PSYCHOTIC WALTZ: “The God Shaped Void”

California dreaming για σχεδόν 24 χρόνια, με την απόλυτη ονείρωξη να εστιάζει στην κοιλάδα του πληθυσμιακού μωσαϊκού El Cajon του San Diego, της πατρίδας ενός ξεχωριστού και παράξενου κουιντέτου.

Η πραγμάτωση τελικά του ονείρου δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη συνωμοσία του ανόητου σύμπαντος του Κοέλιο, αλλά με την αβίαστη διαδρομή του ιδιαίτερου κύκλου των πέντε αυτών ανθρώπων.

Ο αστικός μύθος λέει πως ένα βιβλίο του C.S. Lewis τους πρωτοβάφτισε “Aslan”, όμως γρήγορα έμαθαν να περνούν σε ιδέες που δεν έχουν άλλοι, κι έγιναν οι Psychotic Waltz. Αν η εύνοια της συγκυρίας μπορεί να δυναμώσει την αξία της ιστορίας, αυτοί την είχαν ολόκληρη: η ασύγκριτη χημεία τους λειτούργησε άμεσα.

Και αν ο μαγικός ζωμός της εφηβείας τους είχε μέσα συμπυκνωμένα μαντζούνια από τους Black Sabbath, τον Frank Zappa, τον Jimi Hedrix, τους Jethro Tull κι άλλους κλασικούς σημαιοφόρους, οι ίδιοι είχαν αυτόφωτοι τα ανάλογα, ισχυρά φίλτρα να χαράξουν την ξεχωριστή διαδρομή τους. Ένα συγκλονιστικό ντεμπούτο αλλάζει τον χάρτη του progressive metal, καθώς οι Psychotic Waltz ορθώνονται για πρώτη φορά ήδη σαν φτασμένο, τρομακτικό μέγεθος, οι σαμάνοι που θα μεταφέρουν την αρχέγονη σφραγίδα του κλασικού rock και του hard, σε ένα σύγχρονο ιδίωμα που αρχίζει τότε να διευρύνεται. Αρπάζω την ευκαιρία να πω ένα ετεροχρονισμένο «ευχαριστώ» στον άνθρωπο που μου τους γνώρισε τότε, με μια κασέτα (ξέρει αυτός). Σε μια εποχή που τα συγκινησιακά φορτία μας ήταν πλήρη και οι ζωές μας σε διαρκή εξέλιξη, οι Waltz φρόντισαν να μας αναγκάσουν να μάθουμε την Rising Sun Records, και να αφήσουν τέσσερα διαφορετικά, μοναδικά ίχνη στον δικό τους μυστηριώδη, υπαρξιακό, συμπαντικό ορίζοντα.

Ακολουθώντας την ελευθερία των φωνών τους, δεν επαναλήφθηκαν, όχι λόγω σχεδίου, αλλά γιατί τα δικά τους μακρινά αστέρια τους οδηγούσαν πάντα κάπου αλλού. Ασυμβίβαστοι σε σχέση με τους κανόνες της μουσικής βιομηχανίας και τις τακτικές της επιτυχίας, οδηγήθηκαν αθόρυβα στην αποχώρηση, όταν οι οικογένειες και πιο πρακτικές δουλειές έγιναν οι προτεραιότητές τους. Ο επόμενος κύκλος κάποτε έγινε πλήρης, ο χρόνος έφτασε στην ένδειξη της συνύπαρξης ξανά και στο βήμα των ζωντανών εμφανίσεων. Αυτές πότισαν τόσα χρόνια την προσδοκία νέας μουσικής και σήμερα ζούμε πια μέσα στο κέλυφος του “The God Shaped Void”.

24 χρόνια California dreaming, λοιπόν. Πως ξυπνάς μετά από αυτό;

Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι το ίδιο. Ο πάλαι ποτέ αυλητής Πάνας του progressive metal, ενσαρκώνοντας εδώ και πολλά χρόνια την περσόνα του Devon Graves, ζει πια μόνιμα στην Αυστρία, και οι συντεταγμένες του έχτισαν αυτό το δίπολο Βιέννης/Σαν Ντιέγκο που καθόρισε τον τρόπο δουλειάς και τον χρόνο εξέλιξης του άλμπουμ. Κανείς τους δεν έχει να αποδείξει κάτι, ο Dan, ο Brian, Ο Ward και ο Norman, είναι πια οι σημερινοί εαυτοί τους, που τελικά μουσικά ακούγεται σαν μια ανεξήγητη διαδικασία να τους ενεργοποιεί ξανά ακριβώς από τη στιγμή που σταμάτησαν στο μακρινό παρελθόν.

Το βαρυσήμαντο διαβατήριο στον μικρόκοσμο του 5ου κεφαλαίου είναι το έργο του Travis Smith, μια κάρτα των σωστών υπαινιγμών για όλα αυτά που παραμονεύουν. Στενός πια συνεργάτης του Devon, αποτέλεσε φυσική επιλογή μετά τον πρόωρο και άδικο χαμό του Mike Clift που ίσως να ζύγιζε διαφορετικά στις συναισθηματικές καταθέσεις του Buddy, και σίγουρα σε αυτές του Dan. 24 χρόνια στουντιακών εξελίξεων μπορούν πια να εγγυηθούν μια πιο ακριβοδίκαια ηχητική ισορροπία και ταυτόχρονα να σεβαστούν τη μοναδικότητά τους, όλα υπό την αυστηρή καθοδήγηση του Jens Bogren. Όσο ουτοπικός μοιάζει ο στόχος να ικανοποιηθούν όλοι όσοι το περίμεναν, άλλο τόσο εφαρμοστές ακούγονται οι ρυθμίσεις του για τους Psychotic Waltz του σήμερα.

Η διαφορά της έκθεσης δυο αυτόνομων τραγουδιών που προηγήθηκε, του εναρκτήριου “Devils And Angels” και του “All The Bad Men”, συνειδητοποιείται με ακρίβεια μόλις ολοκληρωθεί το άλμπουμ. Οι ρόλοι και οι δυναμικές τους αναδύονται απόλυτα μέσα στην αρχέγονη ικανότητα του γκρουπ να δημιουργεί συνολικά έργα στα οποία η διαδρομή έχει αξία και σημασία.

Ένας κόσμος παράλογος, σκληρός, άδικος, με άφθονους σπόρους εκμετάλλευσης συνεχίζει να γεμίζει τους ασκούς της έκφρασής τους. Η πολιτική, η θρησκεία, η κοινωνία συνεχίζουν να ενοχλούν τους αισθητήρες τους. Αυτοί, περισσότερο ευθυτενείς και άμεσοι από ποτέ, οικοδομούν ένα άλμπουμ με παχύ σκοτάδι αλλά και εντυπωσιακές εκρήξεις συναίσθησης. Οι Dan Rock και Brian McAlpin παραμένουν μοναδικοί στην σύντηξή τους, είτε διπλώνοντας τα θέματά τους σαν ξίφη στον νυχτερινό ουρανό, ή χτίζοντας με πέτρινα ριφ τους πυλώνες των τραγουδιών. Οι Evans και Leggio έχουν στο μεταξύ φροντίσει να απλώσουν το αλάνθαστο πλέγμα τους και να εξασφαλίσουν μια υπέροχη ροή.

Στο μικρόφωνο του “The God Shaped Void”, ο Buddy και ο Devon περισσότερο συμμαχούν, παρά μονομαχούν. Ο χρόνος με όλα αυτά που πρόσθεσε και αφαίρεσε από το μυαλό και το λαρύγγι του, μπορεί να τους χωρέσει και τους δυο. Η πικρή του ειρωνεία, η αφηγηματική του εσχατολογία, η ικανότητα να διαχειρίζεται τα χρώματα ενός τραγουδιού από διαφορετικά υψόμετρα, η ανατριχίλα, είναι ξανά όλα εκεί. Από τη στιγμή που θα ανοίξει σαν μαύρο λουλούδι τις αποχρώσεις του στο “Stranded”, κανείς δεν θα κοιτάξει πίσω.

Με μια διαδοχική παράσταση εντυπώσεων και διαθέσεων, οι Waltz του σήμερα καταλήγουν σε μια ουσιώδη και εύστοχη μετεξέλιξη της πορείας τους. Ακόμα εξωτικοί και ψυχεδελικοί σαν παραπεταμένα, μυστηριώδη πλάσματα του σύμπαντος, θα συγκινήσουν άμεσα με το κλιμακωτό δράμα του “The Fallen”, θα γλιστρήσουν επίμονα και περιγραφικά στο “While The Spiders Spin”, θα πέσουν σαν ασήμαντος αστεροειδής στο πικρό κενό του “Demystified”. Στο πληθωρικό “Sisters Of The Dawn” θα σε φυλακίσουν με την εξέλιξη και θα σε κλειδώσουν με δυνατές μελωδίες (λεπτομέρεια πως η πρώτη από τις βασικές στη φωνή μεταφέρει μια αντήχηση του “I Just Want You” του Ozzy), και στο “In The Silence” θα σε παρατήσουν τρυφερά στην απόλυτη ερημιά μιας άγνωστης αναμονής.

Και αν οι τίτλοι και οι προτιμήσεις αλλάζουν συχνά, μέχρι ο δύστροπος ήλιος στο εξώφυλλο του “A Social Grace” να συμπληρώσει έναν πλήρη κύκλο του, είναι γιατί οι Καλιφορνέζοι συνέχισαν με μια σχεδόν μεταφυσική ευκολία να μεταφέρουν το δέος του κλασικού.

Ένα σπάνιο, αυτόφωτο μανιτάρι σε μια ταπεινή, απογυμνωμένη γη…

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 394 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…