Ensemble Economique, Nokalypse (21/09/2014) Six D.o.g.s

Κυριακή, εννιά και κάτι, στο Μοναστηράκι, βιώνοντας την άρνηση της λήξης του καλοκαιριού, κι ας διανύουμε ήδη το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη, σε μια πόλη που φαίνεται να αναβάλει υποσυνείδητα την προσαρμογή της στους ρυθμούς της νέας σεζόν.

Ζητάς κάτι να βοηθήσει την ομαλή σου προσγείωση, ζητάς ένα λόγο που –πήγες ή όχι διακοπές- θα σε φέρει “πίσω”. Δεν τον βρίσκεις, δεν θέλεις κιόλας να τον βρεις κι η θερμοκρασία σιγοντάρει την αμνησία της έλευσης του φθινοπώρου.

Η τύχη όμως, μεταμφιεσμένη σε “Catch the Soap” (CTS) Productions, θα πετάξει ένα πετραδάκι στα ακίνητα νερά όπου καθρεφτίζεις την απροθυμία της επανένταξης. Θα φροντίσει να φέρει ξανά σε ένα γνώριμο χώρο, εσύ θα τον κοιτάξεις ελαφρώς σαστισμένος, το Six D.o.g.s. φρόντισε να αλλάξει χρωματικά και χωροταξικά, στο διάστημα που δεν το είχες επισκεφτεί. Οι συνειρμοί αυτόματοι και  χωρίς καν να το καταλάβεις, έχεις ξανά έναν λόγο για να βρίσκεσαι στο έδαφος που πατάς. Wovenhand, Beastmilk, Crippled Black Phoenix -λίαν συντόμως από την ίδια εταιρεία ανάμεσα σε πολλά άλλα- αποτελούν επαρκές έναυσμα ανυπομονησίας.

Επαρκής όμως δεν είναι, δυστυχώς, η προσέλευση κοινού στο Six D.o.g.s. για την σημερινή εκδήλωση. Μπροστά σε ελάχιστο κοινό, γύρω στις 10:00 ο Θεμιστοκλής Παντελόπουλος θα περάσει πίσω από το τραπέζι της σκηνής του Six D.o.g.s. στο οποίο έχει στήσει τον υπολογιστή, τους μείκτες και τους συνθετητές του. Θα μεταμορφωθεί σε Nokalypse, όνομα με το οποίο κινείται και δημιουργεί καλλιτεχνικά και θα ξεκινήσει την performance του, στην οποία θα εκτελέσει ένα συνολικό έργο, ambient/noise καταβολών. Θα χτίσει αργά και σταδιακά ένα ηχητικό περιβάλλον, από μία συλλογή ήχων πειραγμένων, ούτως ώστε να αφήνουν θολή την απάντηση στο ερώτημα “είναι φυσικά samples ή συντεθειμένοι ρυθμοί;”, ήχων από τρένα, τρεχούμενο νερό, άγνωστα μουσικά όργανα, ήχων που δημιουργούν την ψευδαίσθηση κινηματογραφικής εμπειρίας,  απόντος  μάλιστα οπτικού υλικού μέσω projector.

Στα εικοσιπέντε περίπου λεπτά της διάρκειας της παράστασης του ο Nokalypse επιτυγχάνει να πείσει ακόμα και ανεκπαίδευτα στο ύφος αυτιά -όπως τα δικά μου π.χ- ότι γνωρίζει καλά τι κάνει, το κάνει απόλυτα ελεγχόμενα και υπομονετικά, παίρνοντας τον χρόνο που χρειάζεται για να υποβάλλει τον ακροατή στην εμπειρία των πειραματισμών του, αλλά και αποφεύγοντας να “φλυαρεί” ή να “κρεμάει” μουσικά. Ακόμα περισσότερο καταφέρνει να δείχνει μία πειθαρχημένα αυτοσχεδιαστική διάθεση συμπληρώνοντας αυτό που φαίνεται να έχει προβάρει εκτενώς και στο οποίο έχει αφιερώσει πολλές ώρες εργασίας και σκέψης. Το γεγονός ότι παίζει μπροστά σε τόσο μικρό κοινό δεν είναι ευχάριστο αλλά η αλήθεια είναι ότι το μουσικό είδος που ο Nokalypse επιλέγει να υπηρετεί είναι “δύσκολο” και απαιτεί εξοικειωμένο ακροατή, ίσως λοιπόν το σχετικά θερμό χειροκρότημα στο τέλος αντισταθμίζει σε ικανοποιητικό βαθμό την απουσία μεγαλύτερου πλήθους.

Λίγα λεπτά πριν τις έντεκα. O Bryan Pyle, προετοιμάζει την δική του “σκηνή”, κάτω από εκείνη του Six D.o.g.s., στο επίπεδο των θεατών, εκεί όπου θα εμφανιστεί μόνος του ως η πλέον οικονομική εκδοχή ενός “ensemble”. Τοποθετεί ημικυκλικά γύρω από το κάθισμα, ένα μικρό midi-keyboard, έναν υπολογιστή και την κιθάρα που βρίσκονται εκεί από νωρίς,  πέντε κεριά. Δίπλα σε ένα από αυτά, αφήνει ένα μικρό λευκό χαρτί –εν είδει κενής set list- και ένα στυλό, προκαλώντας την απορία των λιγοστών θεατών. Τα φώτα της αίθουσας σχεδόν σβήνουν και ο μικρόσωμος καλιφορνέζος με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά θέτει σε λειτουργία τον υπολογιστή του. Μερικοί κρότοι, σαν ηλεκτρονικές βροντές θα σημάνουν την αρχή της συναυλίας του. Με θεατρικές κινήσεις πέφτει γοργά στα γόνατα μπροστά στο χαρτί, γράφει μερικές λέξεις που ίσως κανείς δεν πρόλαβε να διαβάσει πριν κάψει  το χαρτί στα χέρια του ανάβοντας το με την φλόγα ενός από τα κεριά, δημιουργώντας ένα μικρό, τεχνητό σοκ με το οποίο –εκούσια ή όχι από πλευράς του- επιβάλει στους θεατές την αίσθηση της παρακολούθησης μίας performance όχι αυστηρά μουσικού περιεχομένου.

Αν κάτι μου έφερε στο μυαλό η εμφάνιση του Ensemble Economique, κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει αναφορά ώστε να αντιληφθεί κάποιος μη παρευρισκόμενος την ατμόσφαιρα που δημιούργησε ο εμφανιζόμενος καλλιτέχνης, αυτό ίσως θα ήταν μερικά από τα κομμάτια του Jozef van Wissem που έντυσαν μουσικά την ταινία “Only lovers left alive”. Και ίσως επιπλέον, θύμισε την ίδια την ταινία. Ίσως γιατί το απόκοσμο reverb των φωνητικών, η επίμονη επανάληψη αφαιρετικών μουσικών μοτίβων, τα samples από ήχους πόλης και θάλασσας,  η industrial αισθητική, σε οδηγούν να φανταστείς κάποια urban gothic ουτοπία.  Ο ίδιος ο Bryan Pyle, δε, μοιάζει βυθισμένος στην εσωστρέφεια του κι ίσως προσεγγίζει το όριο της έκστασης όταν βγαίνει, με την κιθάρα του από το ημικύκλιο των κεριών που όπως αναφέρθηκε όριζαν την σκηνή του.

Η παρουσία του στη σκηνή διήρκησε πενήντα περίπου λεπτά, με ελάχιστες σε διάρκεια διακοπές και σχεδόν –ή απολύτως;- καμμία κουβέντα. Παρουσίασε αν δεν με απατά η μνήμη μου το πλήρες πρόσφατο του project “Melt into nothing”, με χαρακτηριστική προσήλωση, βγάζοντας παράλληλα πάθος και ψυχή. Μάλλον κατάφερε να κερδίσει τους περισσότερους από τους λίγους θεατές, αφήνοντας μας την αίσθηση ότι προσέδωσε νόημα στο βράδυ της Κυριακής.  Κυρίως, ξεκίνησε για πολλούς από εμάς, επιτυχημένα μία νέα, πολλά υποσχόμενη κατά τους οιωνούς, μουσική χρονιά.

photos: Βασιλική Παναγοπούλου