Ο FRANK ΑΠΟ ΤΟ MICHIGAN ΜΠΟΡΕΙ

EDITORIAL

Οι περισσότεροι από μας, έχοντας ακόμα και επιδερμική σχέση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρατήρησαν πριν λίγο καιρό την επίμονη διασπορά του banner “Support Art Workers”, σαν μια πρώτη αντίδραση σύσσωμου του καλλιτεχνικού κόσμου απέναντι στη δύσκολη κατάσταση που διαμόρφωσε η πανδημία, αλλά και την αδράνεια της πολιτείας.

Ακολούθησαν μαζικές κινητοποιήσεις σε ολόκληρη τη χώρα από καλλιτέχνες κάθε χώρου με ιδιαίτερη παραστατικότητα, και παράλληλα αρκετοί επώνυμοι που έχουν το όπλο της μαζικής αναγνώρισης, τοποθετήθηκαν δημόσια για το σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης.

Έξω από το υπουργείο Πολιτισμού, και στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, στην πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη, και σε εμβληματικά μέρη πολλών άλλων πόλεων στήθηκαν δρώμενα διαμαρτυρίας, απέναντι σε μια πολιτεία που ανεξάρτητα από την κομματική της απόχρωση, φανερώνει για μια φορά ακόμα πως θεωρεί τον ευρύτερο χώρο του πολιτισμού μια περιθωριακή πολυτέλεια ή μια γραφική φέτα ανθρώπων που τελικά έρχεται τελευταία και καταϊδρωμένη στη λίστα πρόνοιας. Έτσι μετά τη δημοσιότητα που πήραν οι κινητοποιήσεις, το υπουργείο Πολιτισμού έτρεξε με τη γνωστή βιασύνη και προχειρότητα να εξαγγείλει μέτρα και να ανοίξει επιτέλους την πλατφόρμα εγγραφής στο μητρώο καλλιτεχνών.

Όλα τα παραπάνω βέβαια δεν αποτελούν κάποια μοναδική αποκάλυψη, καθώς είναι ουσιαστικά η πραγματική εκτίμηση της κάθε εξουσίας απέναντι στην τέχνη και την αξία που αυτή θεωρεί πως έχει. Πέρα από μεμονωμένες προνομιακές μεταχειρίσεις που έχουν να κάνουν με προώθηση συμφερόντων ή εκδηλώσεις και δράσεις των πολιτικών μηχανισμών, υπάρχει ένας σιωπηλός χλευασμός που εξηγεί και τον συγκεκριμένο εμπαιγμό.

Αν βέβαια θελήσουμε να μικρύνουμε κι άλλο την κλίμακα και να επικεντρωθούμε στο χώρο της μουσικής μας, έχει γίνει πια κουραστική η αναφορά στη διαφορά νοοτροπίας κυρίως των χωρών της βόρειας Ευρώπης και της δικής μας, ειδικά απέναντι στους νεαρούς καλλιτέχνες που κάποια στιγμή διεκδικούν την απόφαση να βιοποριστούν μέσω της μουσικής. Και αν είναι φυσιολογικό και χρήσιμο αυτό το μόνιμο “ανάθεμα” απέναντι στην αδιαφορία της πολιτείας, πού ακριβώς στεκόμαστε εμείς σαν κοινό;

Βιώνοντας καθημερινά τις περίεργες νέες ισορροπίες μιας άγνωστης κατάστασης που έφερε ο προσωρινός θάνατος των συναυλιών, παρακολουθώ τον εαυτό μου να προσπαθεί να κυνηγήσει την εξέλιξη σε πράγματα που πιθανά κάποτε ήταν παγιωμένα στη σκέψη μας. Έχοντας ένα πλήθος διαφορετικών αντιδράσεων από αποκλειστικά Έλληνες ακροατές, φίλους της μουσικής, ένα βασικό ερώτημα σχηματίζεται και ζητά επίμονα απάντηση: θεωρούμε πραγματικά τον μουσικό επαγγελματία, έναν άνθρωπο που βιοπορίζεται από αυτό που κάνει;

Πρώτα από όλα οφείλουμε να ανοίξουμε τη σκέψη μας πέρα από τα δεδομένα της χώρας μας όπου δυστυχώς η σκληρή πραγματικότητα, που σκληραίνει ακόμα περισσότερο για τον ήχο αυτό, μας λέει αδιαπραγμάτευτα πως για την συντριπτική πλειοψηφία, η μουσική μπορεί να είναι μια δεύτερη μερική απασχόληση, ένα χόμπι, κάτι ανάμεσα στα δυο, σίγουρα όμως όχι ένα μέσο βιοπορισμού. Το ίδιο συμβαίνει σε μικρότερη ίσως κλίμακα σε πολλές χώρες του πλανήτη, ιδιαίτερα με τη μορφή και τη λειτουργία της μουσικής βιομηχανίας τα τελευταία χρόνια. Εδώ ακριβώς υπάρχει ένα παράδοξο για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί λόγω του Covid-19: είναι συχνά πολύ πιθανό, τα απολύτως επαγγελματικά γκρουπ να έχουν σοβαρότερο πρόβλημα επιβίωσης από όσους διατηρούν πρωινές δουλειές και ασχολούνται με τη μουσική κλέβοντας χρόνο, και παίρνοντας άδειες για μικρές περιοδείες. Σε όλους αυτούς δεν έχει μείνει καμιά επιλογή από την απόπειρα να γίνουν εφευρετικοί και να ανακαλύψουν τρόπους να επιπλεύσουν για άγνωστο χρονικό διάστημα. Και πέρα από την προφανή μεγάλη οικονομική ζημιά, υπάρχει και η ανασφάλεια της απουσίας της επικοινωνίας με το αντίστοιχο κοινό, ειδικά όταν έχεις στα χέρια σου την πρόσφατη δουλειά σου και δεν μπορείς πια να τη μεταφέρεις ζωντανά στη σκηνή, ιχνηλατώντας τις αντιδράσεις του κόσμου, ακόμα και μιλώντας μαζί τους μετά τη συναυλία.

Μεγάλο θέμα έχει προκύψει με την απόφαση κάποιων γκρουπ να καθιερώσουν μεταδόσεις ζωντανών εμφανίσεων, τα περιβόητα livestreams, έναντι αμοιβής. Ας ξεκαθαρίσουμε αρχικά πως κάθε ανάλογη απόφαση και πρόταση ενός μουσικού έχει διαφορετικό αντίκτυπο σε άλλα σημεία του πλανήτη, καθώς επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Είναι δηλαδή προφανές πως μια αμοιβή μεταφράζεται τελείως διαφορετικά σε μια χώρα με εύρωστη οικονομία, ακόμα και μέσα στην πανδημία, από μια που πέρασε μια δεκαετία έντονης κρίσης σαν τη δική μας. Υπάρχουν αρκετοί ακροατές σε χώρες για παράδειγμα της κεντρικής Ευρώπης που εύκολα θα έδιναν 10 ευρώ για τη συλλεκτική εμπειρία ενός livestream του αγαπημένου τους γκρουπ, ειδικά από τη στιγμή που προθυμοποιήθηκαν αρκετές χιλιάδες Γερμανών να πληρώσουν 18 ευρώ για να εμφανίζεται η εικόνα τους σε συγκεκριμένη θέση του άδειου γηπέδου στις ζωντανές ποδοσφαιρικές μεταδόσεις.

Προσωπικά δεν βρίσκω κάτι το ανήθικο σε αυτό, από τη στιγμή μάλιστα που κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει και λίγο αργότερα θα έχει τη δυνατότητα να δει το αντίστοιχο βίντεο. Όσο κρύος και αν αισθάνομαι κι εγώ αρχικά από αυτή την εναλλακτική επιλογή, φαντάζομαι πως και τα γκρουπ θα μπορούσαν να την κάνουν περισσότερο δελεαστική, δουλεύοντας λίγο πάνω σε αυτή, χρησιμοποιώντας για παράδειγμα ένα setlist τραγουδιών που σπάνια έχουν παίξει στο παρελθόν, κάποιον ειδικό καλεσμένο, ή ίσως διασκευές-εκπλήξεις από καλλιτέχνες που τους επηρέασαν.

Η βασική ένδειξη πως θεωρείς έναν μουσικό επαγγελματία, ( και αυτό δεν αναφέρεται με την αποστειρωμένη έννοια του όρου, αλλά έχει να κάνει με την επιλογή επαγγέλματος), είναι πως σέβεσαι τις επιλογές του ακόμα κι αν διαφωνείς για τους δικούς σου λόγους με αυτές. Δεν γίνεται να περιμένεις στη γωνία να χουλιγκανίσεις ένα γκρουπ που επέλεξε να κάνει livestream, επειδή δεν σου αρέσει η μουσική τους. Αν θεωρούμε πως η τέχνη μας ψυχαγωγεί και παράλληλα μας κάνει καλύτερους, μπορούμε να δώσουμε στον εαυτό μας τη μικρή πολυτέλεια του διαχωρισμού του κινήτρου στην κρίση μας. Άλλωστε σε έναν άναρχο κόσμο τεχνολογικής ατασθαλίας, υπάρχουν ανυπολόγιστα gigabyte προσωπικής σκληρής δουλειάς και έκφρασης που έφτασαν στα αρχεία μας με 2-3 πιέσεις του πληκτρολογίου, χωρίς να ξοδέψουμε το παραμικρό, συχνά από μουσικούς που αγαπάμε υπέρμετρα.

Σε αυτόν τον πλανήτη των δυσνόητων συσχετισμών που μπορεί πια να επικοινωνεί μέσω τεχνολογίας, το ζητούμενο στη νέα κατάσταση είναι να καταφέρουν να παραμείνουν ζωντανοί και οι καλλιτέχνες. Το βάρος της επιλογής του τρόπου πέφτει αποκλειστικά στους ίδιους, η δυνατότητα να συνδράμεις αφήνεται στην απόλυτη ελευθερία σου. Αν δεν μπορεί ο Μανώλης από το Πολυδένδρι, και μπορεί ο Frank από το Michigan, ας το κάνει αυτός. Χωρίς αφορισμούς και δικαστήρια ηθικής…

About Γιώργος Γεωργίου 451 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…