King Dude, Of the Wand & the Moon, The Road Miles (10/06/2016) Second Skin Club

Το βράδυ της Παρασκευής στο Second Skin, σ’ ένα χώρο που αν μη τι άλλο ξέρει να δημιουργεί ατμόσφαιρα, ήταν αρκετά ιδιαίτερο.

Μαζεμένος χώρος, ομιχλώδες περιβάλλον, αλκοόλ, οικεία αίσθηση, λίγος κόσμος σαν να ‘μασταν όλοι μια παρέα και φυσικά τρεις γεμάτες ώρες από σκοτεινές, μελαγχολικές μελωδίες.

Ήταν από τα live που πρέπει να βρίσκεσαι σε κατάλληλη διάθεση για να μπορέσεις να απολαύσεις – αν όχι να αντέξεις. Αν είσαι απ’ αυτούς που αγκαλιάζουν τη σκοτεινή τους πλευρά με άνεση, τότε βρισκόσουν στο κατάλληλο μέρος, την κατάλληλη στιγμή.

Στις 21.10 ξεκινούν να παίζουν οι Road Miles. Το αθηναϊκό psych blues σχήμα μάς συστήθηκε πέρσι με το ντεμπούτο άλμπουμ του “Gold and Shadows”, έχοντας συγκεντρώσει μέχρι στιγμής θετικές εντυπώσεις. Με σκοτεινή διάθεση και βρομιά στον ήχο, δυνατά φωνητικά και μακροσκελείς συνθέσεις, οι Road Miles σίγουρα τραβάνε την προσοχή. Στο 40λεπτο σετ τους έπαιξαν κομμάτια απ’ το ντεμπούτο τους (“William Blake”, “Crossroads”) αλλά και καινούρια ακυκλοφόρητα. Η παρουσία της frontwoman ήταν κάπως πιο επιθετική απ’ ό,τι συνήθως, η ερμηνεία της χαρακτηριζόταν από υπερβάλλοντα ζήλο, πράγμα που ίσως σε κάποιους να φαινόταν γοητευτικό, εμένα ωστόσο μου φάνηκε υπερφορτωμένο και κάπως επιτηδευμένο.

Σειρά έχει το neofolk project του Δανού Kim Larsen, Of the Wand & the Moon, το οποίο ξεκίνησε το 1999 με το ντεμπούτο “Nighttime Nightrhymes” και από τότε έβγαλε άλλα τέσσερα άλμπουμ, με το τελευταίο (“The Lone Descent”, 2011) να έχει λάβει πολύ καλές κριτικές. Ο Larsen βγήκε μόνος στη σκηνή με την ακουστική του κιθάρα, ήπια παρουσία κι ευγενική φυσιογνωμία, δωρικός, περιοριζόταν στο να μας προσκαλεί πού και πού να πιούμε. Το 50λεπτο σετ του περιλάμβανε κομμάτια όπως το “I Crave For You”, “Shine Black Algiz”, “Immer Vorwärts”, “Sunspot”, και τη διασκευή του στο “Dirtnap Stories” του Lee Hazlewood. Σ’ ένα παρεΐστικο κλίμα, κατάφερε να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα που απαιτεί η περίσταση ώστε ν’ αφεθεί κανείς στη μελαγχολική αύρα της μουσικής του.

Στις 23.00 βγαίνει ο King Dude (κατά κόσμον Thomas Jefferson Cowgill) με την μπάντα του, ενώ δύο μεγάλα κηροπήγια έχουν ήδη τοποθετηθεί στις άκρες της σκηνής, για να κάνουν ατμόσφαιρα. Τρίτη φορά που μας επισκέπτεται και μάλλον αυτό επιβεβαιώνει ότι  μας συμπαθεί –καθώς ομολογεί και ο ίδιος–, ενώ αστειεύεται συχνά για τα “35 άτομα” που έχουν παρευρεθεί για να τον ακούσουν (αν κι ήμασταν καμιά σαρανταριά παραπάνω απ’ αυτό).

Ο “βασιλιάς” ήταν πολύ χαλαρός, είχε ήδη πιει τα ουισκάκια του και συνέχιζε να τα πίνει κι επί σκηνής, υπέρ το δέον ομιλητικός, είτε απευθυνόμενος σ’ εμάς λέγοντας διάφορα ασήμαντα, είτε συνομιλώντας με τον κιμπορντίστα. Αφαιρώντας τον χρόνο που περνούσε με τις φλυαρίες του, καθώς και τις καθυστερήσεις για να κουρδίζουν τις κιθάρες τους, η καθαρή ώρα μουσικής θα πρέπει να ήταν περίπου μία ώρα. Προσωπικά, θα τον ήθελα λίγο πιο συγκεντρωμένο, καθώς θα βοηθούσε να μπούμε στο κλίμα περισσότερο.

Όπως και να ‘χει, ο King Dude είχε τον τρόπο του να σε κρατάει σε εγρήγορση, και ο κόσμος, αν και λιγοστός, φαινόταν αρκετά ενθουσιώδης. Το ύφος του είναι συναφές με αυτό των Death In June, κάποιες στιγμές θύμιζε έντονα Nick Cave, ή αλλιώς μια σκοτεινιάρικη εκδοχή του Johnny Cash. Ανάμεσα σ’ αυτά που ακούσαμε ήταν τα “Rosemary”, “Death Won’t Take Me”, “Deal With the Devil”, “Fear Is All You Know” και “Jesus In the Courtyard”, ενώ είπε και δύο καινούρια κομμάτια (“Holy Christos” και “Swedish Boys”) στα οποία οι τόνοι είναι πιο ανεβασμένοι.

Στο encore επέστρεψε με τα “Vision In Black” και “Lucifer’s the Light Of the World” (ο King Dude δηλώνει ανοιχτά Λουσιφεριανιστής) και μας αποχαιρέτισε λέγοντας ότι οι συναυλίες του είναι μια μικρή γιορτή στο όνομα του Κυρίου του, με το venue να παίζει τον ρόλο της “εκκλησίας” και κανείς δεν θα το στερήσει αυτό από τον ίδιο και το ακροατήριό του.

Photos: Βασιλική Παναγοπούλου