TIM BOWNESS: “Late Night Laments”

ALBUM

Είδος: Ambient/Art Rock
Εταιρεία: Inside Out Music
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 28 Αυγούστου 2020

Πιο κομψό και εφαρμοστό κοστούμι από έναν τέτοιο τίτλο δύσκολα θα έβρισκε ο ξεχωριστός ερμηνευτής που έχει το χάρισμα να βάζει τη μινιμαλιστική του ηρεμία να τραντάζει την ψυχή μας. Η αλήθεια είναι πως περιστασιακά είχε επιχειρήσει να διαφοροποιηθεί, ενισχύοντας τον μουσικό σκελετό της συνθετικής του φιλοσοφίας, όμως τα φίλια πεδία που έχουν γαλουχήσει το μεγαλύτερο διάστημα της διαδρομής του είναι πάντα εκεί να φιλοξενήσουν τις σκιές του μυαλού του.

Όσοι δεν έχουν μεγάλη σχέση με τον Bowness, θα μπορέσουν να κατευθυνθούν σοβαρά με την ιστορική πραγματικότητα πως αποτέλεσε το έτερο μουσικό ήμισυ του Steven Wilson στους No Man. Ο παλιός συνεργάτης του έχει άλλωστε αναλάβει την υποδειγματική μίξη του άλμπουμ. Στο βιογραφικό του Bowness έχουν προστεθεί στη διαδρομή κάποια σημαίνοντα ονόματα όπως οι Robert Fripp, Phil Manzanera, Peter Hammill και πολλοί άλλοι. Η ευρύτητα στις συνεργασίες του (υπήρξε guest vocalist ακόμα και στους OSI των Matheos/Moore) είναι αυτονόητη για όσους διάβασαν ή άκουσαν τον ευαίσθητο ερμηνευτή να μιλά για τα μουσικά του γούστα, ένα εκπληκτικό εύρος ιδιωμάτων και καλλιτεχνών που τον καθιστά κάτι πολύ σημαντικό για κάθε συνθέτη: έναν σπουδαίο ακροατή.

Με ένα καλάθι σκοτεινών θεμάτων όπως το χάσμα των γενεών, η ιδεολογικά υποκινούμενη βία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η παράνοια, ο Bowness παραμένει αυτός ο τρυφερός αερόσακος που θα μειώσει την οδύνη, συνεχίζει να απολυμαίνει με το ύφος και τη ζεστή παράθεση του λόγου του, και να αποτελεί μια αυτόνομη και σχεδόν ανεξήγητη παρηγοριά για οτιδήποτε.

Στρατηγικά φιλικό το “Northern Rain” μοιάζει με εικόνα που υψώνεται και ανοίγει, το πρώτο από τα εννέα φρέσκα του κεφάλαια, επιπλέει πάνω στα ευγενικά synths του βασικού συνεργάτη του στο άλμπουμ, Brian Hulse, και στο βιμπράφωνο του Tom Atherton, ενώ η φωνή της Melanie Woods των Knifeworld συνηγορεί στον περίεργο καθησυχασμό του: “the world we knew is dying, and maybe that’s OK”.

Αναμφισβήτητα η περιγραφική λιτότητα της μουσικής του δεν είναι και η ευκολότερη προσέγγιση για κάποιον που δεν έχει την εξοικείωση με τον ήχο αυτό, θεωρώ όμως πως έχει την ικανότητα και το ταλέντο να ενισχύει εύστοχα τις μεταστροφές στις διαθέσεις του, δουλεύοντας σχεδόν σκακιστικά με τους προσφιλείς ήχους και ρυθμούς, και το εμφανώς σκοτεινότερο “I ‘ m Better Now” είναι ένα καλό παράδειγμα.

Η σύμπραξη του Richard Barbieri των Japan (με τον οποίο είχε ηχογραφήσει το άλμπουμ “Flame” του 1994) αναγνωρίζεται εύκολα, προσδίνοντας μια αλλόκοτη, πειραματική και εξωτική αύρα στην άμεση ροή των εξαιρετικών “Darkline” και “The Last Getaway”. Στον κατάλογο των μουσικών που ενισχύουν με το στίγμα τους το αποτέλεσμα, δεν γίνεται να υποτιμηθεί η παρουσία του Colin Edwin, μπασίστα των Porcupine Tree, με προσαρμοσμένα διακριτική συνεισφορά στα “We Caught The Light”, “The Hittman We Missed” και “One Last Call”.

Με τη σίγουρη βοήθεια των βέβαιων φίλων, ο Bowness ρίχνει το βέλος του στο στόχο με δεμένα μάτια, σε έναν κύκλο που περιβάλλει την έρημη περιπλάνηση των Blue Nile, το συγκρατημένο δράμα του Perry Blake, την εσωτερική αφηγηματικότητα του David Sylvian, ενώ οι συχνές αντανακλάσεις της εποχής των No Man μοιάζουν να είναι αιώνια εκεί.
Κι αν σου έκανε εντύπωση μια αχτίδα φωτός παραπάνω στο “We Caught The Light”, θα φτάσει γρήγορα η στιγμή και η εύηχη ειρωνεία του θα σου υπενθυμίσει πως “we caught the light, but missed the sign”…

Website: http://timbowness.co.uk/
Facebook: https://www.facebook.com/timbowness/
Twitter: https://twitter.com/timbowness?lang=el

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 440 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…