Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΟΥ

EDITORIAL

Ανοίγοντας την πόρτα στον 10ο μήνα της χρονιάς αυτής, έκανα ένα μικρό πείραμα να αναζητήσω τις πιο εντυπωσιακές εικόνες γεγονότων που γνώρισαν μια οικουμενική απήχηση. Από το “Μαύρο Καλοκαίρι” και τις πύρινες εικόνες της Νέας Νότιας Ουαλίας στην Αυστραλία, στις πλημμυρισμένες εκτάσεις της Ινδονησίας, και από τη λάβα του Taal στις Φιλιππίνες, στο στοιχειωμένο, κόκκινο San Francisco, από τα εκατομμύρια ακρίδες της Ινδίας στις άδειες πλατείες του κόσμου, το κοινό χαρακτηριστικό ήταν η απουσία του ανθρώπινου στοιχείου.

Είναι μια εύκολη και άμεση διαπίστωση πως το δίσεκτο 2020 συγκεντρώνει όλα τα θέλγητρα να μαγέψει κάθε εσχατολόγο του πλανήτη. Η έμφυτη ροπή του ανθρώπου να βρίσκει μια αλλόκοτη ηδονή σε κάθε απροσδιόριστο φόβο, αυτή που τον κάνει να μεγαλώνει παίζοντας σε έρημα σπίτια γεμάτα υποθετικά φαντάσματα, συνεχίζει να σμιλεύει στη διάρκεια των αιώνων την απειλή του επικείμενου τέλους. Όλη αυτή η ουσιαστικά φυσική αδυναμία της ύπαρξής μας ενισχύθηκε διαχρονικά από παράγοντες όπως οι διάφορες θρησκείες και τα παράγωγά τους. Πέρα όμως από τις κάθε λογής προφητείες, ένας ψύχραιμος παρατηρητής που διατηρεί ακόμα την ευελιξία να μην φιλτράρει την κρίση του με δοξασίες, βλέπει πως ο άνθρωπος έχασε έδαφος, υποχώρησε. Με την κορυφή της πανδημίας να υψώνεται πάνω και από τις συνέπειες των κλιματικών αλλαγών, ο άνθρωπος μέσα σε πολύ λίγο χρόνο έχασε πάρα πολλά αυτονόητα και καθημερινά “προνόμια”.

Η τεχνοκρατική του υποδομή, η οργάνωσή του, η ικανότητα να οχυρώνεται απέναντι στο απροσδόκητο δέχτηκε ήδη απανωτά χαστούκια, και κάθε πρόβλεψη ή χρονοδιάγραμμα αρχίζουν να φαίνονται παρωχημένα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει αναδειχθεί σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη είναι η απόσταση από τον ορισμό του λογικού όντος. Εκατοντάδες χρόνια κατακτήσεων και επιτευγμάτων μοιάζουν πραγματικά να ωχριούν μπροστά στο αυθύπαρκτο ταλέντο του ανθρώπου να παραλογίζεται. Επιρρεπής σε κάθε είδους παγίδες που βάζει ο ίδιος στον εαυτό του, καταφέρνει να κατακερματίζει τις κατά τόπους κοινωνίες του, βασισμένος στις πιο ανόητες και ανυπόληπτες αρχές.

Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος παραμένει μια ρηχή, πρόχειρη, ασεβής παρουσία στον πλανήτη που σκεπάζει τη μετριότητά του σε μια καταιγίδα από αξεσουάρ και τρικ. Είναι χαρακτηριστικό πως τα κινητά και τα παιχνίδια μπορούν να ενώσουν τυφλούς οπαδούς συγκρουόμενων θρησκειών ή γενικότερα φιλοσοφικών απόψεων, αλλά σημαντικές αρχές όπως η ισότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα ή η ειρήνη τσαλακώνονται παντού καθημερινά και συχνά με αληθινά βάρβαρο τρόπο.

Με παρόμοιο τρόπο απομυθοποιείται καθημερινά και η δύναμη της τέχνης στη σύγχρονη κοινωνία. Είναι βέβαια πανάρχαιο πρόβλημά της πως πρέπει να σταθεί απέναντι από στρατιές κυνικών που αν δεν την θεωρούν εντελώς χάσιμο χρόνου, την θέλουν κι αυτή στα μέτρα ενός βολικού αξεσουάρ ή τρικ. Ο άνθρωπος μπορεί καθημερινά να στεγνώνει την αξία των συναισθημάτων με την ίδια άνεση που βιάζει την ισορροπία της φύσης. Από εκείνες τις μακρινές μέρες που ο Dylan τραγούδησε το “Blowin’ in the Wind”, ή οι Creedence Clearwater Revival το “Fortunate Son”, χιλιάδες τόνοι βινυλίου, αμέτρητα χιλιόμετρα μαγνητικής ταινίας, και ανυπολόγιστα gigabytes τραγούδησαν, απαίτησαν, πολέμησαν συνθετικά για την ειρήνη. Θα ήταν αφελές να πιστέψει κανείς πως θα μπορούσαν να νικήσουν τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης.

Σήμερα, είναι ίσως πιο εύλογο από ποτέ να αναρωτηθεί κανείς αν πρέπει να αναλογιστεί ο άνθρωπος πόσο υπεύθυνος είναι που βλέπει τους μεγαλύτερους φόβους του να ρίχνουν μια σοβαρή σκιά στην καθημερινότητά του. Όμως η αυτογνωσία είναι δύσκολη και ακόμα πιο δύσκολη είναι η απόφαση να αποπειραθείς να αναλογιστείς. Όσο εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο θεωρούν με αφέλεια πως αυτόματα ενσαρκώνουν μυθικούς έρωτες των έργων τέχνης για να βρεθούν σύντομα με διαλυμένο σπίτι, τόσο ασεβείς ανθρωπόμορφοι θα κλείνουν τα μάτια στην καταστροφή αμέτρητων μικρών πολύτιμων φυσικών ισορροπιών, που τελικά θα μας τιμωρήσουν χωρίς να υπάρχει ίχνος μεταφυσικού μυστηρίου σε αυτό. Νιώθω μεγάλη ικανοποίηση ανακαλύπτοντας φωνές λογικής και επιβίωσης σε ανθρώπους που θαυμάζω καλλιτεχνικά, όσο και αν θα έπρεπε οι θέσεις αυτές να θεωρούνται πια αυτονόητες. Είναι τελικά παράδοξο να αποδέχονται θεωρητικά ρομαντικοί και ονειροπαρμένοι σαν τους καλλιτέχνες, τέτοιες ορθολογιστικές και ρεαλιστικές θεωρίες, και οι αθεράπευτα κυνικοί να συνεχίζουν να καθοδηγούνται από δαιμονολατρίες και κομπογιαννίτικες θεωρίες.

Ψάχνοντας την πρόσφατη μουσική που με κράτησε με περισσότερη δύναμη, διακρίνω δημιουργούς και ερμηνευτές που ταλανίζονται από τους δικούς τους δαίμονες, και επιχειρούν να θεραπευτούν, να απελευθερωθούν. Κοντά τους, η ταύτιση τόσο συχνά του ακροατή που συνεχίζει να διατηρεί τους αισθητήρες του ζωντανούς, υποθέτω πως δίνει μάλλον με μια έντονη σκιαγράφηση για τη λειτουργία της μουσικής σήμερα. Μάλλον η παραδοχή της ήττας σε οικουμενικά θέματα, όσο αναμενόμενη και αν είναι, μεταφέρει το μέτωπο στην ίαση των εσωτερικών πληγών.

Σε μια χρονιά που οι σελίδες της ακουμπούν συχνά το λεύκωμα της φαντασίας, κάποιοι προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους και να τραβήξουν ξανά μπροστά, σα να επιχειρούν να κερδίσουν την αυτάρκεια που θα σπρώξει ξανά τον άνθρωπο μέσα στις σημαίνουσες εικόνες. Έτσι θέλω να πιστεύω τουλάχιστον.

Για τους σωστούς λόγους αυτή τη φορά…

About Γιώργος Γεωργίου 443 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…