CONJURER

INTERVIEW

Οι Conjurer είχαν κάνει ένα από τα πιο δυνατά μπασίματα νέας μπάντας στον ακραίο ήχο με το εξαιρετικό ντεμπούτο “Mire”, και όλος ο metal κόσμος (που την παλεύει, προφανώς) ανυπομονούσε να δει πώς θα εξελισσόταν αυτό το ελπιδοφόρο μουσικό σχήμα από το Νησί (την Αγγλετέρα εννοώ, καλέ). Φέτος κυκλοφόρησαν το “Páthos”, και σε μεγάλο βαθμό δικαιώνουν τις υψηλές προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει.

Για το Rockway (που σαφώς την παλεύει) ήταν κάτι παραπάνω από υποχρέωση να σπεύσει και να μιλήσει με το συγκρότημα. Εγώ απλώς ανέλαβα τον ρόλο του ενδιάμεσου, ξεσκόνισα τα λεξικά των εγγλέζικων, κόλλησα σε κάθε ερώτηση λέξεις όπως “quite” και “mate” (όχι “Bri’ish cunt”, ρε) και σας μεταφέρω τα λεγόμενα του Dan Nightingale (φωνητικά/κιθάρα) και του Conor Marshall (μπάσο).

-Πρώτα απ’ όλα, συγχαρητήρια για το “Páthos”. Είναι εξαιρετική δουλειά. Πώς σας φαίνεται η υποδοχή του album από τον Τύπο και τους οπαδούς έως τώρα;

Dan: Σε ευχαριστούμε πολύ, είσαι πολύ ευγενικός. Μέχρι τώρα, πάει αρκετά καλά. Είχαμε μερικές από τις καλύτερες αλλά και κάποιες από τις χειρότερες κριτικές που έχουμε λάβει ποτέ. Λένε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις καταλαβαίνεις πως κάτι κάνεις καλά, οπότε δεν θα διαφωνήσω. Γνωρίζαμε ότι θα ήταν ένας δίσκος που ίσως ξένιζε τον κόσμο, καθώς είναι πολύ σκληρός και ψυχοπλακωτικός σε σχέση με το “Mire”. Όμως, εδώ που τα λέμε, είχε απήχηση σε πολλά άτομα που κατάλαβαν τι επιδιώξαμε. Εξάλλου, κάθε άνθρωπος που αφιερώνει χρόνο σε τόσο «δυσάρεστα» πράγματα είναι άξιος επαίνου.

Conor: Η υποδοχή ήταν εξαιρετική! Πάντα λέμε στις συνεντεύξεις ότι γράφουμε μουσική για εμάς και όχι για τους άλλους, πράγμα που ισχύει απόλυτα, αλλά δεν πάει να πει ότι δεν ελπίζουμε να το απολαύσει ο κόσμος. Οπότε, μας ικανοποιεί και μας ανταμείβει όταν δεχόμαστε καλές κριτικές από τους οπαδούς και τον Τύπο. Όπως είπε και ο Dan, και οι λιγότερο καλές κριτικές έχουν το ενδιαφέρον τους, και δεν μας κακοφαίνεται· κάθε άλλο. Άλλα πάντα έχει ενδιαφέρον να βλέπεις διαφορετικές οπτικές και να μαθαίνεις γιατί μπορεί να μην άρεσε ο δίσκος. Δεν πρόκειται να αλλάξουμε κάτι ώστε να κερδίσουμε αυτά τα άτομα, αλλά θέλουμε να ξέρουμε καλά ποια είναι η εντύπωση του κόσμου για εμάς, ευρύτερα.

Η λέξη “pathos” έχει ελληνικές καταβολές και φέρει διαφορετικό νόημα ανάλογα με το συγκείμενο. Γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη λέξη για τον τίτλο του album και τι εννοείτε με αυτήν;

Dan: Αντιληφθήκαμε ότι όλα τα θέματα του album βασίζονταν στην ανθρώπινη εμπειρία, τα βάσανα, τη συμπόνια, και κυρίως αφορούσαν ένα αφιλτράριστο ξέσπασμα συναισθημάτων. Ψάξαμε για λίγο καιρό έναν ταιριαστό τίτλο, και ο Jan, ο drummer μας εκείνη την περίοδο, μας πρότεινε αυτήν τη λέξη ακριβώς επειδή είναι η ρίζα της αγγλικής λέξης για την ενσυναίσθηση (empathy). Μας είπε ότι υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην αγγλική σημασία και την αρχική, ελληνική έννοια, δηλαδή “βάσανο”, “συναίσθημα” και/ή “εμπειρία”. Ήταν η ιδανική λύση, πραγματικά. Και τόσο καιρό μας διέφευγε.

Conor: Δοκιμάσαμε πολλούς τίτλους αναζητώντας κάτι ταιριαστό, αλλά δεν μας καθόταν. Έτσι, όταν ο Jan μάς πρότεινε αυτόν και μας εξήγησε τι σημαίνει, όλα κούμπωσαν. Βέβαια, πρέπει να πω ότι στην αρχή δεν είπαμε “ναι” αμέσως. Νομίζω ότι μπήκε στη λίστα με τα “ίσως”. Όμως, μετά επιστρέψαμε σε αυτόν και τότε αρχίσαμε να βλέπουμε ότι ταίριαζε.

-Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι μια εντυπωσιακή, εξπρεσιονιστική και έντονη εικόνα. Πείτε μου πώς προέκυψε. Επίσης, από απλή περιέργεια, ο Dan δεν είναι αυτός που βλέπουμε στο εξώφυλλο; Πάντως, του μοιάζει πολύ.

Dan: Χαχαχα! Θα απαντήσω στη δεύτερη ερώτηση πρώτα. Ναι, εγώ είμαι. Δεν έγινε σκόπιμα. Υπήρξε μια προβληματική συνεννόηση μεταξύ μου και του καλλιτέχνη. Του στείλαμε μια φωτογραφία με εμένα σε αυτήν την πόζα, ως παράδειγμα για αυτό που θέλαμε στον πίνακα, αλλά κατέληξα να παραμείνω το θέμα του έργου. Όλοι στην μπάντα είπαν ότι δεν πειράζει και πως κανένας δεν θα με αναγνώριζε, εκτός αν παρατηρούσε τα μαλλιά. Αλλά να που εσύ το κατάλαβες. Τώρα, όποτε θα το βλέπει κανείς, θα λέει ότι είμαι καμιά ψωνάρα!

Ως προς το πώς προέκυψε, δεν είχαμε κάτι συγκεκριμένο κατά νου. Κυρίως, θέλαμε να βρούμε τον κατάλληλο καλλιτέχνη, αλλά και να αποτυπωθεί στον πίνακα το πνεύμα του δίσκου, και ο Jean-Luc Almond πέτυχε και στα δύο. Η αντίθεση των ζωηρών impasto λαδομπογιών και των ψυχρών και μελαγχολικών χρωμάτων στο φόντο ενός μονοχρωματικού πορτρέτου μού φάνηκε ότι αντιπροσωπεύει όλες τις θεματικές του δίσκου. Το κεντρικό θέμα του πίνακα έρχεται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τα πυκνά χρώματα που ξεχύνονται από το πρόσωπο. Δεν βλέπεις εκφράσεις, δεν βλέπεις χαρακτηριστικά· τα χρώματα, οι υφές και οι πινελιές τα λένε όλα, όχι το άτομο που απεικονίζεται. Εντυπωσιαστήκαμε πραγματικά και μας φάνηκε πολύ ενδιαφέρον που επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Για εμένα, είναι μια αναπαράσταση των δεινών που περνάμε και δεν γίνονται αντιληπτά ούτε από τα πιο οικεία μας πρόσωπα. Ό,τι και αν σε βασανίζει σε διαμορφώνει, είτε το θέλεις είτε όχι, αλλά αυτό που είναι στο χέρι σου είναι πώς θα το χειριστείς και πώς θα πας πέρα από αυτό. Όλοι μας έχουμε διαφορετικούς τρόπους χειρισμού, κάποιοι είναι επωφελείς, άλλοι είναι παντελώς επιζήμιοι, αλλά ένα είναι σίγουρο, έχουμε ανάγκη από κάθαρση. Ο πίνακας του εξωφύλλου, για εμένα, δείχνει έναν άνθρωπο στα όριά του, που τα πάθη και τα συναισθήματα που αποκόμισε από τις εμπειρίες του έχουν αρχίσει και ξεχειλίζουν.

Conor: Για χρόνια είχαμε την ιδέα ενός πίνακα για εξώφυλλο, ακόμα και πριν βγει το “Mire”, αλλά δεν μπορούσε να γίνει σωστά. Έτσι, όταν αρχίσαμε να σκεφτόμαστε το artwork αυτού του δίσκου, γνωρίζαμε τι θέλαμε πριν καν γράψουμε τα τραγούδια. Το μόνο που έμενε ήταν να δούμε πώς βγαίνει η μουσική και να βρούμε κάτι ταιριαστό. Πιστεύω πως αυτό που έφτιαξε ο Jean-Luc είναι ιδανικό. Εξώφυλλο και album δίνουν νόημα το ένα στο άλλο με έναν τρόπο τύπου “το σύνολο είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του”. Μου αρέσει που το CD και το gatefold του βινυλίου βγήκαν λες και η μουσική βρίσκεται κυριολεκτικά μέσα στον πίνακα. Το πίσω μέρος του packaging είναι το πίσω μέρος του κάδρου, και όταν ακούς τον δίσκο, ακούς τον πίνακα και ό,τι ενέπνευσε τη δημιουργία του, πράγμα που δεν νομίζω ότι έγινε σκόπιμα.

-Τι πρόοδο έχουν κάνει οι Conjurer από τις ημέρες του “Mire”; Και είναι αυτό αποτέλεσμα μιας συνειδητής προσπάθειας κατά τη σύνθεση και την ηχογράφηση του “Páthos” ή κάποια πράγματα προέκυψαν χωρίς να τα θέλετε απαραιτήτως;

Dan: Πιστεύω ότι το συγκρότημα πήγε μπροστά από την άποψη ότι πλέον είμαστε τέσσερα χρόνια πιο μεγάλοι. Μέσα σε αυτό το διάστημα, ζήσαμε απίστευτες εμπειρίες, ευκαιρίες και γεγονότα που μας άλλαξαν εντελώς. Ένα παράδειγμα είναι ότι, όσο περιοδεύαμε, εκτεθήκαμε σε μια πληθώρα υπέροχων συγκροτημάτων, τόπων και ανθρώπων. Αυτό διαμορφώνει ό,τι παράγεις. Όμως, όσον αφορά το τι θέλουμε να κάνουμε ως μπάντα, ο στόχος μας παραμένει ο ίδιος: θέλουμε να γράφουμε μουσική που μας συναρπάζει και μας διεγείρει και να περνάμε καλά κάνοντάς το. Κυρίως, όμως, η συλλογική μας «παλέτα» διευρύνθηκε, οπότε δεν στερούμαστε έμπνευσης και ιδεών για το μέλλον της μουσικής μας. Το βλέπω ήδη αυτό τώρα που γράφω υλικό για την τρίτη μας δουλειά. Το φάσμα της μουσικής είναι πιο μεγάλο από ποτέ, και αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα. Απολαμβάνω ό,τι έχουμε κάνει και ενθουσιάζομαι για όσα έρχονται, άρα δεν μου βγαίνει να κάνω μια συνειδητή προσπάθεια να αλλάξει κάτι από όλα αυτά. Κάνουμε τα πάντα με τους δικούς μας όρους εξαρχής και έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που ποτέ δεν περίμενα. Νομίζω πως, όσο παραμένουμε έτσι, όλα θα πάνε καλά.

Conor: Κάποια πράγματα έγιναν συνειδητά, εφόσον ο μόνος κανόνας που θέσαμε ήταν να μη φτιάξουμε ένα δεύτερο “Mire”, έπρεπε να είναι κάτι διαφορετικό. Οπότε, τα τραγούδια μας θα δείχνανε μια πρόοδο, επειδή δεν θα ανεχόμασταν το αντίθετο. Ο τρόπος με τον οποίο έγινε αυτό, όμως, δεν ήταν συνειδητός ή προσχεδιασμένος. Δεν κάτσαμε κάτω και είπαμε “Λοιπόν, ο δίσκος πρέπει να ακούγεται σαν αυτήν ή την άλλη μπάντα”. Γράψαμε ό,τι μας βγήκε φυσικά και, όπως είπε και ο Dan, επηρεαστήκαμε από τις εμπειρίες των περασμένων τεσσάρων ετών, που μας έμαθαν να είμαστε ένα συγκρότημα που περιοδεύει και δεν παίζει μόνο στα τοπικά μαγαζιά.

-Στις μέρες μας, ολοένα περισσότερα συγκροτήματα αναμειγνύουν πολλά και διαφορετικά είδη μουσικής. Φαίνεται ότι εσείς δεν δυσκολεύεστε καθόλου να μεταπηδάτε από το ένα στιλ ακραίου ήχου στο άλλο –από το sludge στο black metal και από το death metal στο hardcore/mathcore– και, παράλληλα, εξερευνάτε και εκθέτετε την πιο ευαίσθητη, ήρεμη πλευρά σας. Ο λόγος είναι ότι είστε μια νέα μπάντα προς αναζήτηση ηχητικής ταυτότητας ή κάνετε μια καλά μελετημένη απόπειρα να ανοίξετε έναν νέο δρόμο στο ακραίο metal;

Dan: Για να είμαι ειλικρινής, μάλλον κανένα από τα δύο. Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος ήχος που αναζητάμε και σίγουρα δεν προσπαθούμε να ανοίξουμε νέους δρόμους. Απλώς είμαστε τέσσερα άτομα με πολύ διαφορετικά γούστα, αλλά για κάποιον λόγο επικοινωνούμε ουσιαστικά όταν πρέπει να γράψουμε μουσική ή να παίξουμε μαζί. Μεγαλώσαμε ακούγοντας παρόμοια πράγματα και είχαμε όλοι τη φιλοδοξία να είμαστε σε ένα συγκρότημα και να περιοδεύουμε όσο περισσότερο γίνεται. Από αυτήν την άποψη, δεν είναι τυχαίο που επικοινωνούμε. Όμως, ποτέ μας δεν πασχίσαμε για μια κατεύθυνση ή μια νοοτροπία άλλη από το “Μας φαίνεται ενδιαφέρον αυτό; Περνάμε καλά όταν το κάνουμε;” Όπως είπα, τα μουσικά μας γούστα δεν διασταυρώνονται ιδιαίτερα, πράγμα που κάνει τη μεταξύ μας συνεργασία κοπιώδη αλλά τρομερά εποικοδομητική εφόσον, με κάποιον τρόπο, καταλήγουμε να συμφωνούμε και να στηρίζουμε απόλυτα ό,τι κάνουμε.

Conor: Ναι, ούτε εγώ πιστεύω ότι είναι κάποιο από αυτά τα δύο. Νομίζω ότι κανένας μας δεν θα έλεγε ότι κάνουμε κάτι εντελώς καινοτόμο. Ελπίζω, τουλάχιστον, ο τρόπος που προσεγγίζουμε το είδος να είναι ξεχωριστός και να θυμίζει Conjurer περισσότερο απ’ ό,τι θυμίζει άλλες μπάντες. Μονάχα αυτό μπορούμε να πούμε με σιγουριά. Αλλά νομίζω ότι έτσι πάει μπροστά η μουσική, γενικότερα. Τα καινούργια συγκροτήματα οφείλουν να παίρνουν ό,τι τους παραδόθηκε από τα προηγούμενα και να το εξελίσσουν. Αλλιώς, ποιο είναι το νόημα; Δεν έχουμε ανάγκη από άλλες 20 μπάντες που παίζουν ακριβώς όπως οι Metallica. Θέλουμε μπάντες που θα πάρουν όσα έχουν κάνει όλοι οι άλλοι και θα τα κάνουν καλύτερα και διαφορετικά. Σαφώς, μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζει η παραβίαση των «κανόνων» του είδους.

-Νομίζω ότι συχνά εκφράζετε την επιθυμία σας να πάρετε τον ήχο της σκηνής του Roadburn και να τον κάνετε προσιτό στο κοινό του Download. Τι ακριβώς θέλετε να πείτε με αυτό;

Dan: Βασικά, εννοούμε πως θέλουμε να συνεχίσουμε να παίζουμε κατά κύριο λόγο βαριά και, ελπίζουμε, ενδιαφέρουσα μουσική μπροστά σε όσο το δυνατόν πιο ετερόκλιτα ακροατήρια. Ομολογούμε πως γουστάρουμε τρελά να παίζουμε σε μέρη όπου, φαινομενικά, δεν ανήκουμε, όπως στο Download Pilot, φερ’ ειπείν (Σ.τ.Σ. Με αυτήν τη διοργάνωση, που επιτράπηκε να παρακολουθήσουν 10.000 άτομα, η κυβέρνηση της Αγγλίας εξέτασε τη δυνατότητα να διενεργηθούν ξανά συναυλιακά δρώμενα υπό κανονικές συνθήκες). Εμείς ακούμε Imperial Triumphant, Kate Bush και Liturgy. Τι διάολο γυρεύουμε σε μια τέτοια διοργάνωση; Συνεπώς, όταν αρπάζουμε παρόμοιες ευκαιρίες, πρώτον, νιώθουμε τυχεροί και, δεύτερον, αν αρέσουμε σε κάποιο άτομο στο κοινό που δεν έχει εντρυφήσει ποτέ στη μουσική μας, τότε έχουμε βγει κερδισμένοι. Αλλά και να μας σιχαθούν… Τι άλλο έπρεπε να περιμένουμε, δηλαδή;

Conor: Μας αρέσει που όλες αυτές οι διαφορετικές μπάντες και οι σκηνές, στις οποίες έχουμε την τύχη να ανήκουμε, μας επηρεάζουν και συνθέτουμε στοιχεία τους σε ένα αξιοπρεπές πακέτο. Μπορεί τώρα να ακούμε Imperial Triumphant και Sumac, αλλά δεν μεγαλώσαμε έτσι· μεγαλώσαμε με Trivium και The Black Dalhia Murder. Οπότε, το θέμα είναι πώς τα συνδυάζεις όλα αυτά. Μάλλον αυτό είναι που μας επιτρέπει να παίζουμε σε φεστιβάλ όπως το Roadburn και το Download, αλλά και να έχουμε λίγη έστω επιτυχία και στα δύο. Μπορεί, βεβαίως, να μην «κουμπώσουμε» ακριβώς πουθενά, αλλά έχει κι αυτό τα καλά του. Κάλλιο να είσαι ένα συγκρότημα που μπορεί να κολλήσει σχεδόν σε οποιαδήποτε σκηνή παρά να ανήκεις αποκλειστικά σε μία. Επίσης, παίζει ρόλο αυτό που λέγαμε, ότι και οι τέσσερις έχουμε διαφορετικές επιρροές που προσπαθούμε να ενσωματώσουμε στη μπάντα. Για παράδειγμα, παρότι εγώ εκτιμώ τη σκηνή του Roadburn, που όλο την αναφέρουμε, δεν είμαι αυτής της φάσης όσο ο Dan και ο Brady. Έτσι, όταν συνεισφέρω στις συνθέσεις μας, δεν το κάνω υπό αυτό το φίλτρο, αν καταλαβαίνεις τι λέω. Ο Dan είναι ο βασικός συνθέτης μας, άρα πάντα το δικό του γούστο θα βαραίνει πιο πολύ, αλλά παραμένει μια συνεργασία τεσσάρων ατόμων. Είναι πολύ πιθανό, αν ο Dan έμενε ο μόνος συνθέτης (που το απεύχομαι), η μουσική του να μην είχε τόσες «Download ευαισθησίες». Όμως, αν έγραφα μόνο εγώ τα τραγούδια (που το απεύχομαι ακόμα παραπάνω!), μάλλον δεν θα ήταν καν τόσο καλά. Άρα, όλοι συμβάλλουμε στο να υπάρχει ισορροπία.

-Αν έπρεπε να συνοψίσω την εντύπωσή μου για τους στίχους του “Páthos”, μάλλον θα έλεγα κάτι του τύπου “ένας νους εναντίον του εαυτού του”. Τα σκοτεινά και μελαγχολικά θέματα δίνουν βροντερό «παρών»: άγχος, κατάθλιψη, κατήφεια, άνοια, απώλεια και θρήνος. Μάλιστα, η προσέγγισή σας είναι τόσο πειστική, που ίσως και να δείχνει ότι προκύπτει από τη βιωμένη εμπειρία. Μπορείτε να μας μιλήσετε για τη στιχουργία του “Páthos”;

Dan: Πράγματι, τα πράγματα βάρυναν απότομα σε αυτό το album! Θα είμαι ειλικρινής. Ναι, πολλά από αυτά αφορούν προσωπικά βιώματα. Πιστεύω ότι πάντα θα υπάρχει αυτό το προσωπικό, συναισθηματικό στοιχείο στη μουσική μας, και σίγουρα δεν το αποφεύγουμε. Δεν θα σου μιλήσω για κάθε τραγούδι ξεχωριστά, αλλά έχεις αντιληφθεί σωστά τις περισσότερες θεματικές, μπράβο σου. Πολλοί από τους στίχους δεν είχα καταλάβει πόσο προσωπικοί είναι μέχρι το σημείο που ηχογραφήσαμε τα φωνητικά. Κάποια τραγούδια πηγάζουν από πολύ μαύρες καταστάσεις. Το “All You Remember”, που μιλάει για το Αλτσχάιμερ και την άνοια, προέκυψε από συζητήσεις μου με τον Jan για τις γιαγιάδες μας, που πάλεψαν με αυτές τις νόσους, και για την αγριότητα που βιώνουν τόσο τα θύματα όσο και οι συγγενείς τους. Μας ζορίζει πού και πού αυτό το τραγούδι, αλλά θέλαμε πολύ να το γράψουμε. Το “Suffer Alone” αφορά ένα δικό μου άτομο το οποίο δεν θα κατονομάσω και το “In Your Wake” είναι μια ματιά στις οικογενειακές σχέσεις και αλληλεπιδράσεις. Δεν θέλω να διαψεύδω τις διαφορετικές ερμηνείες που μπορεί να έχει καθένας/καθεμία, αλλά θα ήταν ψέμα αν έλεγα ότι οι στίχοι δεν αφορούν συγκεκριμένα ζητήματα.

Τα video για τα “It Dwells” και “Rot” είναι τρομερά αξιόλογα και βγήκε ένα πολύ καλοδουλεμένο αποτέλεσμα. Ποιες είναι οι ιδέες πίσω από αυτά; Επίσης, πέρα από την εμφάνισή σας στα video, εμπλέκεστε στο φτιάξιμό τους ή οι σκηνοθέτες είχαν πλήρη δημιουργική ελευθερία;

Dan: Οι στίχοι για αυτά τα δύο τραγούδια είναι, ουσιαστικά, οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Και τα δύο αφορούν την αγχώδη διαταραχή και την κατάθλιψη, τις οποίες και προσωποποιούν. Το “It Dwells” μιλάει για το άγχος σαν να ήταν μια σταθερή, ανυποχώρητη παρουσία μες στο σπίτι σου. Δεν σε βλάπτει, δεν σου κάνει κάτι με την αυστηρή έννοια, αλλά είναι πάντα παρούσα. Όταν το γράφαμε, ο Jan έλεγε ότι το τραγούδι έρεε σαν να μιμείται τα στάδια μιας κρίσης άγχους/πανικού. Το “Rot” εστιάζεται στην κατάσταση που προκαλεί η κατάθλιψη, σε αυτό που σου κάνει και σε αυτό που νιώθεις: ένα αίσθημα συντριβής και απελπισίας. Το concept για το video του “It Dwells” ξεκίνησε από μια δική μου ιδέα και μετά την επεξεργαστήκαμε με τον σκηνοθέτη, τον David Gregory. Το video για το “Rot” γεννήθηκε με παρόμοιο τρόπο, αλλά το δουλέψαμε μαζί με τον φωτογράφο μας, τον Joe Guppy (JGVisuals). Πάντοτε ήθελα να ασχοληθώ πιο ενεργά με την καλλιτεχνική διεύθυνση του συγκροτήματος, αλλά δεν είχα ιδέα πώς να το κάνω την εποχή του “Mire”. Οπότε, μου άρεσε πολύ που τώρα υπήρχαν μερικές αξιόλογες ιδέες εξαρχής, αλλά και που είχαμε καλούς ανθρώπους και φίλους να μας βοηθήσουν και να φτιάξουμε κάτι που να την παλεύει.

Conor: Όλοι μας συμβάλαμε στο δημιουργικό κομμάτι, όπως κάνουμε και με τη μουσική, αλλά το οπτικό αποτέλεσμα των video και οι ιδέες, για άλλη μία φορά, προήλθαν από τους στίχους του Dan. Έτσι, ήταν λογικό να έχει τον πρώτο λόγο και σε αυτά τα θέματα. Και τα δύο video (όπως και το τρίτο, για το “Crack in the Pyre”) βγήκαν πολύ καλά και μείναμε πολύ ικανοποιημένοι, εν αντιθέσει με ό,τι κάναμε για το “MIre”. Όχι ότι δεν μας άρεσαν τα video για το “Mire”, αλλά δεν καταφέραμε να υλοποιηθεί πλήρως το καλλιτεχνικό όραμά μας. Τούτη τη φορά, θέλαμε να γίνουν όλα πολύ καλύτερα, όπως έγινε με το artwork και τη μουσική. Είμαι πολύ περήφανος που τα καταφέραμε.

-Θεωρώ ότι, μέχρι και σήμερα, το project του “Curse These Metal Hands” ξεχωρίζει και αποτελεί εξαιρετικά ενδιαφέρον πείραμα. Αν επαναλαμβάνατε ποτέ κάτι παρόμοιο, με ποιο συγκρότημα θα συνεργαζόσασταν, όπως κάνατε τότε με τους Pijn;

Dan: Σε πληροφορώ, λοιπόν, ότι το “Curse These Metal Hands” ζει ακόμα. Έχει γραφτεί νέα μουσική και μένει να την ηχογραφήσουμε. Το θέμα είναι πώς θα γίνει το δύσκολο κομμάτι, να συμπέσουν τα προγράμματά μας. Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να διαλέξω ένα άλλο συγκρότημα για κάτι τέτοιο, καθώς όλα εξαρτώνται από το πόσο καλά «κολλάμε» μεταξύ μας. Υπάρχει, βέβαια, μια μπάντα από την Οκλαχόμα, που λέγεται Chat Pile και πιστεύω ότι θα ήταν γαμάτο να παίξουμε μαζί. Δεν ξέρω κατά πόσο θα μας γούσταραν εκείνοι, αλλά είναι τρομεροί και θέλω να παίξω τεράστια riffs μαζί τους.

-Έχετε συναυλιακά σχέδια για να προωθήσετε το “Páthos”; Επίσης, έχει έρθει κανείς σε επαφή μαζί σας για καμιά ζωντανή εμφάνιση στην Ελλάδα;

Dan: Ναι, έχουμε. Θα παίξουμε σε μερικά ακόμη φεστιβάλ: στο Brutal Assault στην Τσεχία, στο Summer Breeze στην Γερμανία, στο ArcTanGent στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο Soulcrusher στην Ολλανδία. Ύστερα έχουμε την ευρωπαϊκή headline περιοδεία μας, που ξεκινά τέλη Οκτωβρίου και θα ολοκληρωθεί τέλος του έτους. Ετοιμάζουμε ωραία πραγματάκια για την επόμενη χρονιά, θέλουμε να επισκεφτούμε νέα μέρη (η Ελλάδα είναι ένα από αυτά), αλλά τίποτα δεν έχει κλείσει οριστικά ακόμα.

Conor: Βασικά, όλο το πλάνο για την προώθηση του “Páthos” αφορά συναυλίες. Το “Mire” είναι ευρύτερα αναγνωρισμένο και ο κόσμος λέει τα καλύτερα για αυτό, αλλά δεν θα είχε τέτοια δημοτικότητα αν δεν το είχαμε στηρίξει περιοδεύοντας τόσο εκτεταμένα. Μας θεωρώ περισσότερο συναυλιακή παρά στουντιακή μπάντα, αν και τα πάμε καλά και στα δύο. Πιστεύω ότι διαπρέπουμε σε συναυλιακό περιβάλλον, οπότε έχω ενθουσιαστεί που θα μπορέσουμε να περιοδεύσουμε και πάλι υπό κανονικές συνθήκες, πηγαίνοντας το “Páthos” σε όσο το δυνατόν περισσότερα μέρη του κόσμου.

-Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη, παιδιά. Κάτι τελευταίο για το ελληνικό κοινό σας;

Dan: Σας ευχαριστούμε πολύ που αφιερώσατε χρόνο στο album μας. Οι λέξεις δεν αρκούν για να περιγράψουν πόσο το εκτιμούμε. Επίσης, σας ευχαριστούμε που μας «βοηθήσατε» να βρούμε τίτλο για τον δίσκο! Ελπίζουμε να βρεθούμε εκεί πολύ σύντομα.

Conor: Συμφωνώ με τον προλαλήσαντα.

81
About Πέτρος Μπεϊμανάβης 66 Articles
Ευαίσθητος, αυτοκαταστροφικός, ονειροπόλος, κυκλοθυμικός Ιχθύς, με ωροσκόπο Παρθένο, Σελήνη στον Υδροχόο, αλλά δεν πιστεύω στα ζώδια, αισθάνομαι ότι έχω γεννηθεί κάτω από το άστρο του 2112, με τεχνητές ωδίνες που προκάλεσε ο εναρκτήριος μπάσος ήχος του “Tom Sawyer”. Στον δρόμο, γυρνάω το κεφάλι μου αν πιάσει το αφτί μου κάτι από τα παρακάτω: Πέτρο, Images and Words, Warrel Dane, Morbid Angel, Bergman, Kundera, Chick Corea, Sarah Kane, σοκολάτα, “Μιλάμε για πολύ meta- φάσæ” και “Κατ’ αρχήν…”.