IRON MAIDEN: “Piece Of Mind”

MONUMENT

Καλησπέρα στη retro κομπανία! (στους υπόλοιπους, τους παρακατιανούς, σκέτο “hi”…)

Για ακόμη μια φορά στις επάλξεις της συγγραφής μιας αναφοράς που θα σας (και θα με) πισωγυρίσει κάμποσες δεκαετίες πίσω, με όχημα, τι άλλο; Έναν ακόμη σπουδαίο heavy metal δίσκο που καθόρισε σταθερές και άνοιξε πλείστους καλλιτεχνικούς ορίζοντες. Και τι διάλεξε ο ημιπαράφρονας (για πολλούς) γράφων αυτή τη φορά; Ένα διαμαντένιο δοκίμιο έμπνευσης από μια πραγματικά μεγάλη, με πλήρη την έννοια του όρου, μπάντα. Τους σπουδαίους Iron Maiden και το τέταρτο studio album της, το καταπληκτικό “Piece Of Mind”.

Σ’ αυτό το σημείο και πριν περάσω στο ψητό, θα ήθελα να παραθέσω μερικές σκέψεις για το ίδιο το συγκρότημα. Όντας ο ίδιος retro computer fan και μεγαλωμένος την συγκεκριμένη “χρυσή” δεκαετία, απετέλεσα κι εγώ από νωρίς μέρος αυτού του “computer boom” που σάρωσε τη Γηραιά Ήπειρο και βίωσα (όπως και χιλιάδες άλλοι) για τα καλά τις συνέπειές του σε όλο το κοινωνικό φάσμα. Και με ασφάλεια θα μπορούσα να πω πως ένας παραλληλισμός με τον γνωστό “θείο” Sir Clive Sinclair και τα προϊόντα του, δεν είναι καθόλου άτοπος.

Στη συνείδησή μου, ό,τι ήταν ο ZX- 81 και φυσικά ο ακρογωνιαίος ZX Spectrum για την επανάσταση των υπολογιστών στη Γηραιά Αλβιώνα και κατ’ επέκταση για την Ευρώπη, μυώντας εκατομμύρια ανθρώπους να ασχοληθούν με τον προγραμματισμό και το computing (με όλα τα συνεπακόλουθα – δεν θα κρίνουμε εδώ το “καλώς ή κακώς” αυτών), το ίδιο ήταν και οι Iron Maiden για το heavy metal, είτε με τα έργα τους, είτε οργώνοντας την υφήλιο και εμφανιζόμενοι πάνω στο σανίδι, διαδίδοντας την heavy metal ιδέα. Πέρα από αυτό όμως, με σιγουριά, η τεχνοτροπία των Maiden είναι συνώνυμη του όρου “heavy metal” μιας και τα βασικά στοιχεία του συνθετικού τους DNA υπάρχουν σε κάθε, μα κάθε κυκλοφορία που φέρει τον τίτλο αυτόν.

Η ιστορία τους είναι λίγο πολύ γνωστή. Τα δυο πρώτα albums με τον τρελαμένο Paul Di Anno που “punkοφέρνουν” (όχι φυσικά, δεν υπάρχει κανενός είδους γειτνίαση με αυτό το στυλ, απλά είναι αρκετά αλήτικα και πολύς κόσμος τους προσέδωσε έναν punk χαρακτήρα), η επεισοδιακή φυγή του, η πρόσληψη του Bruce “air raid siren” Dickinson και η φοβερή δημοσιότητα του “The Number Of The Beast”, κάτι που οφείλεται κυρίως στο ομότιτλο track που εκείνα, τα παρθένα χρόνια, έδινε μια “επαναστατική χροιά” και τόλμη του να διαλαλείς τον “αριθμό του Οξαποδώ” σε κοινωνίες που η οργανωμένη θρησκεία είχε ισχυρότατα ερίσματα. Η ολική ανατροπή του κατεστημένου!

Στο παρόν άρθρο όμως, δεν θα μείνω σ’ αυτό το – πολύ καλό αντικειμενικά album – και τον εκθειασμό του από την rock κοινότητα. Θα προχωρήσω λίγο παρακάτω, στο επόμενο LP, το σπουδαίο και πραγματικά προοδευτικού χαρακτήρα “Piece of time” το οποίο είδε το φως του ήλιου το 1983.

Θα μου πει κάποιος “καλά ρε φίλε, γιατί αυτό;”. Και θα απαντήσω αμέσως: γιατί θεωρώ ότι πρόκειται για μια “κορυφή” όλου του heavy metal ρεύματος η οποία συνθετικά δεν έχει χάσει ούτε ικμάδα από τη δυναμική της μέσα στις τόσες δεκαετίες που πέρασαν από τότε που πρωτοσυναντήθηκα μαζί της και κατά δευτέρης γιατί πρόκειται ακόμη και για τους ίδιους τους Iron Maiden μια στιγμή που έχει πολλές ιδιαιτερότητες, είτε σε σχέση με την προγενέστερη, είτε με την μετέπειτα πορεία τους.

Ένα σημαντικότατο στοιχείο διαφοροποίησης σε σχέση με την μέχρι τότε πορεία τους είναι η εμφάνιση του θεότρελου Nicko Mc Brain πίσω από το drum kit ο οποίος αντικατέστησε τον φοβερό Clive Burr που αποχώρησε από τους Maiden λόγω προσωπικών προβλημάτων και κυρίως κούρασης από το εξαντλητικό πρόγραμμα προώθησης του “The Number Of The Beast”. Ριψοκίνδυνη κίνηση θα έλεγε κανείς μιας και ο Burr επρόκειτο για έναν από τους σπουδαιότερους drummer που ανέδειξε το heavy metal, με τρομερή επιδραστικότητα (δεν νομίζω π.χ. ότι το power metal θα ακουγόταν στα χρόνια που ακολούθησαν με αυτόν τον τρόπο αν δεν εμφανιζόταν αυτός ο σπουδαίος τυμπανοκρούστης στο στερέωμα). Από την άλλη, ο ίδιος ο McBrain ήταν μεγάλος “μάστορας” στο όργανό του, έχοντας δώσει ήδη διαπιστευτήρια με τους Γάλλους heavy rockers Trust σε δυο albums και με την μπάντα του φημισμένου εκείνη την εποχή Καναδού πολυοργανίστα Pat Travers.

Στις αρχές του 1983 λοιπόν, οι Iron Maiden έχουν ήδη αποκτήσει ένα δυσθεώρητο status στα μουσικά πεπραγμένα και έχουν αποκτήσει τρομερή φήμη λόγω του “The Number Of The Beast”. Αποφασίζουν να μεταβούν στο Jersey, ένα μικρό νησάκι της Μάγχης πολύ κοντά στην Νορμανδική ακτή και συνθέτουν / προβάρουν το υλικό για το επόμενο album τους για τις ηχογραφήσεις του οποίου μεταβαίνουν στις Μπαχάμες και τα πανάκριβα Nassau’s Compass Point Studios του Chris Blackwell. Το οποίο αποφασίζουν να βαφτίσουν “Piece Of Mind” χωρίς να υπάρχει κάποια ομότιτλη σύνθεση, κάτι που επίσης συμβαίνει για πρώτη φορά και έχοντας απορρίψει τον αρχικό τίτλο “Food For Thought” που σκόπευαν να δώσουν στην κυκλοφορία.

To “Piece Of Mind” είδε επίσημα το φως της ημέρας στις 16 Μαΐου του 1983 και παρουσίασε μια μπάντα η οποία με σαφήνεια δήλωνε εν πρώτοις ότι άφησε πίσω της – δια παντός πλέον – την νεανική ανεμελιά που διέτρεχε το υλικό των προγενέστερων δίσκων της. Μια καταφανή δήλωση εξέλιξης και συνθετικής ωρίμανσης, με άπλωμα των ιδεών της σε ηχοτόπια που λίγοι είχαν τολμήσει – εξαιρουμένων φυσικά των σχημάτων που ασκούνταν στο λεγόμενο prog rock – να παρουσιάσουν μέχρι εκείνη την εποχή και με μεγάλη συμβολή όλων των μελών της μπάντας η οποία πήρε τον “χώρο” της από τον τεράστιο ηγέτη, τον μπασίστα και ιδρυτή Steve Harris.

Από το εξώφυλλο του ισόβιου artist και εμπνευστή του αλυσοδεμένου Eddie, της μασκότ της μπάντας, Derek Riggs διαφαίνεται η προφανής διάθεση να “σπάσουν τα δεσμά”. Επίσης το εχέγγυο του guru (και ήδη πασίγνωστου από την προηγούμενη δεκαετία) Martin Birch (o οποίος απεβίωσε πρόσφατα – τα λέμε επάνω μεγάλε) πίσω από την κονσόλα, προδιαθέτει μερικώς τον ακροατή για το τι θα αντιμετωπίσει με το που ακουμπήσει την βελόνα στο pick-up. Γιατί “μερικώς”; Γιατί αυτή η προδιάθεση είναι ένα ανεπαίσθητο “χάδι” αν συγκριθεί με το υλικό που δημιουργήθηκε. 9 καταπληκτικές συνθέσεις – ορισμοί ολόκληρου του μουσικού ρεύματος, με πρωτοφανές προοδευτικό πνεύμα σε σχέση με οτιδήποτε είχε παρουσιαστεί ως τότε.

Είναι γνωστή η σχέση του Bruce Dickinson με την ιστορία και τη λογοτεχνία οπότε είναι και λογικότατη η επιρροή της στη στιχουργία του album που ανέλαβε και πάλι ο πολυγραφότατος (ακόμη και τότε) τραγουδιστής. Είτε από νουβέλες επιστημονικής φαντασίας όπως το “Dune” του Frank Herbert , είτε από την παθολογική λατρεία που έτρεφε για τους ρομαντικούς ποιητές της βρετανικής σχολής όπως ο Alfred Tennyson, είτε επηρεασμένος από ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές που έκαναν θραύση στη βρετανική κοινωνία, οι στίχοι δείχνουν μια στροφή της συνήθους θεματολογίας των Maiden, η οποία μέχρι τότε ήταν “κοινωνικώς “ρεαλιστική”, προς φαντασιακά / λογοτεχνικά πεδία.

Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, τι να πρωτοπεί κανείς για τα κομμάτια του “Piece Of Mind”; Με το “έμπα”, σκάει το “Where Eagles Dare”, σύνθεση εξ’ ολοκλήρου του Steve Harris, με επική διάθεση και κυρίως με την φοβερή εκτέλεση του Nicko McBrain. “Καθαρό” heavy metal, με τους σπουδαίους “δίδυμους” κιθαρίστες Dave Murray και Adrian Smith να κεντούν solιστικώς και των Dickinson να πατάει το “power” στη σειρήνα του λαρυγγιού του.

Η συνέχεια με το εκπληκτικό “Revelations” του Dickinson, κομμάτι που βασίστηκε συνθετικά στο “O God of Earth and Altar“ του Άγγλου φιλόσοφου / θεολόγου G. K. Chesterton και με σαφείς επιρροές από τον τσαρλατάνο (για τον γράφοντα) Aleister Crowley, ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έγραψαν ποτέ οι Maiden (θεωρώ ότι η live εκτέλεση που παρουσιάστηκε στο τριπλό “Live After Death” του 1985 είναι μέσα στην τριάδα των κορυφαίων στιγμών του heavy metal όλων των εποχών – από τα μεγαλύτερα ψυχικά τατουάζ στην ψυχή μου που μόνο το alzheimer είναι ικανό να σβήσει), ένα ορμητικό έπος που σαρώνει τα πάντα.

“Flight Of Icarus”, εμπνευσμένο από τη μυθολογία μας φυσικά και άλλο ένα τεράστιο ανθεμικό έπος, με ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα ρεφρέν της ιστορίας του ιδιώματος, μια συνεργασία του τεράστιου Adrian Smith με τον Dickinson η οποία αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα “hit” των Maiden, με ανεξίτηλο, άφθαρτο “ηρωϊκό” ρεφρέν, solos που σου καρφώνονται στο νου σαν τσίχλα σε ασανσέρ και επίλογο που σε αποτελειώνει. Η πρώτη πλευρά του βινυλίου κλείνει με το rock ‘n’ roll διάθεσης “Die With Your Boots On” το οποίο θα έλεγα ότι αποτελεί ίσως την πιο “μέτρια” στιγμή του album (σε σχέση φυσικά με το υπόλοιπο υλικό), όντας κομματάρα και το ίδιο αλλά σε εντελώς διαφορετικό mood το οποίο μάλλον παραπέμπει στo πνεύμα των πρώτων δουλειών τους.

Γυρίζοντας πλευρά, θα βρεις το “The Trooper”, ενεπνευσμένο από το ποίημα “The Charge of the Light Brigade” του Tennyson. Εξ ολοκλήρου γραμμένο από τον Harris επίσης, είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα Maiden κομμάτια, με τα χαρακτηριστικά leads στην έναρξή του, τα διαδοχικά solos των Smith / Murray, ένα δοκίμιο επικότητας και heavy metal ορμής το οποίο δίνει τη σειρά του σε ένα από τα πλέον “ευαίσθητα” και θεμελιώδη κομμάτια του heavy metal. Το “Still Life” που συνυπογράφει ο μεγάλος Dave Murray με τον leader του. Με ένα ανεστραμμένο φωνητικό παιχνίδι του Nicko McBrain στην αρχή του (το οποίο έγινε για να παρωδήσουν την ηλίθια άποψη που είχε ο κόσμος για τους Maiden και τη “σχέση” τους με όλα τα σατανολατρικά που κατηγορήθηκαν κατά καιρούς από τους κοντόφθαλμους “ευαγγελιστές”της εποχής – όπως και τότε, έτσι και τώρα, κρετίνοι υπάρχουν σε κάθε περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας άλλωστε), εκπληκτικά solos για άλλη μια φορά από το σπουδαιότερο κιθαριστικό δίδυμο που εμφανίστηκε σ’ αυτή τη μουσική, και τρομερό chorus από τον Dickinson ο οποίος βρίσκεται στο peak της φόρμας του.

Η συνέχεια με άλλο ένα διαμάντι, από τα αγαπημένα του γράφοντος με αναλλοίωτη επίδραση στον ψυχισμό του από τότε και για πάντα, το φοβερό “Quest For Fire” του Steve Harris, με επική διάθεση, “γάργαρες” μπασογραμμές, κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ά pre / after solos, εξωπραγματικό ρεφρέν, ένα αραβούργημα που όποτε το ακούω δεν γίνεται να μου αφήσει τρίχα που να μη σηκωθεί. Ένας από τους λόγους που έπιασα ένα όργανο να εκφραστώ και πιθανολογώ αυτό συνέβη και σε κάμποσα εκατομμύρια νέων της εποχής. “Sun and Steel”, άλλο ένα προϊόν της συνεργασίας των Smith / Dickinson, με θετική απόχρωση, ίσως το πιο “φωτεινό” κομμάτι του album, μια ιδανική αντίθεση με τον τρομερό και φοβερό επίλογο του “Piece Of Mind”.

Iron Maiden 1983 Nicko McBrain, Steve Harris, Bruce Dickinson, Adrian Smith and Dave Murray ? Chris Walter (Photo by Chris Walter/WireImage)

Tο προαναφερθέν “To Tame A Land”, ένας ορισμός αυτού που αποκλήθηκε τα ύστερα χρόνια ως “epic metal” και ίσως ένας από τους κυριότερους λόγους που όλοι εμείς οι Maiden – maniacs έχουμε αναγορεύσει τον Steve Harris ως έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες όλων των εποχών. Με αρχικό τίτλο το “Dune” του Frank Herbert πάνω στο οποίο βασίστηκε και ο οποίος απαγόρευσε ρητώς να χρησιμοποιηθεί ο τίτλος ως ονομασία κομματιού – με μήνυμά του προς τους Maiden το οποίο ανέφερε επί λέξει: “ο Frank Herbert αντιπαθεί τις rock μπάντες, ιδιαίτερα δε τις heavy rock μπάντες και ειδικότερα μπάντες σαν τους Iron Maiden” – κάτι που οδήγησε στην ονομασία “To Tame A Land”, το κομμάτι αποτελεί από τα ορόσημα του Maiden / heavy metal song writing. Άκρως προοδευτικό, με στοιχειωμένες ατμόσφαιρες, εκπληκτικά solo layers και doomy επίλογο ανάλογο του intro του, ένα πανάξιο τέλος σε ένα λαμπρό σύνολο.

Το “Piece Of Mind” αύξησε τη δημοτικότητα των Iron Maiden οι οποίοι από εκείνο το σημείο και μετά επιδόθηκαν σε μια άνευ προηγουμένου συναυλιακή δραστηριότητα και η οποία είναι θα έλεγα η αιτία της διάδοσης του (σχετικά “παρθένου” ως στυλιστική κατεύθυνση) heavy metal στα πέρατα της υφηλίου, φέρνοντας κοντά αυτή την πανίσχυρη μορφή τέχνης με εκατομμύρια φίλους της μουσικής, καθιστώντας τους ισόβια δέσμιούς της. Και ακόμη και αν κάποιος αμφισβητεί τη μουσική αντικειμενική αξία αυτής της πεντάδας – προεξάρχοντος του μυθικού, εφάμιλλης θεότητας, Steve Harris – η επίδρασή της στο συλλογικό ασυνείδητο του κόσμου που ελκύθηκαν από τη γοητεία και τη δυναμική αυτού του καλλιτεχνικού φαινομένου είναι κάτι που δεν αμφισβητείται.

Αυτά τα ολίγα για το “Piece Of Mind”, να περνάτε καλά, να διαβάζετε το περιοδικό και όπως πάντα…λαβ όνλι!

(Για τον αδερφό – από άλλη μάνα και πατέρα – Πάνο. Τον PeeAy ντε, τον Καλύτερο!)

Το παρόν άρθρο παρουσιάστηκε αρχικώς στο έντυπο περιοδικό για retro υπολογιστές RetroPlanet.

Official Page: https://retroplanetmagazine.blogspot.com/

Facebook: https://www.facebook.com/retroplanetmag/

About Ιορδάνης Κιουρτσίδης 954 Articles
Ανακατεμένος με το heavy metal εδώ και 3,5 δεκαετίες, retro computer fan, δεν αντέχει τον Μόρισον και τον Κομπέιν, πίνει διπλό γλυκύβραστο και λατρεύει τις mini σοκοφρέτες υγείας.