“THIS IS SPINAL TAP” – Η ταινία που βαθμολογήθηκε με “11”

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Μια ταινία μπορεί να είναι τελικά μεγαλύτερη από την εποχή της, μπορεί να αλλάξει και τον κόσμο του χώρου που πραγματεύεται. Αυτό το ξέρουν καλύτερα οι πρωταγωνιστές του τσίρκου του rock ‘n’ roll που είδαν πριν, ταυτόχρονα ή και μετά, απίθανα στιγμιότυπα της καριέρας τους να αποτελούν σκηνές ανθολογίας ενός “mockumentary” που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στον κόσμο της μουσικής. Το ξέρουν οι Guns N’ Roses, όταν προσφώνησαν με το “Hello Syndey” το κοινό της Μελβούρνης, το επιβεβαιώνουν ο Tom Petty, οι Blink-182, οι Belle & Sebastian και αμέτρητοι άλλοι που κάποια στιγμή έχασαν το δρόμο από τα παρασκήνια στη σκηνή, το επισφραγίζουν οι U2 που κόλλησαν μέσα σε ένα γιγαντιαίο λεμόνι πάνω στη σκηνή, αλλά και οι Black Sabbath που είχαν παραγγείλει σκηνικά του Stonehenge, και από λάθος διαστάσεις παρέλαβαν τεράστιες “πέτρες” που δεν χωρούσαν σε κανένα συναυλιακό χώρο. Τέλος, το έκαναν πράξη πολλές εταιρείες, ρίχνοντας στην αγορά ενισχυτές με ηχητική διαβάθμιση ως το έντεκα και ακόμα παραπάνω!

Καλωσήρθατε στον κόσμο του “Spinal Tap”, στον κόσμο αυτών που έγιναν, γίνονται και θα γίνονται μέχρι να σβήσει ο ήλιος!

Πέντε συνεχείς σεζόν σε μια από τις δημοφιλέστερες τηλεοπτικές σειρές της Αμερικής είναι αρκετές για να σου αλλάξουν το όνομα, ίσως και για μια ζωή. Το παρατσούκλι του χαρακτήρα που υποδυόταν ο Rob Reiner στη σειρά “All In The Family”, από το 1971 ως το 1976, έμοιαζε να τον ακολουθεί ακόμα κι όταν εγκατέλειψε το ρόλο για να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία. Ο μελλοντικός χολιγουντιανός σκηνοθέτης με επιτυχίες όπως τα “When Harry Met Sally…”, “The Princess Bride”, “Stand By Me”, “Misery”, “The American President”, είχε πει για εκείνη την ταύτιση με το ρόλο του, πως ακόμα και αν κέρδιζε το βραβείο Νόμπελ, θα έγραφαν πως “ο Meathead κέρδισε το βραβείο Νόμπελ”…

Ο νεόκοπος τότε σκηνοθέτης βρέθηκε να δουλεύει στα τέλη της δεκαετίας του ’70 σε μια τηλεοπτική παραγωγή. Ένα από τα πράγματα που έκαναν ήταν ένα ελαφρύ νυχτερινό rock’ n’ roll show με τον τίτλο “Midnight Special”. Παρουσίαζαν ένα συγκρότημα παρωδία με το όνομα “Spinal Tap”, ως την “πιο δυνατή rock μπάντα όλης της Βρετανίας”. Ο Chris Guest, ο Michael McKean και ο Harry Shearer, έπαιζαν αυτοσχεδιάζοντας σαν χαρακτήρες. Ο McKean και ο Guest είχαν συναντηθεί στο κολλέγιο, στη Νέα Υόρκη, στα τέλη του ’60, και έπαιζαν μαζί μουσική για χρόνια. Ο Harry με τον Reiner είχαν την ιδέα να δημιουργήσουν μια ταινία με τον τίτλο “Roadie”, γυρισμένη στα παρασκήνια. Πριν όμως προλάβουν να προχωρήσουν, προκύπτει το 1980 η ταινία “Roadie”, με πρωταγωνιστή τον Meat Loaf σε ρόλο οδηγού φορτηγού που γίνεται roadie για ένα περιοδεύον rock ‘n’ roll show, και φυσικά το σχέδιο ματαιώνεται.

Στο μεταξύ, ο Chris και ο Michael, μετά από ένα ατύχημα, όταν κάηκαν από λάδι σε ένα εφέ στη σκηνή, έκαναν το βίντεο με αυτά τα δυο παιδιά που συναντιούνται μαστουρωμένοι σε ένα ξενοδοχείο και δεν θυμούνται πραγματικά να είναι μαζί σε γκρουπ. Είναι δυο Βρετανοί μουσικοί και αρχίζουν να μιλάνε αυτοσχεδιάζοντας: ουσιαστικά αυτή είναι η αφετηρία της δημιουργίας των χαρακτήρων που έγιναν οι David St. Hubbins και Nigel Tufnel στην ταινία.

Ο Reiner αποφάσισε να βάλει και τον εαυτό του στην ταινία: υποδύεται τον Marty Di Bergi που ακολουθεί με την κάμερά του το γκρουπ. Είχε μάλιστα αφήσει και μούσι. Εμπνεύστηκε την ιδέα από την αντίστοιχη παρουσία του Scorsese στο “The Last Waltz” του 1976, γεγονός που είχε κάνει τότε αρχικά έξαλλο τον διάσημο σκηνοθέτη. Αργότερα ο Scorsese του εξέφρασε τον θαυμασμό του για την ταινία.

Όλα τα γυρίσματα έλαβαν χώρα στην κομητεία του Los Angeles, και κράτησαν μόλις πέντε εβδομάδες. Όλες οι σκηνές βασίστηκαν στους διαλόγους του αυτοσχεδιασμού των ηθοποιών. Οι Reiner, NcKean, Guest και Shearer έλαβαν τα ίδια δικαιώματα για το σενάριο. Όμως, επειδή όλοι οι ηθοποιοί συνέβαλαν σε αυτό, άσκησαν πίεση στο Writers Guild Of America να τους περιλάβει όλους στα credits, αλλά το αίτημα απορρίφθηκε.

Ο πολύπειρος κινηματογραφιστής Peter Smokler που είχε δουλέψει σε πολλά ντοκιμαντέρ, εργάστηκε μαζί τους και σύμφωνα με τον Reiner, σε αυτόν οφείλεται η ρεαλιστική αισθητική ντοκιμαντέρ που πετυχαίνει η ταινία. Συνολικά, πάνω από 100 ώρες υλικού κινηματογραφήθηκαν, και τελικά ο Reiner κατάφερε να διαμορφώσει το συνολικό φιλμ με μια διάρκεια 82 λεπτών. Το 1998, η Criterion Collection κυκλοφόρησε μια έκδοση με περισσότερο από μια ώρα επιπλέον υλικό, η ειδική έκδοση του dvd περιλαμβάνει επιπλέον 70 λεπτά, ενώ για τους σκληροπυρηνικούς υπάρχει μια bootleg έκδοση με περισσότερες από τέσσερις ώρες ακυκλοφόρητο υλικό.

Ο κινηματογραφιστής Marty DiBergi (ο Rob Reiner δηλαδή), αναλαμβάνει να ακολουθήσει στο δρόμο το συγκρότημα των Spinal Tap, που επιστρέφουν στην Αμερική μετά από απουσία έξι χρόνων. Οι φίλοι David St. Hubbins και Nigel Tufnel, έπαιζαν μαζί από παιδιά , σύμφωνα με το σενάριο, έξω από τους σταθμούς του μετρό του Λονδίνου. Δουλεύοντας με διάφορα γκρουπ, γνώρισαν μια σχετική επιτυχία το 1967, ως Spinal Tap. Τώρα πια, μετά από διαδρομή ετών που σημαδεύτηκε από την κατάρα των αδικοχαμένων ντράμερ, βρισκόμαστε στο 1983, και το συγκρότημα επιστρέφει με νέα δισκογραφική εταιρεία και καινούριο δίσκο, με τον τίτλο “Smell The Glove”.

Με αφετηρία μια sold out εμφάνιση στη Νέα Υόρκη ( σε αίθουσα χωρητικότητας 100 ατόμων), ο θεατής γνωρίζει σταδιακά τα βασικά μέλη μέσα από υποθετικές συνεντεύξεις, πλάνα από τα παρασκήνια αλλά και ζωντανές εμφανίσεις, όπου γνωρίζει και τα κλασικά hits “Big Bottom” και “Hell Hole”.

Το δίπολο ανάμεσα στον τυπικό ξανθό θεό του ροκ, David St. Hubbins (δηλαδή τον McKean) και τον συνοδοιπόρο του μέσα στα χρόνια Nigel Tufner (Chris Guest), ρυθμίζει τη διαδρομή της ταινίας. Η ερωτική επιθυμία του Nigel για τον David που υποβόσκει μόνιμα, δεν γίνεται φυσικά ποτέ αντιληπτή από τον ίδιο. Όταν η κοπέλα του David, Jeanine, πετάει από την Αγγλία, για να τους συνοδέψει στη συνέχεια της περιοδείας, η σύγκρουση σταδιακά κορυφώνεται και η καταστροφή ολοκληρώνεται. Όπως και στην πραγματική ζωή, μια απρόσμενη επιτυχία στην Ιαπωνία δίνει ξανά το φιλί της ζωής στο γκρουπ.

Υπήρξαν πολλοί άνθρωποι που πίστεψαν πως οι Spinal Tap ήταν ένα πραγματικό συγκρότημα, και νόμιζαν ότι ο Reiner ήταν ένας πραγματικός κινηματογραφιστής που έμοιαζε λίγο σαν τον άντρα του “All in The Family”. Ένας από αυτούς ήταν ο Ozzy Osbourne.

Πολλοί μουσικοί αναγνώρισαν σοβαρές ομοιότητες της ζωής και της καριέρας τους μέσα στην ταινία, με τους Robert Plant, Jimmy Page, Eddie Van Halen, Eddie Vedder και Dee Snider να είναι μερικοί από αυτούς. Ο Tom Waits είπε κάποτε ότι όταν παρακολούθησε την ταινία για πρώτη φορά, έκλαψε λόγω του ρεαλισμού της. Ο Edge μοιράστηκε ένα παρόμοιο συναίσθημα το 2005, όταν οι U2 εντάχθηκαν στο The Rock and Roll Hall of Fame: “Είναι τόσο δύσκολο να διατηρήσεις τα πράγματα φρέσκα και να μην γίνεις παρωδία του εαυτού σου”, είπε ο διάσημος κιθαρίστας στο πλήθος των θεατών. “Και αν έχετε δει ποτέ αυτήν την ταινία, το “Spinal Tap”, θα ξέρετε πόσο εύκολο είναι να αγγίξουμε την παρωδία με αυτό που κάνουμε όλοι. Την πρώτη φορά που το είδα, δεν γέλασα. Έκλαψα. Έκλαψα γιατί αναγνώρισα τόσες πολλές από αυτές τις σκηνές. “

Η διαχρονική δύναμη που ανέδειξε η επιτυχία και αναγνώριση της ταινίας ως τις μέρες μας, οφείλεται ακριβώς σε αυτή την τρυφερή και ειλικρινή προσέγγιση των ανθρώπων της μουσικής βιομηχανίας. Μέσα από τις συμβάσεις, τους κανόνες, τους παραμορφωτικούς καθρέφτες μιας τρελής ζωής, υπάρχουν οι άνθρωποι που προσπαθούν παράξενα να ισορροπήσουν ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που πρέπει να είναι. Και με τον φακό αυτής της προσέγγισης είναι πραγματική εκπληκτική ακόμα και σήμερα η πληρότητα αυτής της ταινίας απέναντι στα κλισέ της μουσικής βιομηχανίας.

Κάποτε είχαν πει στον Reiner πως είναι εντελώς τρελό να γυρίσεις μια ταινία για ένα συγκρότημα που δεν έχει ακούσει κανείς. Δεν υπάρχει καλύτερη εκδίκηση από το να έχεις καταφέρει με αυτό να εξασφαλίσεις τελικά μια κανονική μουσική καριέρα στους McKean, Guest και Shearer. Στις τρεις δεκαετίες από το ντεμπούτο της ταινίας, το τρίο κυκλοφόρησε άλμπουμ, έκανε πολλές συνεντεύξεις με τους χαρακτήρες αυτούς και έπαιξε σε συναυλίες, μέχρι το Wembley, to Royal Albert Hall και το Carnegie Hall…
Όσο απίστευτο και παράξενο και αν φαίνεται, η ταινία κατάφερε να κάνει τον μύθο πραγματικότητα.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 431 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…