SWEET OBLIVION: “Relentless”

ALBUM

Είδος: Melodic progressive metal
Εταιρεία: Frontiers Music
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 9 Απριλίου 2021

Ακόμα και ο τελευταίος εσώκλειστος νοσταλγός του πλανήτη γνωρίζει πια πως στα εξωτερικά ιατρεία της Frontiers χορηγείται μουσική μεθαδόνη. Τα εργαστήρια της ιταλικής εταιρείας παρασκευάζουν ποικιλίες για αντιμετώπιση διαφορετικών περιπτώσεων στερητικών.

Υπάρχουν τρεις συγκεκριμένοι παρασκευαστές με αξιοθαύμαστες χαμαιλεοντικές ικανότητες που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα παθήσεων των ακροατών, οι Simone Mularoni, Alessandro Del Vecchio και Aldo Lonobile. Ουσιαστικά το όνομα “Sweet Oblivion” αποτελεί την ταμπέλα για ένα μουσικό εργαστήρι που παράγει παυσίπονα νοσταλγίας φιλοξενώντας τη φωνή του αυθεντικού τραγουδιστή της σύνθεσης των Queensryche που μεσουράνησε, “δόκτωρα Τζέκιλ και κύριο Χάιντ”, Geoff Tate. Ο Mularoni “(συν)εργάστηκε” στο πρώτο υποκατάστατο που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2019, εισάγοντας τους ακροατές σε έναν προφανή θάλαμο νοσταλγίας. Ουσιαστικά, έγραψε υλικό προσαρμοσμένο σε αντηχήσεις του υλικού των Queensryche, ακολουθώντας βέβαια βήματα που, πέρα από την καλή πρόθεση, τυλίχτηκαν μέχρι εξάντλησης σε μια μάλλον παρωχημένη tribute αισθητική.

Στη δεύτερη δόση που μας έρχεται τώρα, ο πρωτεργάτης έχει αλλάξει, και ο Aldo Lonobile αναλαμβάνει να αλιεύσει από τους πανούργους ορμίσκους της νοσταλγίας την κατάλληλη ψαριά. Ο Tate εμφανίζεται, πάντα σύμφωνα με τις πληροφορίες και τους ισχυρισμούς της εταιρείας, περισσότερο ενεργός εδώ στη σύνθεση. Και πρέπει να υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτό που μάλλον φαίνεται αισθητά στις φωνητικές μελωδίες των τραγουδιών, καθώς παραμονεύει σε αυτές συχνά ο παλιός γνώριμος Tate, τουλάχιστον σαν συνολική εντύπωση.

Το άλμπουμ περιέχει δέκα τραγούδια που συνοπτικά θα μπορούσαν να περιγραφούν σαν ευρήματα ενός κυνηγού συνθέσεων που είχε χάρτη του κυρίως το “Empire”. Ίσως η σεβαστή του διαφορά είναι πως οι συνθέσεις είναι εμπλουτισμένες και με keyboards, προσθέτοντας διάφορα χρώματα στην δομή τους. Έτσι, το μελωδικό heavy rock του διανθίζεται με στολίδια οικονομικού progressive metal, έχοντας πάντα σαν βάση του τις φωνητικές γραμμές του Tate. Πάνω σε αυτές τις κατασκευαστικές οδηγίες, είναι ταυτόχρονα αισθητή η συγκέντρωση πιο ισχυρών αλλά και ευκολομνημόνευτων τραγουδιών στο πρώτο μισό του άλμπουμ. Αν για κάποιο λόγο επανάληψης επέστρεφα στο άλμπουμ, θα προτιμούσα πολύ εύκολα τα “Once Again One Sin”, “Wake Up Call”, και σίγουρα το “Let It Be”, με πρώτη αλλαγή το “Another Change”. Οδηγώντας προς το τέλος, ακόμα και αυτά τα κεκτημένα ξεθωριάζουν, ενώ η ιδέα των ιταλικών στίχων στο “Aria” μοιάζει τουλάχιστον γραφική. Η απόπειρα της μπαλάντας στο “I ‘ll Be The One” χωλαίνει ακόμα και με την υποστήριξη της φωνής του και την προσπερνά εύκολα κανείς.

Επειδή όμως οι συμβάσεις και οι προθέσεις πληθαίνουν, παραβλέποντας τις προσωπικές αναστολές και μιλώντας συγκριτικά, το “Relentless” είναι συνθετικά πιο ελκυστικό από το ομότιτλο ντεμπούτο και ο Tate είναι ακόμα καλύτερος εδώ. Για κάποιον που θέλει να αναπολήσει όμορφα, είναι μια πρόταση με καλογραμμένο υλικό, ισορροπημένη παραγωγή και καλοστημένες μελωδίες. Βέβαια, ακριβώς μια σκέψη παρακάτω, αναρωτιέσαι αν όλα αυτά είναι αρκετά για ένα μουσικό τοτέμ σαν τον Tate.

Δεν μπορώ να γνωρίζω ποιος εφηύρε το όνομα “Sweet Oblivion” και αν είχε μια έντονη αίσθηση πικρού χιούμορ. Παράξενο στ’ αλήθεια, πόσο εύκολα και αυτή τη φορά τα δέκα τραγούδια τους βυθίζονται γρήγορα σε μια γλυκιά λήθη.

Facebook: https://www.facebook.com/SweetOblivionGeoffTate

About Γιώργος Γεωργίου 497 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…