NOVENA: “Eleventh Hour”

ALBUM

Η τελευταία ώρα, η τελευταία στιγμή, η τελευταία ευκαιρία… Να μια καλή περίπτωση να πικάρεις όλους αυτούς τους παλαιάς κοπής ακροατές του παραδοσιακού progressive metal, του παλιού και ορθόδοξου, όπως θεμελιώθηκε και απλώθηκε στα πέρατα της οικουμένης από το μαγικό κουιντέτο του Berklee (ξέρεις ποιοι είναι).

Μπορεί ακόμα αυτή η φιλοσοφία επιτακτικής δεξιοτεχνίας και η αντίληψη πολυσυλλεκτικότητας στα ερεθίσματα και τις εντυπώσεις να σκάψει φρέσκο έδαφος, να αποφύγει την κατάρα της επαναλαμβανόμενης μανιέρας που έδειρε για χρόνια πρώτα από όλους τους ίδιους τους δασκάλους;

Κοιτάζω τη διάρκεια του άλμπουμ, σχεδόν 73 λεπτά. Δέκα τραγούδια με αναπόφευκτο μερικά από αυτά να σε καλούν σε μακρινό ταξίδι. Βλέποντας τον βασικό υπαίτιο πίσω από το όνομα “Novena”, έχω μπει ήδη σε ένα προθάλαμο από υποψίες. Το γκρουπ είναι ένα project του Ross Jennings, του τραγουδιστή των Haken. Το 2016 είχαν προειδοποιήσει με το EP “Secondary Genesis”, σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα μας προσφέρουν το πρώτο, χορταστικό κυρίως πιάτο τους.

Με τον Gareth Mason (Slice The Cake) να ευθύνεται για τα growls που αντιτίθενται σε μέρη στα μελωδικά φωνητικά του Jennings, τους Dan Thornton (πρώην No Sin Evades His Gaze, HAARP) και Harrison White σε κιθάρες και keyboards, τον Moat Lowe (Sludge, πρώην NSEHG) στο μπάσο και τον ντράμερ Cameron Spence (Ravenface), οι Novena παρουσιάζονται στη δράση σαν μια υπερπλήρης μηχανή που ανταποκρίνεται σε ένα πλήθος προκλήσεων.

Η ηχητική εισαγωγή του “2258” μας σπρώχνει στο “2259” με την χορωδιακή του έναρξη. Οι τίτλοι εμφανώς παίζουν με τον χρόνο και μας αφήνουν μόλις ένα λεπτό πριν την ενδεκάτη ώρα, την τελευταία στιγμή. Το μουσικό γλέντι έχει ήδη αρχίσει. Αν θέλεις να σταθείς λίγο ψηλότερα από τα 73 λεπτά του δίσκου και να ψάξεις να βρεις μια σύντομη αποτίμηση της μουσικής των Novena, η λέξη είναι “πολυσυλλεκτικότητα”.

Η σταθερή, ισχυρή βάση του εγχειρήματος είναι το περίτεχνο progressive metal που χρωστά σίγουρα αρκετά στις δάφνινες εποχές των Theater. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως και οι Haken έχουν δεχτεί αρκετά σχόλια που έχουν να κάνουν με την επιδραστική σκιά των Αμερικανών πάνω τους. Πέρα από αυτό, είναι θαυμαστή η ικανότητα των μουσικών να έχουν επικαλεστεί και επιστρατεύσει τόσες διαφορετικές μουσικές σελίδες και εντυπώσεις που όλες πειθαρχούν σε ένα περιπετειώδες άλμπουμ.

Όταν έχουμε φτάσει στην ευπρόσδεκτη έντεχνη μελωδικότητα του “Sun Dance”, έχουμε ήδη προειδοποιηθεί από την ποικιλία του “2259” πως πρέπει να περιμένουμε τα πάντα: μια συμπυκνωμένη σύνθεση που δεν διστάζει να περικλείσει οργή, θυμό, περίπλοκα ριφ, djent εντυπώσεις μέχρι και jazz αποχρώσεις, χωρίς να χαθεί ο δρόμος.

Η σαγηνευτική art-pop διάθεση του “Disconnected” μοιάζει να σε καλοπιάνει για να μαζέψεις δυνάμεις για τη συνέχεια, και το “Sail Away” θα χαϊδέψει με ένα βελούδινο μυστήριο τη συνείδησή σου. Από το “Lucidity” ως το τέλος, με εξαίρεση το “Indestructible”που όμως παραμένει δύστροπο στη σχεδόν πεντάλεπτη διάρκειά του, οι Novena απλώνονται σε συνθέσεις από οχτώ ως δεκαπέντε λεπτά. Ένα αληθινό μουσικό όργιο που θα μπορούσε να διαλύσει την απόπειρα να κάνουν σήμερα ένα τέτοιο άλμπουμ, καταλήγει σε ένα ταξίδι μεγάλου βάθους και αντοχής ακουσμάτων. Οι αληθινά ακραίοι, αχόρταγοι θιασώτες αυτού του χώρου θα βρουν τα πάντα μέσα του: παιχνίδια με τους ρυθμούς πάνω σε κάθε απόχρωσης μελωδίες, δύναμη και ξεσπάσματα, αφηγηματικά μέρη, κινηματογραφική αίσθηση, φλαμένγκο και σάλσα…

Κι όμως οι Novena καταφέρνουν να μην καταλήξουν γραφικοί ούτε φολκλόρ. Παίζουν με την ακρότητα και τη δημιουργική αυτοκτονία στα όρια και βγαίνουν νικητές. Και το μεγαλύτερο στοίχημα είναι πως τελικά καταφέρνουν να σταθούν ανάμεσα στις δυο εποχές του progressive metal με έναν πλούτο ερεθισμάτων που τους καθιστά κλασικούς και φρέσκους ταυτόχρονα.

Χωρίς δεύτερη σκέψη από τις μεγάλες εκπλήξεις της χρονιάς.

About Γιώργος Γεωργίου 451 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…