DISTANT REALITY: “One Life Left” / “Almost Dead” EP

EP

Το παρόν άρθρο έχει δημοσιευθεί αρχικά στο έντυπο (και μόνο) περιοδικό για retro υπολογιστές Retro Planet Magazine.

https://www.facebook.com/retroplanetmag

Retromen and retroladies (πολύ θα χαρώ να μάθω ότι υπάρχουν) σας καλωσορίζω σε άλλη μια χωροχρονική μεταφορά με όχημα τη μουσική (από hardware / software σας έχουν καλύψει προφανώς οι υπόλοιπες στήλες που ξεκοκκαλίσατε μέχρι να φτάσετε στην καθιερωμένη τελευταία “Σκάσε & Άκου”). Η αλήθεια είναι ότι μαζί με την άνοιξη, τον έπιασε τον γράφοντα μια τάση για καινοτομία και ανανέωση και για αυτό το τεύχος σκέφτεται (ο γράφοντας ντε) να πρωτοτυπήσει.

Το αντικείμενο της αναφοράς θα είναι δυο EPs ολόφρεσκα, παραγωγές του 2022, από τον Θεόδωρο Σταματιάδη – ο οποίος είναι και πίσω από το drum kit των Αθηναίων modern metallers System Decay – και το one man project του Distant Reality. Και μη βιαστείτε να απορήσετε γιατί η ημερομηνία κυκλοφορίας δεν λέει κάτι μιας και η μουσική που εμπεριέχεται αποτελεί μια αριστουργηματική σύνοψη του ηχητικού φόντου των εμπειριών που είχε η συντριπτική πλειοψηφία της νεολαίας που ανδρώθηκε κατά τα ένδοξα ΠΑΣΟΚικά χρόνια στην Ελλαδίτσα μας, η οποία γνώριζε τόσο τον ευρωπαϊκό όσο και τον αμερικάνικο “πολιτισμό” σε όλα τα καταναλωτικά / κοινωνικά επίπεδα.

Η μουσική που παράγεται από το project είναι απλούστατη στην ορολογία της. Straight ’80s metal synthwave / pop στα καλύτερά του με τέλεια παραγωγή και εντελώς σύγχρονο ήχο χωρίς να χάνει σε κανένα σημείο το πνεύμα αυτής της ένδοξης δεκαετίας. Ο ορισμός του dance floor, ήχοι που δεν είναι δυνατόν όταν τους ακούσεις να μην πάει συνειρμικά ο νους σου σε νοσταλγικά πισωγυρίσματα όταν κράδαινες την χούφτα με τα 20άρικα περιμένοντας τη σειρά σου να τα καταθέσεις στη σχισμή του Outrun, του Bubble Bobble, του Wonderboy πριν φτάσει η ώρα για την τσάρκα στις τοπικές πίστες του τότε “νεοφερμένου” και αναπτυσσόμενου κλάδου των discotheque. Koμμάτια που θα μπορούσαν να είναι άνετα soundtracks των Miami Vice, του Knight Rider αλλά και του Ροζ Γάτου και του “Έλα να γυμνωθούμε ντάρλινγκ” (ηρωϊκαί εποχαί, θα με πάρουν τα ζουμιά λέμε).

Πέρα από τον προγραμματισμό του ρυθμικού υπόβαθρου η δουλειά που έχει γίνει στα keyboards είναι υποδειγματική, με μελωδίες που σου καρφώνονται με την πρώτη αυτιά στο μυαλό, όπως και η κιθαριστική συνιστώσα η οποία αγγίζει τα όρια του φαντασμαγορικού. Φοβερά heavy metal riffs και καταπληκτικά ομιλούντα solos μπροστά από εξαιρετικές beat λούπες, υπό έναν συμπαγέστατο αλλά όχι στουντιακά πνιγηρό ήχο με φυσικό παράγωγο την εκτόξευση της αδρεναλίνης και την τάση για έρευνα στο πατάρι μήπως και βρεις την ντισκομπάλα που σου είχε αγοράσει ο νονός.

Εντυπωσιακό μπάσιμο με το “Unreality”, φοβερό riff που μοιάζει σαν να μπήκαν οι Rammstein στην DeLorean και είπαν να κάνουν μια τσάρκα στο υπερπέραν, εξαιρετικό το ομότιτλο “One Life Left”, σκέφτεσαι ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστεί μπροστά σου η Kim Wilde ή η Samantha Fox (υπήρχε αγόρι άραγε που να μην τις είχε “μαγαρίσει” νοητικώς τότε;), η δυάδα των “Lost In A Dream” με φουτουριστικό / space χρώμα,σαν εισαγωγή ταινίας του Σωτήρη Μουστάκα και με καταπληκτικό Depeche Mode-ικό επίλογο, το καταπληκτικό “Road Of Madness” με την περιπετειώδη υφή του, με ένα αίσθημα καταδίωξης σαν να σε πήρε στο κατόπι ο Τ-800 (θα μπορούσε να ανήκει στα πρώτα των Bon Jovi ή αν θέλεις μια σύγχρονη προσέγγιση, φαντάσου του Amaranthe ή τους Nightwish) και του ίδιου μήκους κύματος “Another City’s Burning” με το θαυμάσιο solo part κατ’ ευθείαν από τη πηγή των Maiden και το σπουδαίο “Not Dead Yet” που μου έφερε αυτόματα στο νου την Annie Clark (“Everybody has a weapon to fight you with”… αιώνιο δόγμα του γράφοντα) και κλείνει ιδανικά το πρώτο μέρος.

Τα ίδια ισχύουν και στα κομμάτια του part II “Almost Dead”. Υλικό με απίστευτες μελωδικές γραμμές από τα keys, πανέμορφα Judas Priest-wise solos στο “Distant Reality” (και μιλάμε για εποχές που οι Priest ήταν ο απόλυτος όρος για να περιγράψει κάποιος το heavy metal) όπως επίσης και το φοβερό “Secret Rendezvous” με το sax να παίρνει πρωταγωνιστικό ρόλο και με υπέροχο synth background ( αν ήμουν σκηνοθέτης, θα το τοποθετούσα “να ντύσω” την ερωτική σκηνή που είχε κάθε καθώς πρέπει action movie της εποχής), το “Till We Meet Again” είναι η πιο metal στιγμή θα έλεγα με όμορφη headbanging riffοσειρά, Maiden-ικό κομμάτι κατά βάση (αλλά θα μπορούσαν να το γράψουν και καμιά 200αριά ακόμη μπάντες που μου ήρθαν πρόχειρα στο νου), το “FutuRetro” το οποίο είναι μια ηλεκτρονική φανκιά ουσιαστικά με τεχνοτροπία των Pet Shop Boys. Όσο για τον επίλογο “Remnants”… είναι ένα απρόσμενο φινάλε, μια μίξη φουτουριστικής απανθρωπιάς και απόγνωσης (θα μπορούσες να πεις ότι είναι το ηχητικό φόντο ενός πρωϊνού που ξυπνάς και αμήχανα αντικρύζεις ένα post-apocalyptic παρόν), εντελώς ξεχωριστής αισθητικής σε σχέση με το υπόλοιπο υλικό.

Ο Θεόδωρος Σταματιάδης έχει γεφυρώσει στον απόλυτο βαθμό την μουσική τέχνη του “τότε” με το σήμερα. Όλοι εσείς (κι εγώ) που ζήσατε στον συγκεκριμένο χωρόχρονο, από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο της ακρόασης θα βρεθείτε απροετοίμαστοι αλλά σε χρόνο dt θα ενθουσιαστείτε σε τέτοιο βαθμό που όντως θα νιώσετε ξανά 15 χρονών, θα θυμηθείτε όλους αυτούς τους χαρακτήρες που στα παρθένα τηλεοπτικά / κινηματογραφικά μάτια μας έγιναν πρότυπα, θα νοσταλγήσετε εκείνα τα αξέχαστα καλοκαίρια που το μόνο που μας ένοιαζε ήταν μην και δεν σκάσει ο λουκουματζής στην παραλία, θα θυμηθείτε την “έναρξη προγράμματος” στις discotheque, θα θυμηθείτε κάποια αλήστου μνήμης φλερτ σας, με λίγα λόγια, θα πισωγυρίσετε για τα καλά.

Τελικώς: καταπληκτική δημιουργία, σίγουρα και από τώρα μπήκε σαν κυκλοφορία στα Tops της χρονιάς στο rockway.gr, το site στο οποίο αρθρογραφώ αμιγώς για μουσικά θέματα. Το ίδιο το υλικό θα μπορούσε να σαγηνεύσει οποιονδήποτε παραγωγό σειρών / ταινιών σε πλατφόρμες όπως το Netflix και θα πρότεινα στον ίδιο τον δημιουργό να το προσπαθήσει όσο μπορεί γιατί η δουλεά του είναι πανέμορφη, άκρως ενδιαφέρουσα και φέρει σε απόλυτο βαθμό το πνεύμα ολόκληρου του παγκόσμιου συλλογικού συνειδητού εκείνης της εποχής. Τσεκάρετέ το κύριοι και δεν νομίζω να προβείτε σε οποιαδήποτε ένσταση περί της ποιότητας αυτής της κυκλοφορίας. Με κάτι τέτοια, ναι, 8bit / 16bit is the future.

Αυτά, καλό καλοκαίρι να έχουμε, να διαβάζετε το περιοδικό και ως γνωστόν λοβ όνλι!

–> https://www.facebook.com/distantrealitygr
–> https://distantrealitygr.bandcamp.com/

(Για τον φίλο από τα πολύ παλιά Μιχάλη Φουστέρη, αρχιhacker και πραγματικό “γάτο” την εποχή που πρωτοήρθαν στην Ελλάδα οι Amstrad CPC μαθαίνοντάς μου αρκετά μυστικά πάνω στο μηχάνημα ενώ παράλληλα μας ένωνε το έτερο πάθος με το ping pong στο οποίο ήμασταν συναθλητές στον υπερταλαντούχο Όμιλο Αντισφαίρισης Πτολεμαΐδας καπου εκεί μεταξύ 1985 – 1989. Να ‘σαι καλά φίλε, όπου και να είσαι).

86
About Ιορδάνης Κιουρτσίδης 1048 Articles
Ανακατεμένος με το heavy metal εδώ και 3,5 δεκαετίες, retro computer fan, δεν αντέχει τον Μόρισον και τον Κομπέιν, πίνει διπλό γλυκύβραστο και λατρεύει τις mini σοκοφρέτες υγείας.