων της μουσικής βιομηχανίας, δεν χρειάζονται πολλά περισσότερα ώστε να προμοταριστούν από την Matador/Pop Noire Records.

Έρχονται τίμια και με πίστη στην μουσική τους πρόταση να πείσουν το κοινό να τους προσέξει, φέρουν μαζί διαπιστευτήρια και συστάσεις, παραπέμπουν με τον ήχο τους σε αγαπημένα ακούσματα, δεν αντιμετωπίζουν συμπλεγματικά τις εμφανείς τους μουσικές επιρροές και πάνω από όλα αποσιωπούν το προφανές αφήνοντας στον ακροατή απλώς να τους ακούσει για να το αντιληφθεί. Δηλαδή κυκλοφορούν ένα ιδιαίτερα αξιοζήλευτο ντεμπούτο που ίσως μείνει κλασικό κι ίσως ακόμα, αν ακολουθηθεί από αντίστοιχες κυκλοφορίες στο μέλλον, να τοποθετήσει την Λονδρέζικη μπάντα, δίπλα σε όσους την επηρέασαν, στο πάνθεον της μουσικής  ιστορίας ως μία αυθεντική post punk/new wave επιλογή κι όχι ως μία ακόμα revival απόπειρα.