ΤΑ ΙΧΝΗ

EDITORIAL

Αν αναρωτηθεί κανείς κυνικά για το αποτέλεσμα της χρήσης της τεχνολογίας σήμερα, μπορεί εύκολα να καταλήξει στη διαπίστωση πως ο άνθρωπος έχει αυξήσει τα ίχνη του με κάθε τρόπο κατά εντυπωσιακό αριθμό. Πάνω στη διπλή της όψη, οι βασικές κατευθυντήριες οδοί που έχουν χαραχθεί από τον μοντέρνο τρόπο ζωής, το μάρκετινγκ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δημιουργούν ένα λεπτομερές παζλ για τον καθένα μας. Είναι όμως μόνο ίχνη. Η μετάφρασή τους επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες. Η τεράστια οικουμενική θεατρική σκηνή που μας δίνει τη φτηνή πολυτέλεια να εκτεθούνε δημόσια, μπορεί να μας δείξει βασιλιάδες από τη μέση και πάνω, τη στιγμή που φοράμε τρύπια παπούτσια, μακριά από τη λήψη του φακού του κινητού μας.

Είναι μεγάλη η απόσταση από τα αγάλματα που αναπαριστούν σημαντικές μορφές των πολύ περασμένων αιώνων, και των ιχνογραφημένων πορτρέτων των Ινδιάνων αρχηγών στα οποία οι καλλιτέχνες της εποχής επιχείρησαν να απαθανατίσουν ηγετικές μορφές, με τις εκατοντάδες φωτογραφίες στα προφίλ εκατομμυρίων καθημερινών ανθρώπων που θα περάσουν από τη γη αυτή διεκδικώντας την περιορισμένη και ασήμαντη δημοσιότητα με κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Η αλήθεια, συγκριτικά με τα πολυάριθμα ίχνη που απλόχερα προσφέρονται, είναι συχνά αδυσώπητα διαφορετική και χλευάζει προκλητικά την φαυλότητα του μέσου αυτού.

Φτάνει μια τραγωδία, ένα αποτρόπαιο έγκλημα που θα γλιστρήσει ασταμάτητο και θα εξαντληθεί μέχρι ακτινογραφίας από ολόκληρο το σύστημα για να ξεβρακώσει τη φτήνια και την απάτη του ίχνους. Υπάρχουν και τα άλλα ίχνη, αυτά που ξεκλειδώνουν την παραμικρή δράση του ανθρώπινου οργανισμού, ίχνη που καταγράφονται από συσκευές, ρολόγια, τηλέφωνα, κάμερες. Ένα ανατριχιαστικά εξαντλητικό σύστημα απογύμνωσης και παρακολούθησης που καθιστά σχεδόν αδύνατη και την παραμικρή υποψία ελευθερίας, τουλάχιστον με τη μορφή που αντιλαμβάνονταν κάποιοι σε περασμένες δεκαετίες, με την απλή τους απομόνωση σε ελάχιστα κατοικημένες περιοχές. Και εδώ η διπλή όψη είναι ένα βάσανο, μια σπαζοκεφαλιά, ιδιαίτερα για τους νομοθέτες του άμεσου μέλλοντος. Από τη μια η δυστοπική αίσθηση μιας συνεχούς ολοκληρωτικής παρακολούθησης και από την άλλη τα ευεργετήματα της τεχνολογίας απέναντι σε κάθε παραβατική συμπεριφορά. Είναι πια ένας αληθινός πονοκέφαλος για τους σεναριογράφους αστυνομικών σειρών και ταινιών να παραβγούν και να εκμεταλλευτούν ευεργετικά και αυτοί όλα τα τερτίπια, τα νέα όρια, τις αμέτρητες πιθανότητες και ανατροπές που προσφέρουν αυτά τα ίχνη. Ο Πουαρό και ο Χόλμς αρχίζουν να φαντάζουν επικίνδυνα σαν γραμμόφωνα και κασετόφωνα, με εκείνες τις πρωτόγονες πια σπαζοκεφαλιές.

Και πίσω από τα ίχνη, μακριά σχεδόν όσο και η αλήθεια από τη φαινομενική πραγματικότητα ενός προφίλ, κρύβονται τα συναισθήματα. Συνεχίζουν να κρύβονται όλο και περισσότερο, συνεχίζουν να γίνονται μη χρηστικά, όχι και τόσο απαραίτητα και πρωταγωνιστικά από ανθρώπους που τρέχουν μουδιασμένοι πίσω από σύγχρονες φόρμουλες να ενταχθούν στην καθημερινή επιδερμική ανάλυση και να αφήσουν και άλλα ίχνη, ίχνη, ίχνη.

Μετά από πολλά χρόνια, ένα κορίτσι θα “γκουγκλάρει” το όνομα της χαμένης του μητέρας και θα βρεθεί μπροστά σε σωρούς αποτελεσμάτων με κάθε δυνατή μορφή. Μια χιονοστιβάδα που σφυρηλατήθηκε από εκατομμύρια άγνωστους σε αυτή δημοσιογράφους, αναλυτές, ψυχολόγους, βαθμοφόρους της αστυνομίας, αλλά και απλούς χρήστες των μέσων που απλά κοινοποίησαν την “κωλοτρυπίδα” τους θα σκεπάσει την απλή πρόθεση να ρίξει λίγο φως στο παρελθόν της. Το κορίτσι θα συνεχίσει το δρόμο του με έναν τεράστιο σάκο γεμάτο ίχνη. Και αν ποντάρει στον ουμανισμό της παγκόσμιας κοινωνίας δύσκολα θα αποφύγει τον λαβύρινθο. Είναι σχεδόν απίθανο να έχει αναβαθμιστεί η δομή της παιδείας για να προσαρμοστεί τόσο το σχολείο όσο και πολλές επιστήμες στις νέες απαιτήσεις, ιδιαίτερα όταν οι άρχοντες του κόσμου δεν θεωρούν αναγκαίο το αυτονόητο. Οι νομοθέτες θα συνεχίζουν να προσπαθούν να τιθασεύσουν αυτό το κτήνος, επιχειρώντας (αν σκεφτεί κανείς με το γνώμονα της λογικής πάντα) να ισορροπήσουν ανάμεσα στη δύσκολη διατήρηση των προσωπικών δεδομένων και τη χρήση της πρόσβασης από παντού σε αυτά για την καταπολέμηση της παρανομίας, έναν γρίφο δύσκολο να νικηθεί ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις.

Η εκκολαπτόμενη κοπέλα μάλλον θα πρέπει να ξεφορτωθεί για πάντα τις ατέλειωτες δίπλες με τα ίχνη, τον κόσμο του ατομικού θεάτρου, να σκάψει κάτω από τη ζωή των προφάσεων, να βρεθεί κοντά στην αυθεντία των αισθήσεων, να γνωρίσει το “γραμμόφωνο”…

Οφείλει να μάθει να ζει από την αρχή την πραγματικότητα. Να σβήσει για πάντα τα ίχνη και να μάθει να μεγαλώνει με τα δικά της πραγματικά σημάδια. Όπως όλοι μας.

About Γιώργος Γεωργίου 507 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…