GENGHIS TRON: “Dream Weapon”

ALBUM

Είδος: Experimental post progressive rock
Εταιρεία: Relapse Records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 26 Μαρτίου 2021

Η ιδιαίτερη συνεργασία των Hamilton Jordan και Michael Sochynsky απέδωσε τους νέους καρπούς, με σχεδόν 13 χρόνια καθυστέρησης. Με το παράξενο όνομα των Genghis Tron να στολίζει την σύμπραξή τους, μας άφησαν κάπου στο 2008 με το άλμπουμ “Board Up The House”, και μια τόλμη συνδυασμών και εκτροπών που είχαν στο αίμα τους από το ξεκίνημα. Με μια δουλειά χαστούκι μεγάλων ηχητικών αντιθέσεων, ζωντανεύουν ουσιαστικά τον “πυρετό της καμπίνας”, ορθώνοντας με έναν μοναδικό τρόπο ένα άλμπουμ για την ψυχολογία της κλειστοφοβίας, όπου οι χαρακτήρες είναι παγιδευμένοι σε φριχτές ζωές σαπίζοντας μέχρι θανάτου.

Κερδίζοντας με το σπαθί τους κάποιους από εκείνους τους τίτλους που οι εφευρέτες ταμπελών λατρεύουν να ανιχνεύουν την ευρύτητα της χρήσης τους, οι Tron υπήρξαν εκτός όλων των άλλων και μια cybergrind, Nintendocore μπάντα. Ουσιαστικά, ήταν χωρίς ίχνος εκκεντρικότητας αλλά το αντίθετο, με φυσική ροπή, μια υπερβατική περίπτωση έκφρασης, έχοντας το χάρισμα να χωράνε συγκρουόμενους ήχους στα τραγούδια τους με εθιστικά αποτελέσματα. Πολλές περιστροφές της γης γύρω από τον ήλιο πέρασαν όμως από τότε, και όπως όλα τα ανήσυχα μυαλά, το απρόβλεπτο δίδυμο ξαναβγήκε από τις σκιές ενώ τους είχαμε σχεδόν ξεγράψει. Όποιος είχε την αφέλεια να πιστέψει πως οι Tron θα γεφύρωναν το χάσμα του χρόνου συνεχίζοντας από εκεί που μας άφησαν, μάλλον θα σπάσουν τα μούτρα τους. Οι αλλαγές και η εξέλιξη στον ήχο, ανοίγουν έναν νέο, εξίσου συναρπαστικό δρόμο.

Ξεκινώντας από τους συνεργάτες, πίσω από το μικρόφωνο βρίσκουμε πια τον Tony Wolski με μια προσέγγιση αισθητά διαφορετική από τον προκάτοχό του και συνιδρυτή του σχήματος, Mookie Singerman. Μέσα στο γενικό πλαίσιο μιας προσέγγισης παραίσθησης και ονείρου, τα σχεδόν shoegaze φωνητικά του νέου κουμπώνουν ιδανικά στον ιστό του σημερινού ήχου. Η δεύτερη, πολύ σημαντική αλλαγή είναι η παρουσία πραγματικού ντράμερ που αφήνει την εποχή των προγραμματισμένων κρουστών της drum machine στη λήθη. Ο εκλεκτός, που ακούει στο όνομα Nick Yacyshyn, προσδίνει μια άλλη δυναμική στο αποτέλεσμα, ακολουθώντας την ρομποτική φιλοσοφία της κατασκευής των συνθέσεων αλλά τοποθετώντας παράλληλα και συναρπαστικές ενστάσεις. Η συγκεκριμένη προσέγγιση βοηθά σημαντικά στην αίσθηση πως έχουμε να κάνουμε με την εξελικτική μορφή του ίδιου γκρουπ, με την ίδια σκόπιμη τακτική των δυο βασικών συντελεστών σε νέα χωράφια ήχων.

Με τον μόνιμο συνεργάτη Kurt Ballou, παραγωγό και κιθαρίστα των Converge, στην κονσόλα, και την πρόσθετη συνδρομή των Ben Chisholm (Chelsea Wolf) και JJ Heath, προσεγγίζουν τον σημερινό τους ήχο που ουσιαστικά μεταφέρει και την πιο σημαντική εντολή του άλμπουμ. Η αρχική αίσθηση που απλώνουν τα 45 λεπτά του δίσκου είναι μια συνολική θεώρηση της ηχητικής περιγραφής ενός οράματος, ενός ονείρου, με έναν τίτλο που προέκυψε από έναν στίχο τραγουδιού των Coil. Η θεματική τους επιλογή αυτή τη φορά είναι βαθιά εσχατολογική και επικεντρώνεται στην επικείμενη εξαφάνιση, ή μάλλον πιο εύστοχα, αφανισμό του ανθρώπινου είδους. Υπάρχει αυτή η έντονη εντύπωση που μοιράζεται ανάμεσα στην σκληρότητα και μια παράξενη νοσταλγία και κατευθύνει τη μουσική που σε όλη της τη διαδρομή έχει μια διαλογιστική αλλά και υπνωτική υφή.

Οι Tron μέσα από κυκλικές και επαναληπτικές δομές, χτίζουν τραγούδια που αντιμετωπίζονται σαν επίπεδα ήχων, με όμορφα δεμένα στρώματα εντυπώσεων που καρφώνονται μαζί από το επιβλητικό drumming του Yacyshyn. Τα φωνητικά του Wolski λειτουργούν και αυτά στη συνολική λογική και στρατηγική, σαν επίπεδο ήχων που αλληλοεπιδρά με τα υπόλοιπα όργανα. Σε έναν δίσκο που η καρδιά του μοιάζει να βρίσκει μια ανακούφιση στην παραδοχή πως η Γη θα συνεχίσει να υπάρχει πολύ αφότου χαθεί ο άνθρωπος, αυτό το βλαβερό βάρος του πλανήτη, η ψυχεδελική προσέγγιση με την ηλεκτρονική της βάση και την post rock εντύπωση, φαίνεται να έχει το ιδανικό χρονικό πλαίσιο προόδου για τον ακροατή. Αρχικά, τον σπρώχνει σε αυτή την ρέουσα διαδρομή ενός μοντέρνου, σχεδόν kraut rock, που χαλιναγωγεί κύματα σταδιακών εκρήξεων αλλά και πιο διακριτικών ηλεκτρονικών διαστημάτων, και όταν η συνολική αίσθηση σε έχει περικυκλώσει και φυλακίσει στη σφαίρα της, θα αρχίσεις να διερευνείς και να εντοπίζεις και τις επιμέρους ιδιαιτερότητες των συνθέσεων αυτού του έργου, τα χαρίσματα των τραγουδιών.

Σαν ένα ταξίδι κατάρας αλλά και παρηγοριάς, τιμωρίας αλλά και δικαιοσύνης, οι Tron σε ανεβάζουν σε ένα φρέσκο χαλί παραίσθησης με ηχητικούς παλμούς που αν πάρουν το χρόνο τους, θα ξυπνήσουν τον ακροατή σε μια νέα θέση θεώρησης για τον ήχο που απλώνεται μπροστά του. Αποδομώντας την ψυχρότητα της μηχανικής τους μουσικής αρχιτεκτονικής καταλήγουν σε ένα τρυφερό, ευγενικό μήνυμα που ταιριάζει σε καλύτερους ανθρώπους.

Η μεταφυσική ανησυχία των δημιουργών του, μοιρασμένη ανάμεσα στην ένταση και την ομορφιά, δεν φοβάται να φανταστεί την αρμονία χωρίς την απουσία του ανθρώπου.

“All will be forgotten, all will be well…”

Facebook: https://www.facebook.com/GenghisTron/
Bandcamp: https://genghistron.bandcamp.com/

About Γιώργος Γεωργίου 524 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…