DURBIN: “The Beast Awakens”

ALBUM

Είδος: Heavy Metal
Εταιρεία: Frontiers Music
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 12 Φεβρουαρίου 2021

Αν είστε από εκείνους τους περίεργους τύπους που καταλήγουν να ψάχνουν στα διάφορα reality shows του πλανήτη να ανακαλύψουν νέους ήρωες φωνητικών για τον συγκεκριμένο χώρο, οι επιλογές και το πέρασμα του James Durbin που έφτασε στην 4η θέση του American Idol το 2011 ίσως άφησαν ένα ισχυρό ίχνος στη μνήμη σας. Αν όμως βολεύεστε με έναν πιο ουσιαστικό και συνηθισμένο λόγο, ο James ήταν ο τραγουδιστής των Quiet Riot από το 2017 ως το 2019. Δεν είναι κάπως παράξενο, καθώς τα τραγούδια του “The Beast Awakens” αλλάζουν το ένα μετά το άλλο, να αναρωτιέσαι έκπληκτος αν μπορεί ένας ξεχασμένος θαμώνας του American Idol να υψώσει τη σημαία του κλασικού metal, σχεδόν σαν σύγχρονος ήρωας και σωτήρας;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Η, έστω και τηλεοπτική, υπόληψη που όρθωσε ο James από το 2011 του έδωσε το βήμα να δραστηριοποιηθεί και να συνεργαστεί με πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες όπως οι Stevie Wonder, Zakk Wylde, Sheryl Crow, Tom Jones, Mick Mars, Steel Panther. Παράλληλα, κυκλοφόρησε τέσσερα προσωπικά άλμπουμ, από το 2011 ως το 2016. Δάνεισε συχνά τη φωνή του με αμέτρητες συμμετοχές, εξαργυρώνοντας φυσιολογικά τα σχόλια ενθουσιασμού και απόλυτης έγκρισης από γίγαντες όπως οι Rob Halford, Steven Tyler και Sammy Hagar.

Σήμερα, ο τραγουδιστής από τη Santa Cruz, έχοντας υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη Frontiers Music, μοντάρει το επώνυμο σχήμα του κατασταλαγμένος ήδη για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει στο νέο κεφάλαιο της καριέρας του. Και αν υποψιάζεται κανείς μια δόση υπερβολής στον τίτλο του δίσκου, μάλλον θα τραβήξει γρήγορα πίσω τη θεώρηση αυτή με την απίστευτη υποδοχή ενός σερί απόλυτων classic metal παγίδων.

Ο Durbin δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να κρυφτεί και οι βασικές του επιρροές είναι και η σημαία στη μουσική του. Πολλοί άλλωστε επιχειρούν να το κάνουν με λειτουργικό και δημιουργικό τρόπο αυτό, με περιορισμένη όμως επιτυχία. Ο τύπος όμως μοιάζει να έχει λεπτομερώς αποκωδικοποιήσει όλα τα μυστικά ενός ιδιώματος, που αναμφισβήτητα έρχεται από μια άλλη εποχή, αλλά με ψυχή και ταλέντο συνεχίζει να συγκινεί με μοναδικό τρόπο. Τα αρχικά δυνατά θεμέλια που βάζει στην απόπειρα αυτή είναι πρώτα η παραγωγή που σίγουρα έχει μια πιο παραδοσιακή αύρα από τα συνήθη κομπρεσαρισμένα αποτελέσματα, προσφέρει όμως ταυτόχρονα διαύγεια και ισορροπία. Μετά, το οικονομικό παίξιμο των μουσικών και ιδιαίτερα το rhythm section που φανερά ασπάζεται πιο συντηρητικές ρυθμικές συνταγές χωρίς υπερβολές, καταφέρνει να δίνει μια ξεκούραστη, φυσική ροή σε συνθέσεις που αναπνέουν.

Η απογείωση έρχεται βέβαια σε μια πανούργα συνεργασία των φωνητικών μελωδιών με τα ριφ που καθιστά τα τραγούδια άμεσα κλασικά. Ο James είναι εξαιρετικός στο να αντιλαμβάνεται την σωστή σύμπραξη των δυο αυτών στοιχειών και με την προφανή ικανότητα και ροπή που έχει στις ευκολομνημόνευτες μελωδίες, δίνει μια συλλογή από τραγούδια που θα απαγάγουν τον κλασικό metal ακροατή και θα τον κλειδώσουν ξανά στο κελί των περασμένων εποχών. Εύκολα ανιχνεύονται ισχυρές δόσεις από Priest των αρχών της δεκαετίας του ’80, που υπερισχύουν και στα φωνητικά του πρωταγωνιστή, Black Sabbath της Dio-era, όπως και Dio της ένδοξης εποχής, αλλά και Lizzy Borden, Riot και άλλα καλούδια του US metal.

Μέσα στο καταπληκτικό σερί των πρώτων επτά τραγουδιών, το δίδυμο των “The Sacred Mountain” και του ομότιτλου, είναι ικανό να λυγίσει και την ισχυρότερη δυσπιστία για την ψυχή του εγχειρήματος. Αν στα δώδεκα κομμάτια του δίσκου υπάρχει κάτι που ίσως στέκεται λίγο χαμηλότερα, αυτό είναι μάλλον το “Calling Out For Midnight”, αν και όσοι προτιμούν τις πιο γρήγορες συνθέσεις ίσως το εκτιμήσουν διαφορετικά, ενώ η διαδοχή με το επιβλητικό, ατμοσφαιρικό, επικό, συγκινητικό “Battle Cry” ανεβάζει τον ακροατή σε έναν κόσμο που έμοιαζε χαμένος για χρόνια στην ομίχλη.

Ο James είναι αναμφισβήτητα χαρισματικός. Ακούγεται σα να του δόθηκαν οι δέκα εντολές από τον παραμελημένο θεό του κλασικού metal κι αυτός τις ακολούθησε με ευλάβεια στην ερμηνεία, στη σύνθεση, στον ήχο, σε όλα.

Δεν ξέρω αν το θράσος ενός μοναχικού νεαρού απέναντι στο mainstream να τραγουδήσει για πρώτη φορά Judas Priest σε κάτι σαν το American Idol είναι μια καλή αρχή για ένα σύγχρονο, όμορφο μουσικό παραμύθι αναβίωσης, είναι σίγουρα πάντως η αλήθεια.

Official Website : https://www.jamesdurbinofficial.com/
Facebook : https://www.facebook.com/DurbinRock

About Γιώργος Γεωργίου 506 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…