KANSAS: “The Prelude Implicit”

Με τους Kansas θα προσπαθήσω πολύ για να είμαι αντικειμενικός, μιας και πρόκειται για μια από τις πολύ αγαπημένες μου και λατρεμένες μπάντες.

Ένα σχήμα που άλλαξε τον τρόπο που μέχρι πριν το ακούσω αντιλαμβανόμουν τη μουσική και υπήρξε το απόλυτο μέτρο σύγκρισης σχεδόν για το οτιδήποτε μουσικό υπέπιπτε της αντίληψης μου. Η περίοδος των ‘70s κυκλοφοριών τους περιέχει μόνο ύμνους και κάθε δίσκος τους τότε ήταν ένα μνημείο, ένα δώρο στην ανθρωπότητα και τον πολιτισμό της (δεν υπερβάλλω καθόλου, μάλλον λίγα λέω).

Οι τρεις κύριες συνιστώσες για μένα ήταν πάντα αυτές που λείπουν από αυτόν το δίσκο. Ο ακρογωνιαίος λίθος, στιχουργός/ κιθαρίστας/ πιανίστας και βασικός συνθέτης στα ‘70s, Kerry Livgren, ο χαρισματικός βιολιστής/ τραγουδιστής Robby Steinhardt κι ο ασύγκριτος τραγουδιστής/ πληκτράς Steve Walsh.

Οι ενορχηστρώσεις και συνθέσεις του πρώτου, το πάντρεμα των δυο εκπληκτικών φωνών των Walsh/ Steinhardt και η άρτια τεχνική κατάρτιση και των 6 αρχικών μελών ήταν οι βασικοί λόγοι της μεγάλης δισκογραφικής πορείας τους, στους μνημειώδεις πέντε πρώτους δίσκους. Κανείς από τους τρεις τους δε βρίσκεται πλέον στις τάξεις του σχήματος. Οι δυο πρώτοι με σοβαρά προβλήματα υγείας πλέον, ήταν επιβεβλημένο να μη συνεχίσουν, ο δε Walsh ένιωσε ότι το πλήρωμα του χρόνου ήταν πλέον δυσβάσταχτο για την -ταλαιπωρημένη είναι η αλήθεια- φωνή του, κρίνοντας σκόπιμο να αποχωρήσει. Τα κενά που άφησαν σχεδόν δυσαναπλήρωτα. Ο τρόπος που βρίσκονταν με τους άλλους τρεις μεταξύ τους τόσο επί σκηνής όσο και στουντιακά, είναι ό,τι έκανε τους Kansas γιγάντιους μουσικά.

Το κενό του Steinhardt καλύπτει ο γνωστός στους κύκλους της μπάντας David Ragsdale, ενώ χρέη δεύτερης κιθάρας ανέλαβε ο Zak Rizvi, ο οποίος πέρα από την παραγωγή είναι και βασικός συνθέτης σε όλο το δίσκο (με σημαντικές συμμετοχές και των υπολοίπων). Προστέθηκε ένας ακόμη keyboard-ίστας/ πιανίστας, o David Manion.

Η μεγάλη όμως μεταγραφή που ήταν και η πιο κρίσιμη ήταν του τραγουδιστή. Μετά την αποτυχημένη προσέγγιση στον John Elefante για λόγους… θρησκευτικούς (δήλωσε ότι ο Θεός τον συμβούλευσε να μην δεχτεί την πρόταση), οι Kansas πέτυχαν διάνα βρίσκοντας τον άσημο Ronnie Platt ο οποίος δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία σε όλη τη διάρκεια του “The Prelude Implicit” (πλην του “Summer” που τραγουδάει ο Billy Greer). Μεγαλύτερή του επιρροή, όπως είναι φυσικό, είναι ο προκάτοχός του, Steve Walsh και ο ίδιος δηλώνει fan της μπάντας από πολύ παλιά. Έστω λοιπόν κι έμμεσα είχε τον καλύτερο δάσκαλο για να αναλάβει τα δύσκολα καθήκοντά του. Συν τοις άλλοις, τυγχάνει κι ο ίδιος keyboard-ίστας και με αυτό τον τρόπο συνεισέφερε σημαντικά τόσο στο συνθετικό όσο και στο εκτελεστικό κομμάτι κάνοντας τη συμμετοχή του πλήρως καθοριστική για την κυκλοφορία. Έτσι πλέον καταλήξαμε στην επταμελή (!) σύνθεση του “The Prelude Implicit”.

Ηχητικά, ο δίσκος πατάει περισσότερο στο “Point of Know Return” και το “Somewhere to Elsewhere”, με την παραγωγή να είναι πολύ κοντά στο δεύτερο. Υπάρχουν διάσπαρτα progressive στοιχεία αλλά όχι οι αλλαγές tempo που είχανε στην πρώτη και πιο προοδευτική περίοδό τους. Δίνεται ιδιαίτερο βάρος σε απλές και όμορφες μελωδίες και τα τραγούδια πατάνε αρκετά στη φωνή, δείχνοντας εξ αρχής στημένα στο να αναδειχθεί ο Platt. Όχι ότι ο δίσκος είναι απλοϊκός, αλλά έχει μια άμεση προσέγγιση και δεν μπερδεύει τον ακροατή. Ο τόνος της κιθάρας σε πολλά σημεία είναι αρκετά βαρύτερος από ό,τι τον έχουμε συνηθίσει, το βιολί του Ragsdale κελαηδάει πάμπολλες φορές ανάμεσα στις συνθέσεις, ενώ τα solo του σπουδαίου Rich Williams είναι όπως πάντα ουσιώδη κι αξιοπρόσεκτα. Η παραγωγή έγινε από τους Ehart/ Williams/ Rizvi και είναι διαυγέστατη, ισορροπώντας τα διαφορετικά όργανα μεταξύ τους, αναδεικνύοντας τα κομμάτια. Η συνθετική ποικιλία και ταυτόχρονη ομοιογένεια εκπλήσσει ευχάριστα πάντως.

Οι τωρινοί Kansas κέρδισαν ένα μεγάλο στοίχημα. Κατάφεραν να βγάλουν ένα δίσκο μετά από δεκατέσσερα χρόνια αντάξιο της βαριάς κληρονομιάς τους. Σίγουρα δεν έχει σχέση με τα διαμάντια του παρελθόντος, αλλά είναι μια πολύ καλή κυκλοφορία που θα ευχαριστήσει τους οπαδούς του συγκροτήματος όντας κάτι παραπάνω από αξιοπρεπής. Μια απάντηση σε όσους αποκάλεσαν τη σημερινή τους μορφή “tribute band”. Μακάρι οι tribute bands να μπορούσαν να γράψουν μισό κομμάτι σαν τα “Camouflage”, “The Voyage of Eight Eighteen” και “Refugee”. Άξιος ο μισθός τους!