TOJA: “V”

Οι γερμανοί hard rockers ToJa ιδρύθηκαν το 1997 από τον τραγουδιστή-περκασιονίστα Tommy Rinn και τον κιθαρίστα Jan “JJ” Thielking.

Το 2002 ντεμπουτάρησαν δισκογραφικά με το “First Step”, κι από τότε ακολούθησαν τα “The Spirit Of…” του 2006, “Train Of life” του 2009, και “(Sad) Songs Of Hope” του 2013, με εμβόλιμες διάφορες ζωντανές εμφανίσεις στη Γερμανία και τις γειτονικές χώρες.

Φέτος επιστρέφουν με το πέμπτο τους άλμπουμ, που τιτλοφορείται απλά “V” και τους δύο βετεράνους συνεργάτες πλαισιώνουν ο Oliver “Ole” Dietz στο μπάσο και ο Max Rudolph στα ντραμς. Τη μίξη και το mastering στα 11 νέα τραγούδια των ToJa έκανε ο Marc Bugnard.

Το “V” αποτελεί συνοπτικά μια συνεπή ακολουθία της φιλοσοφίας των δύο συνθετών πως το hard rock πρέπει να συμβαδίζει με τη μελωδία. Είναι ένα απόλυτα ειλικρινές, αβίαστο άλμπουμ καλοπαιγμένου μελωδικού hard rock με τις ελλείψεις και τα τρωτά του.

Ξεκινώντας από τον ήχο, θεωρείται απόλυτα πετυχημένη η αίσθηση της διαρκούς ξεκούρασης που βγάζει η παραγωγή, αποφεύγοντας τις ακρότητες και τα υπερφίαλα πειράματα και διεκδικώντας τελικά μια κάποια ιδιαιτερότητα. Μαζί με αυτό, η ικανότητα χαμαιλέοντα που παρουσιάζει συνθετικά η μπάντα στο ύφος και τις διαθέσεις, σε συνδυασμό με τη σύντομη διάρκεια των τραγουδιών, ενισχύει αυτή την αίσθηση της ευκολίας στην ακρόαση.

Δεν είναι βέβαια όλα ρόδινα στο “V”, καθώς οι μέτριες συνθετικές στιγμές δεν λείπουν και συχνά είναι εμφανώς αδύναμες, όπως για παράδειγμα στα “Forever rock”, “Don’t let me go” ή στην ακουστική σύνθεση “Ballad for a friend”.

Όμως αυτό που υπονομεύει σοβαρά το άλμπουμ είναι τελικά η περιορισμένη φωνή του Rinn, ειδικά όταν αποφασίζει να την εκθέσει σε πεδία που δεν της ανήκουν. Όταν μάλιστα έχουμε να κάνουμε με αυτό τον χώρο, όπου οι εξαιρετικές φωνές συχνά αναβαθμίζουν τα πολλά κλισέ που υπάρχουν, η έλλειψη έκτασης και χρώματος του Rinn κοστίζει.

Ευτυχώς, συχνότερα φροντίζει να διαχειρίζεται τις αδυναμίες του με εγκράτεια και να ελίσσεται σωστά προστατεύοντας τα δυνατά χαρτιά του άλμπουμ. Το εναρκτήριο και πρώτο single του δίσκου, “Tears of fire” είναι ένα όμορφο τραγούδι με πολλά χρώματα πετυχημένης διαδοχής. Το “Love is like sin”, με το διακριτικό ορχηστρικό του υπόβαθρο, χτίζει έναν όμορφο ευγενικό αέρα ανωτερότητας. Το “Where ‘s my home” διανύει μια συμπαθητική αύρα διαδρομής, αναζήτησης και νοσταλγίας, ενώ υπάρχει κι ένα εξαιρετικό instrumental, το “Senza cantata”.

Δεν μπορώ να ξέρω αν η περίεργη ιδιαιτερότητα του “V” θα κερδίσει τελικά τους φίλους αυτού του ήχου, ξεπερνώντας τις αδυναμίες του. Η συμπάθεια, η ειλικρίνεια και το ευρωπαϊκό ηχόχρωμα που προστατεύει το άλμπουμ από την παγίδα της φτηνής φωτοτυπίας, είναι πάντως δεδομένα.

About Γιώργος Γεωργίου 453 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…