ENZO AND THE GLORY ENSEMBLE: “In The Name Of The World Spirit”

ALBUM

ΕΙΔΟΣ: Progressive Ethnic Metal
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΗ: Rockshots Records
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 27/03/2020

Ο Enzo Donnaruma είναι ένας Ιταλός κιθαρίστας που φροντίζει να υπερτονίζει την ιδιότητα του χριστιανού. Είναι εμφανές πως η πίστη του έχει στρατεύσει κατά ένα μεγάλο μέρος τη μουσική του και το περιεχόμενό της. Το αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας είναι η δημιουργία μιας τριλογίας που κλείνει φέτος με το συγκεκριμένο άλμπουμ. Έχουν προηγηθεί τα “In The Name Of The Father” του 2015, και “In The Name Of The Son” του 2017. Από τους αντίστοιχους τίτλους είναι προφανές το περιεχόμενο.
Το όλο εγχείρημα, ήδη από το ξεκίνημά του, είναι ιδιαίτερα μεγαλεπήβολο, και το σπουδαιότερο κατόρθωμα του Donnaruma, πέρα από τη φανερή συνθετική και εκφραστική δίψα του, είναι η επιτυχία να συγκεντρώσει ένα πλήθος επώνυμων μουσικών που με τις παρουσίες τους εμπλουτίζουν το αποτέλεσμα.

Και στο τρίτο μέρος του έργου του έχουμε λοιπόν μια σημαντική σειρά καλεσμένων, που πέρα από την βαρύτητα της ενεργούς προσφοράς τους θα τραβήξουν με τα ονόματά τους και την προσοχή των φίλων τους στο project. Ο πλούσιος κατάλογος περιλαμβάνει τους Marty Friedman, Kobi Farhi (Orphaned Land), Ralf Scheepers (Primal Fear), Mark Zonder (Fates Warning, Warlord), Gary Wehrkamp & Brian Ashland (Shadow Gallery), Nicholas Leptos (Warlord, Arrayan Path), Derek Corzine & Amulyn Braught Corzine (Whisper From Heaven) , David Brown (Metatrone), Alessandro Battini (Dark Horizon), Maria Londino and Francesco Romeggini (S91), Mr Jack, Claudia Coticelli και Clara People. Σε όλους αυτούς, σημαντική είναι και η προσθήκη του μπασίστα του Steve Vai, Philip Bynoe, καθώς και η χορωδία Weza Meza από το Κονγκό.

Δεκατρία τραγούδια που διασχίζουν μια μουσική διαδρομή που ξεπερνά την μια ώρα, μας δίνουν συνολικά με το ύφος και τις εναλλαγές τους, κάθε δικαίωμα να μιλάμε για μια rock/metal όπερα, ένα αφηγηματικό μουσικό έργο που έχει σε διαστήματα μια κινηματογραφική λογική και προσέγγιση, επιχειρώντας να αναπαράξει την φόρτιση μιας θρησκευτικής αφοσίωσης. Βέβαια, και με ενδεικτική την παρουσία μουσικών με δεδομένη δεξιοτεχνία και τεχνική αρτιότητα, οι δυνατότεροι άξονες του έργου του Donnarumma είναι αυτοί του progressive metal, ενώ όπως υποδηλώνει και η εμφάνιση του Kobi Farhi, δεν λείπουν και τα ethnic στοιχεία.

Ακούγοντας την περιοδική εξέλιξη του δίσκου, έχω την έντονη εντύπωση πως ο δημιουργός του βρήκε περισσότερο τις ισορροπίες και τα πατήματά του κυρίως στο δεύτερο μέρος του. Έχοντας ο ίδιος χαρακτηρίσει το τρίτο μέρος της τριλογίας του σαν μια γέφυρα ανάμεσα στην ανατολική και τη δυτική κουλτούρα, παρουσιάζει ένα πλήθος ηχητικών εντυπώσεων. Ίσως το ξεκίνημα να γίνεται με μια υπερβολή και υπερχείλιση θεμάτων και φωνητικών. Κάποιες στιγμές νομίζεις πως ακούς τους Shadow Gallery με στεροειδή να τρέχουν πάνω σε καμήλες στο άγνωστο. Από το “To Every Chest” και μετά, υπάρχει μια ευπρόσδεκτη ισορροπία σε ήχους, ταχύτητες και διεύρυνση θεμάτων, με αποτέλεσμα το άλμπουμ να γίνεται πιο πολυδιάστατο και ταξιδιάρικο. Μια μικρή ένσταση μπορεί να γίνει στην παραγωγή, που ενώ είναι εξαιρετικά φιλόδοξη, σε κάποιες στιγμές κορύφωσης και συνύπαρξης πολλών ήχων και φωνών, μοιάζει να υπολείπεται της αναγκαίας ευκρίνειας.

Σε μια εποχή που τα φιλόδοξα projects με σύμπραξη πολλών μουσικών αυξάνονται, ο Ιταλός δημιουργός μας δίνει ένα άλμπουμ οικουμενικής μουσικότητας, κινηματογραφικής υφής, χορτασμένο από θέματα και διαφορετικά επίπεδα δύναμης και διαφοροποιημένο από τη θρησκευτική αφετηρία του θέματός του.

Όσοι αρέσκονται σε αυτά τα δεδομένα, μπορούν άφοβα να επενδύσουν το χρόνο τους και να φανταστούν τη δική τους ταινία γι’ αυτό το κινηματογραφικό prog metal score.


About Γιώργος Γεωργίου 451 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…