NINE SKIES: “Return Home”

Από τη Νίκαια της Γαλλίας μας έρχονται οι φρέσκοι “Nine Horses” που ανοίγουν δισκογραφικό λογαριασμό με το άλμπουμ “ReturnHome”.

Με τον αριθμό των μελών να φτάνει τα εννιά, μάλλον αναφέρεσαι σε μια μικρή ορχήστρα, παρά σε group. Δύο τραγουδιστές ερμηνεύουν τις ιστορίες του album, οι Freddy Scott και Alexandre Boussacre, ενώ τις κιθάρες έχουν αναλάβει οι Eric Bouillette και David Darnaud. Mεταξύ κιθάρας και πλήκτρων μοιράζεται ο Alexandre Lamia, στο μπάσο είναι ο Bernard Hery, στα ντραμς ο Fab Galia, στα keyboards η Anne Claire Rallo. Ο ήχος εμπλουτίζεται ακόμα περισσότερο με την παρουσία του Laurent Benhamou στο σαξόφωνο και με την καλεσμένη Peny Mac Morris στο φλάουτο.

Το άλμπουμ, μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή, αναφέρεται στη ζωή διαφορετικών χαρακτήρων σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη. Κάποιες φορές μεταφορικές, άλλες φορές ιδιαίτερα ρεαλιστικές, δείχνουν τον παραλογισμό του σύγχρονου κόσμου και τις δυσκολίες του σημερινού τρόπου ζωής.

Το πλήθος των επιρροών της μπάντας τους προσφέρει την ευελιξία να εκφράσουν αυτές τις διαφορετικές αποχρώσεις, διατηρώντας ταυτόχρονα τη συνοχή και τη διάρκεια της ατμόσφαιρας του album.

Το ύφος της μουσικής των Γάλλων είναι κατά βάση progressive rock που υιοθετεί αρκετούς τρόπους σύνθεσης και έκφρασης από το λεγόμενο “neoprog”, αλλά εμπλουτίζεται με όμορφες αποκλίσεις άλλων ιδιωμάτων που όμως πειθαρχούν αρμονικά στην κορνίζα που έχουν θέσει συνολικά. Ένα πεδίο συναισθηματισμού, νοσταλγίας, αναθεώρησης, προσωπικής εκτίμησης και εσωτερικότητας με την έντονη αίσθηση του εσωτερικού ταξιδιού διατρέχει ολόκληρο το άλμπουμ.

Ιδιαίτερα επιδέξια και πετυχημένη κρίνεται η σταδιακή είσοδος του ακροατή στα εδάφη του “Return Home” κι αυτό γίνεται άμεσα και χαρακτηριστικά από το ομότιτλο και το προσιτά ελκυστικό “Season of Greed”, δύο σχεδόν αμιγώς neoprog κομψοτεχνήματα που προσελκύουν την προσοχή. Το μελαγχολικό instrumental “Catharsis” μας οδηγεί στο εννιάλεπτο“The Βlind Widower”, μια από τις πλουσιότερες μουσικές επενδύσεις του album, ταξιδιάρικο και απλωμένο με πληρότητα διαθέσεων: η καταλυτική είσοδος του σαξόφωνου θα προσθέσει jazz ηχοχρώματα και διαθέσεις που ενισχύονται με τις όμορφες τεχνοκρατικές μονομαχίες του μπάσου με το φλάουτο.

Στο “Roses Never Hatch” οι μελωδίες των πλήκτρων και οι ποιητικές ερμηνείες μας δίνουν ένα από τα πιο συγκινητικά τραγούδια του άλμπουμ, για να αποδράσουμε με το στριφνό και αλλόκοτο “The Slight Snake” και τους ενδιαφέροντες ήχους του.

Το “Dust in Town” γίνεται άμεσα υποβλητικό, ένα ιδιαίτερα εσωτερικό τραγούδι με τις αφηγηματικές παρεμβάσεις να το ομορφαίνουν ακόμα περισσότερο με ταιριαστό τρόπο.
Το “reprise” του “The Blind Windower” που έρχεται λίγο πριν το τέλος του album είναι instrumental, αλλά δεν υπολείπεται σε πλούτο του πρώτου μέρους, με μια διαδρομή από ambient σε jazz ηχοτοπία και μια σχεδόν prog metal έκρηξη πριν τη συμπλήρωση του ηχητικού του κύκλου.

Το άλμπουμ κλείνει με τις εντυπώσεις της νοσταλγίας και της μελαγχολίας να σφραγίζουν το ταξίδι, στο βελούδινο “Time for Them to Go” και το “A Way Back”, που αποτελεί το δεύτερο μέρος του ομότιτλου και ολοκληρώνει αυτή τη συλλογή των μικρών ιστοριών.

Οι Γάλλοι, ερχόμενοι από το πουθενά, είναι μια από τις πιο ευχάριστες φετινές εκπλήξεις του αντίστοιχου χώρου και αφήνουν ευρύχωρες υποσχέσεις με έναν πολύ όμορφο και πλούσιο μουσικά δίσκο. Πέρα από τους ακροατές του neoprog που θα το προσεγγίσουν εύκολα και θα το απολαύσουν, είναι μια πρόταση που θα εκτιμήσουν όσοι αγαπούν την ευρύτερη συνύπαρξη συναισθήματος και τεχνικής.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 423 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…