BILL WARD: Ποιος πέταξε το “4” από το Vol.4

TRIBUTE

Το μεταπολεμικό Birmingham είναι μια περιοχή βαθιά πληγωμένη από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Όντας μια πόλη που περιβάλλεται από εργοστάσια, πασχίζει να ορθοποδήσει ξανά βασισμένη στη βιομηχανία και τις πλάτες της εργατικής τάξης. Στο μουντό και μίζερο Aston βλέπει για πρώτη φορά το ημίφως της ζωής ο William Thomas Ward, στις 5 Μαΐου 1948.

Ο μικρός “Brummie” μεγαλώνει σε ένα σπίτι όπου και οι δυο γονείς του αγαπούσαν ιδιαίτερα την αμερικανική jazz. Οι πρώτες του μουσικές μνήμες στα 6 του χρόνια αναπηδούν από το γραμμόφωνο του πατρικού του σπιτιού, καθώς τα πρωινά έπαιζαν μόνιμα αυτοί οι δίσκοι. Οι γονείς του συνήθιζαν να κάνουν πάρτι τα σαββατόβραδα και έπαιζαν τα γνωστά τραγούδια από την εποχή του πολέμου. Υπήρχε κι ένας ντράμερ που ερχόταν και συνήθως έφευγε μεθυσμένος ξεχνώντας το μικρό του σετ. Έτσι ο μικρός Bill έβρισκε τα πρωινά της Κυριακής την πρώτη του ζωντανή επαφή με τα τύμπανα. Γύρω στα 8 με 9 του χρόνια έρχεται το Rock ‘n’ Roll, ο Elvis Presley, οι The Platters, The Ink Spots, ο Buddy Holly, ο Little Richard αλλά και το R & B. Του άρεσαν πολύ και οι Boys’ Brigade που κατέβαιναν και έπαιζαν τα πρωινά της Κυριακής στο δρόμο τους, και πάντα περίμενε να τους δει με το βλέμμα καρφωμένο στα τύμπανα.

Οι μνήμες του από το Aston είναι βυθισμένες στους καπνούς και τους ατμούς που ήταν μόνιμα στον αέρα. Οι άνθρωποι φρόντιζαν ο ένας τον άλλο, δούλευαν σκληρά αλλά ήταν πολύ φιλικοί. Υπήρχαν ξεχωριστές αξίες στο δρόμο, και η εμπειρία να μεγαλώνεις εκεί σημάδεψε τον Bill. Μόλις στα 12 χρόνια του συνήθιζε να πηγαίνει σε ένα μουσικό μαγαζί στο Birmingham, που λεγόταν Jones & Crossland. Εκεί έπαιζε ένας jazz ντράμερ που λεγόταν Lionel Rubin, και καθόταν και τον παρακολουθούσε με θαυμασμό.

Ο Bill ήταν αυτοδίδακτος. Όμως παντού τριγύρω του υπήρχαν μουσικοί και ο έφηβος Bill είχε μάθει να παρατηρεί. Όταν ήταν μαθητής ακόμα στο σχολείο, πήγαινε στις pub και τα club του Birmingham και παρακολουθούσε τους πάντες. Θυμάται να στέκεται στο πλάι της σκηνής και να κοιτάζει με προσοχή τον Jim Capaldi των Deep Feeling, ή τον Clive Bunker όταν έπαιζε με τους Jethro Tull. Μια άλλη βασική επιρροή από την πόλη του ήταν ο Micky Evans που είχε ένα μαγαζί με ντραμς και ο Bill τον παρακολουθούσε καθημερινά για χρόνια. Είχε δημιουργηθεί κάτι σαν μια μικρή κοινότητα από ντράμερς και συναθροίζονταν στο μαγαζί του Evans. Υπήρχαν καθημερινά 6 με 7 μουσικοί εκεί και όλοι έπαιζαν από λίγο, δείχνοντας στους υπόλοιπους τι νέο είχαν μάθει.

Στην εφηβεία του είχε πολλές ευκαιρίες να παίξει περιστασιακά σε τζαμαρίσματα με μεγαλύτερους από αυτόν jazz μουσικούς, όχι επειδή ήταν ιδιαίτερα φτασμένος σε δεξιοτεχνία, αλλά απλά διάφοροι τρομπετίστες και σαξοφωνίστες τον καλούσαν να καθίσει στο drum kit και να τους συνοδέψει. Έτσι, δουλεύοντας το ύφος του σε αυτό τον χώρο, δεν είναι πια μυστικό πως η μεγαλύτερη επίδραση, ο μέντορας του Bill Ward υπήρξε ο μοναδικός αμερικανός jazz ντράμερ και συνθέτης, Gene Krupa. Κοντά του έρχονταν και οι άλλοι μεγάλοι του είδους, Buddy Rich και Louie Bellson. Από τη μέρα που άκουσε 9 χρονών το “Peggy Sue” του Buddy Holly, μέχρι τα 14 που ο πρώτος δίσκος των Beatles τον έφερε σε επαφή με το παίξιμο του Ringo, τα κομμάτια του παζλ έμοιαζαν να συμπληρώνονται στο μυαλό του. Τα τύμπανα θα μπορούσαν να είναι ένας προσιτός τρόπος να είσαι σε μια μπάντα, να περνάς καλά, και ήταν πολύ πιθανό να υπήρχαν και κορίτσια στην εικόνα.

Συνάντησε για πρώτη φορά τον Tony Iommi στο μαγαζί της μητέρας του Tony, το 1966, όταν έπαιζε τύμπανα για ένα γκρουπ που λεγόταν “The Rest”, ενώ ο Tony είχε ήδη αρκετές περιστασιακές συμμετοχές σε σχήματα του Birmingham. Τότε σκέφτονταν να δοκιμάσουν και με δεύτερο κιθαρίστα, έτσι πήγαν στο σπίτι του Tony στο Park Lane του Aston να τον ρωτήσουν κι αυτός απάντησε αμέσως καταφατικά. Κανόνισαν μια μικρή πρόβα και πρότειναν να παίξουν ένα τραγούδι του Chuck Berry, καθώς είχαν ήδη μερικά στο πρόγραμμά τους. Ο Tony ήταν εκπληκτικός, τους άφησε με το στόμα ανοιχτό να κοιτάζονται μεταξύ τους, και ήταν η πρώτη φορά που ο Bill είχε δει από κοντά κάποιον κιθαρίστα να παίζει τόσο καλά. Το αστείο ήταν πως λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Tony τους κοίταξε απολογητικά και ρώτησε “εντάξει;”…

Στο μεταξύ, ένα γκρουπ που λεγόταν Mythology πρόσφερε δουλειά στον Iommi, στο Carlisle στη βόρεια Αγγλία. Όταν άκουσε πως ο ντράμερ τους θα έφευγε, φρόντισε να τον αντικαταστήσει ο Bill. Ζούσαν όλοι στο ίδιο σπίτι, στο Carlisle, σε μια περιπετειώδη εποχή κι ενώ υπήρχαν πολλά γκρουπ κατάφεραν, έχοντας μια ατζέντη που λεγόταν Monica Lynton, να κάνουν πολλές ζωντανές εμφανίσεις, μέχρι και στη Σκωτία. Η μουσική είχε αρχίσει επίσης να αλλάζει και να γίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Στο πρόγραμμά τους είχαν συμπεριλάβει και το “Morning Dew” των Grateful Dead, μαζί με όλα τα τυπικά blues στα οποία ο Tony ξεδίπλωνε την lead παρουσία του, ενώ είχαν ήδη αρχίσει να γράφουν και δικό τους υλικό. Η μπάντα έδενε όλο και περισσότερο, συναντούσαν διαρκώς ενδιαφέροντες ανθρώπους, όπως για παράδειγμα τους Spooky Tooth, που λέγονταν τότε ακόμα Art, ή τον μπασίστα των Humble Pie, Greg Ridley που ήταν από την ίδια πόλη.

Η ιστορία των Mythology έληξε πρόωρα και άδοξα με μια σύλληψη για κάνναβη και μια καταδίκη στο δικαστήριο της πόλης. Μια ποινή φυλάκισης με διετή αναστολή και ένα χρηματικό πρόστιμο 10-15 λίρες στον καθένα, σφράγισαν την ιστορία, και ο Tony με τον Bill γύρισαν στο Birmingham, και περνούσαν πολύ χρόνο στο σπίτι του Tony. Ο Geezer Butler συνήθιζε να κατεβαίνει από το λεωφορείο και να περνά μπροστά από το σπίτι του Tony σχεδόν καθημερινά. Ο Bill θυμάται τον εαυτό του να εντυπωσιάζεται από την παράξενη αύρα της εμφάνισης του Geezer. Ήταν ένας ξεχωριστός τύπος με έντονα πράσινα παντελόνια “καμπάνα” και λουλουδάτα πουκάμισα. Έπαιζε τότε σε ένα γκρουπ που λεγόταν The Rare Breed- εκείνη την εποχή έπαιζε κιθάρα- και είχε πολύ επιβλητική σκηνική παρουσία και κίνηση. Ο Bill πάντα σκεφτόταν πως θα ήθελε να παίξουν μαζί. Ένα βράδυ που οι Rare Breed έπαιζαν στο ίδιο club με τους The Rest, τον συνάντησε για πρώτη φορά στα καμαρίνια. Έγινε γρήγορα ο τρίτος της παρέας.

Και οι τρεις μαζί αναζήτησαν τον “Ozzy Zig” που είχε βάλει μια αγγελία στη βιτρίνα ενός δισκοπωλείου: έγραφε πως έψαχνε για γκρουπ και είχε δικό του PA. Η εμφάνιση skinhead που είχε εκείνη την εποχή ο Ozzy , με δεδομένους τους καυγάδες των skinheads με τους μακρυμάλληδες τότε, αλλά και η αρνητική εντύπωση που είχε από πριν ο Iommi γι’ αυτόν, ήταν εμπόδια που ξεπεράστηκαν γρήγορα. Στην πρόβα που κανονίστηκε, ο Bill θυμάται να εντυπωσιάζεται από την πρώτη στιγμή με την ψυχή της φωνής του Ozzy και την έντονη blues αίσθηση που απελευθέρωνε. Όλοι κατάλαβαν πως κάτι σπουδαίο υπήρχε και ο Bill ένιωσε αυτή την άνεση και την οικειότητα με τους υπόλοιπους τρεις πια, ενώ γρήγορα ανέπτυξε μια ιδιαίτερη φιλία και σχέση με τον Ozzy που θα σημαδέψει όλη τη διαδρομή του. Έγινε πολύ γρήγορα ο άνθρωπος με τον οποίο θα μπορούσε να μιλάει για ώρες.

Είναι πια γνωστό πως το πρώτο όνομα The Polka Tulk Blues Band έγινε αρχικά Earth, και αντικαταστάθηκε γρήγορα, από την πρόταση του Geezer, από το θρυλικό Black Sabbath. Ο Ward έχει πολύ έντονες μνήμες από τις ηχογραφήσεις και τις πρόβες των πρώτων χρόνων, με την αλλόκοτη αίσθηση πως κάποιο αόρατο πέμπτο μέλος υπήρχε εκεί: τα τραγούδια δεν έβγαιναν από τη φρεσκάδα τους, καθώς όλοι ήταν πτώματα από τις δουλειές τους, έμοιαζε όμως να ήταν εκεί μπροστά τους στον αέρα, περιμένοντας να τα πιάσεις. Αυτό ήταν βέβαια φυσιολογικό για μια μπάντα που έπαιζε και τζαμάριζε για ώρες κάθε μέρα.

Ο Ward ανέπτυξε το δικό του ιδιαίτερο ύφος στο παίξιμο που χαρακτηρίζει και τη μουσική τους. Παίζοντας πίσω από το ρυθμό, σε συντονισμό με τις κιθάρες, προέκυπτε αυτός ο τεράστιος, “λανθάνων”, δαιμονικός ήχος που αγαπούσαν. Η μαθητεία στην jazz έφερε αυτή τη διαφορετική προσέγγιση. Είχε βασισμένο το κούρδισμά του στον Gene Krupa, τον Buddy Rich και τον Joe Morello. Είχε περάσει πολύ χρόνο γύρω από ντράμερς , μαθαίνοντας πώς να παίρνει τον ήχο που έψαχνε, και ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στη ρύθμιση των toms για να έχει την απαιτούμενη δύναμη.

Τα πρώτα χρόνια δεν χρησιμοποιούσαν ενισχυτές και μικρόφωνα για τα τύμπανα, όλα ήταν φυσικά, μια μεγάλη πρόκληση να είναι κανείς μυώδης και ανθεκτικός. Ένιωσε ξεχωριστή ευχαρίστηση τη μέρα που άκουσε κάποιον να λέει “να βάλουμε κι ένα ζευγάρι μικρόφωνα εδώ πίσω στα τύμπανα”, ενώ όταν έκαναν τις πρώτες τους εμφανίσεις στην Αμερική, ανακάλυψαν με έκπληξη πως παντού υπήρχαν ενισχυτές αλλά και μόνιτορ.
Το 1975 συνήθιζε να έχει μια φιάλη οξυγόνου δίπλα στο drum set. Ο ίδιος είχε πει πως μετά από κάποια ιατρικά τεστ που έκανε, είχε υπολογιστεί πως η απώλεια ενέργειας σε κάθε ζωντανή του εμφάνιση αντιστοιχούσε με το τρέξιμο μιας απόστασης 15-20 μιλιών, ενώ τα φώτα στα οποία ήταν εκτεθειμένος άγγιζαν τους 115-120 βαθμούς, έτσι χρειαζόταν αυτή την υποστήριξη για τα πνευμόνια του.

Βέβαια, οι εθισμοί του Ward στα ναρκωτικά και κυρίως στο αλκοόλ ήταν παροιμιώδεις. Η μακροχρόνια φιλική σχέση με τον John Bonham, που μετρούσε ήδη από τα εφηβικά χρόνια, δυνάμωσε ακόμα περισσότερο μέσα στην παραίσθηση και την εξάρτηση του αλκοόλ. Όταν ο Bonham πέθανε, ο Ward είχε πει στη γυναίκα του “εγώ είμαι ο επόμενος”.

Τελικά βέβαια, δεν άντεξε μόνο στον σκληρό τρόπο ζωής που ακολούθησε για αρκετά χρόνια αλλά και στα ακραία πειράγματα των συντρόφων του, που συνήθιζαν τα περίεργα αστεία βάζοντας συχνά φωτιά στη γενειάδα του. Υπήρξε ένα περιστατικό στο τέλος μιας πρόβας όταν ο Iommi, πριν φύγουν, τον ψέκασε με υγρό αναπτήρα και του έριξε ένα σπίρτο. Το παντελόνι από πολυεστέρα που φορούσε ο Ward άρπαξε φωτιά πολύ γρήγορα με αποτέλεσμα να καταλήξει στο νοσοκομείο. Ο ίδιος ο Iommi ισχυρίζεται πως στη διάρκεια των ηχογραφήσεων του Vol.4, σχεδόν πέθανε. Τον είχαν βρει γυμνό και αναίσθητο μετά από ολονύχτιο μεθύσι και τον έβαψαν ολόκληρο με χρυσή μπογιά. Όλοι του οι πόροι έκλεισαν, η κατάστασή του έγινε κρίσιμη, μεταφέρθηκε επειγόντως με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, αποφεύγοντας το μοιραίο την τελευταία στιγμή.

Η μεγάλη καρδιά του Ward τα συγχωρούσε και τα άντεχε όλα αυτά. Αυτό που σχεδόν τον σκότωσε ήταν η στιγμή που ανακοίνωσε στον καλύτερο φίλο του, τον Ozzy, πως απολύεται από το γκρουπ, στις 27 Απριλίου του 1979. Ο ίδιος προσφέρθηκε εθελοντικά να το κάνει καθώς ήταν συνηθισμένος να αναλαμβάνει για όλους τους συχνά τη βρώμικη δουλειά. Απλά σε εκείνη τη συγκυρία είχε να κάνει με τον “αδερφό” του και ήταν μια από τις πιο τραγικές μέρες της ζωής του, όπως έχει επαναλάβει αρκετές φορές από τότε.

Η δυσάρεστη εξέλιξη συνδυάστηκε και με την απώλεια της μητέρας του. Το αλκοόλ πήρε εντελώς τα ηνία της ζωής του, περνώντας σε δεύτερη μοίρα τόσο τη μπάντα όσο και την οικογένειά του. Δέχεται μηχανικά να συνεχίσει στη διάρκεια της διαδικασίας της ηχογράφησης του “Heaven And Hell”, από τις οποίες δεν έχει καν μνήμες. Διαλυμένος από τον αλκοολισμό του και με συχνές κρίσεις πανικού, δεν συμφιλιώνεται ουσιαστικά ποτέ με την πραγματικότητα της παρουσίας του Ronnie James Dio στη θέση του φίλου του, παρά το γεγονός πως δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα μαζί του. Η τελευταία του εμφάνιση με τους Sabbath πραγματοποιήθηκε τις 19 Αυγούστου 1980 στη Μιννεάπολη. Μετά, με ένα σύντομο τηλεφώνημα ενημέρωσε τον Dio πως αποχωρούσε από το γκρουπ.

Η αφύπνιση απέναντι στο μεγάλο του πρόβλημα ήρθε οριακά και εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να παλέψει και να απαλλαχτεί από το ποτό. Επέστρεψε στους Sabbath το 1983 για τις ηχογραφήσεις του “Born Again”, με τον Ian Gillan πια στο μικρόφωνο. Η περίοδος απόλυτης κραιπάλης που κόστισε και την ολοκληρωτική καταστροφή του αυτοκινήτου του από τον Gillan, έριξε ξανά τον Ward στην άβυσσο των καταχρήσεων πριν καν τελειώσουν οι ηχογραφήσεις. Η συγκυρία της διεκδίκησης της κηδεμονίας του γιού του από την πρώην γυναίκα του επιδεινώνει την ψυχολογία του και δεν ακολουθεί στην περιοδεία του άλμπουμ. Την θέση του παίρνει ο Ben Bevan των Electric Light Orchestra.

Η τελευταία απόπειρα επιστροφής έγινε το 1984, όταν για ένα φεγγάρι πέρασε από το μικρόφωνο των Sabs ο πολυδιαφημισμένος τότε Dave Donato, η απόπειρα όμως απέτυχε συνολικά και ο απογοητευμένος Ward τραβήχτηκε στην άκρη. Έπαιξε συνολικά σε δέκα στούντιο άλμπουμ όπου κάποιες φορές έδωσε και στιχουργική βοήθεια στον Butler, ενώ τραγούδησε δυο φορές. Η πρώτη είναι στο Beatlish “It’s Alright”, του Technical Ecstasy, που είχε γραφτεί ένα χρόνο νωρίτερα σε ένα πάρτι και άρεσε ιδιαίτερα στον Ozzy. Όταν ηχογραφούσαν το άλμπουμ στη Florida, και θεώρησαν πως τους έλειπε ένα τραγούδι ακόμα, σκέφτηκαν να το προσθέσουν. Ο Ward ρώτησε τον Ozzy αν θα είχε πρόβλημα με αυτό και ο Ozzy ήταν απόλυτα σύμφωνος. Η δεύτερη φορά ήταν στο “Swinging The Chain”, του επεισοδιακού “Never Say Die”, όταν ο Ozzy αρνήθηκε να ηχογραφήσει ένα τραγούδι που είχε προκύψει από το περιστασιακό πέρασμα του Dave Walker.

Στις αρχές της μοναχικής του διαδρομής έχει ένα σύντομο πέρασμα από τους Max Havoc και τους The Mezmerist και παίζει στο EP των τελευταίων, “The Innocent, The Forsaken, The Guilty” του 1983. Δυο χρόνια αργότερα, οι αυθεντικοί Sabs συναντιούνται ξανά επί σκηνής για ένα σύντομο set στο Live Aid του 1985.

Μετά από απουσία κάποιων χρόνων, ο Ward επιστρέφει στη μουσική δράση και τελικά κυκλοφορεί το 1990 το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ με τον τίτλο “Ward One: Along The Way”. Ο ίδιος έχει γράψει τη μουσική με βοήθεια από τους κιθαρίστες Rue Phillips και Keith Lynch στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου, ενώ υπάρχουν πολλοί καλεσμένοι που συνδράμουν με την παρουσία τους. Στα φωνητικά, ο Ozzy Osbourne εμφανίζεται στα “Bombers (Can Open Bomb Bays)”, “Jack’s Land”, ο Jack Bruce των Cream στα “Light Up The Candles (Let There be Peace Tonight)”, “Tall Stories”, στις κιθάρες βρίσκουμε και τον Zakk Wylde, στα τύμπανα τον Eric Singer, στο μπάσο τον Bob Daisley, και πολλούς άλλους, ενώ ο ίδιος τραγουδάει, παίζει τύμπανα και Keyboards. Το άλμπουμ έτυχε εξαιρετικής υποδοχής από τους κριτικούς ενώ στο κοινό δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό. Είναι μια δουλειά ασυμβίβαστη, απεριόριστη από έναν μουσικό πολυτάλαντο που ακολουθεί ελεύθερος την καρδιά του και έχει την σοφία να περικλείσει μέσα στον ορίζοντα της συνθετικής του κορνίζας, όλα όσα τον διαμόρφωσαν από μικρό σαν μουσικό, αλλά και τη διαδρομή του με τους Sabs, ένα έργο πολύχρωμο, δυνατό, πειραματικό και ειλικρινές. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε με δυο διαφορετικά εξώφυλλα, με τον Ward να προτιμά την μαύρη εκδοχή.

Στο μεταξύ οι περιστασιακές επιστροφές για ιδιαίτερες ζωντανές εμφανίσεις με τους Sabs συνεχίστηκαν, όπως έγινε το 1992 στην California εκτάκτως και μόλις για τέσσερα τραγούδια, ή το 1994 για μια περιοδεία στη Νότια Αμερική με τον Tony Martin στο μικρόφωνο. Τον Απρίλιο του 1997 κυκλοφορεί το δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ, με τον τίτλο “When The Bough Breaks”. Χωρίς αυτή τη φορά την πληθώρα συμμετοχών αλλά ξανά με τον κιθαρίστα Keith Lynch στο πλευρό του, τον Ronnie Ciago στα τύμπανα και τον Paul Ill στο μπάσο, ο Ward έχει γράψει τα πάντα και τραγουδάει στο άλμπουμ. Το σύνολο είναι ένα πιο ομοιογενές άλμπουμ με το παραδοσιακό hard rock και το blues να πρωταγωνιστούν, όμως η συνθετική ελευθερία του Ward το κάνει ξεχωριστό και αυθεντικό. Όμορφες προσθήκες τα γυναικεία φωνητικά, οι εμβόλιμες σφήνες του σαξόφωνου και της φυσαρμόνικας καθώς και οι folk εντυπώσεις που πλουτίζουν τις συνθέσεις, ενώ για ακόμα μια φορά η μουσική γνώση μιας ζωής απλώνεται με ψυχή. Υπάρχουν και πάλι δυο διαφορετικά εξώφυλλα, καθώς το 2000 επανακυκλοφόρησε με αλλαγμένο artwork.

Το καλοκαίρι του 1997 έγινε το περίφημο reunion της αυθεντικής σύνθεσης που σφραγίστηκε με δυο ξεχωριστές συναυλίες στο Birmingham NEC τον Δεκέμβριο. Στην πρώτη επίσημη live κυκλοφορία από τη θρυλική πρώτη τετράδα, το “Reunion” του 1998, εμφανίζονται μετά από χρόνια και δυο νέα τραγούδια τους, τα “Psycho Man” και “Selling My Soul”, που ανοίγουν σε όλους την όρεξη για νέο άλμπουμ.

Λίγο πριν την καλοκαιρινή ευρωπαϊκή περιοδεία, στη διάρκεια μιας πρόβας, ο Ward αισθάνεται αδιαθεσία και ζητάει να ξεκουραστεί ενώ το χέρι του έχει μουδιάσει τελείως. Στη διακοπή ο Iommi και ο Butler φεύγουν για λίγο χωρίς να δώσουν σημασία στο ασθενοφόρο που στο μεταξύ έχει φτάσει. Όταν γυρίζουν μετά από λίγο, ένας αλαφιασμένος Ozzy τους πληροφορεί πως ο Bill έπαθε καρδιακή προσβολή. Ο Vinnie Appice παίρνει τελικά τη θέση του.

Το 2000 ο Ward συμμετέχει στην ηχογράφηση του τραγουδιού “Who’s Fooling Who”, μαζί με τον Ozzy Osbourne, για το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του Iommi. Το 2002 κυκλοφορεί το single “Straws” για φιλανθρωπικούς λόγους. Η αυθεντική σύνθεση των Sabs επιστρέφει για live εμφανίσεις στη διάρκεια του 2004 και 2005, όταν περνούν και από τη χώρα μας, στις 25 Ιουνίου του 2005. Με τον Ozzy να επιστρέφει στη σόλο καριέρα του, οι Iommi/Butler αποφασίζουν να συνεργαστούν ξανά με τον Dio, και ο Ward, κατά την προσφιλή του τακτική ανοίγει τον δρόμο ακόμα μια φορά για τον Vinny Appice.

Στις 11 Νοεμβρίου 2011 (11/11/11), με το απαραίτητο σημειολογικό βάρος, οι Iommi, Butler, Osbourne και Ward ανακοινώνουν επίσημα την επανένωση του γκρουπ με σκοπό να ηχογραφήσουν άμεσα νέο άλμπουμ και να ακολουθήσει μια μεγάλη περιοδεία μέσα στο 2012. Κι αν υπήρχε μια υπόνοια να υποβόσκει σε αυτό η ανάγκη να αδράξουν τον χρόνο που τους απέμεινε μετά την απώλεια του Ronnie James Dio, η διάγνωση του Iommi με καρκίνο, τον Ιανουάριο του 2012, αρχίζει να πιέζει το πρόγραμμα ακόμα περισσότερο.

Ξαφνικά, στις 3 Φεβρουαρίου, ο Ward ανακοινώνει την αποχώρησή του. Με επίσημη δήλωση στην ιστοσελίδα του, έγραψε πως νιώθει εξοστρακισμένος και πως το μόνο που ζήτησε ήταν ένα συμβόλαιο που να δείχνει σεβασμό και αξιοπρέπεια στον ίδιο σαν αυθεντικό μέλος του γκρουπ. Αμέσως ξεσπά ένας πόλεμος δηλώσεων και από τις δυο πλευρές που κρατάει για αρκετό καιρό. Και είναι πραγματικά ένα σκληρό χτύπημα κάτω από τη μέση, ακόμα κι αν έχει μια σοβαρή δόση αλήθειας, η συνεχής επίκληση της βεβαρημένης υγείας του Ward από την πλευρά των Sabs, με τον αγαπημένο του Ozzy να πρωταγωνιστεί, γεγονός που σε βάζει σε σκέψεις. Με δεδομένη την άκομψη τακτική στο επίσημο προφίλ του γκρουπ στο facebook, να αφαιρέσουν τον Ward από όλες τις παλιές τους φωτογραφίες, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τον κυνισμό και τη σκληρότητα των κανόνων της μουσικής βιομηχανίας. Δεν είναι εύκολο άλλωστε να ξεχαστεί το γεγονός πως η σύνθεση του Mob Rules υποχρεώθηκε να κυκλοφορήσει άλμπουμ με το όνομα “Heaven And Hell”. O Ward συνέχισε να ισχυρίζεται πως ενώ είχαν αρχίσει να διαπραγματεύονται τα συμβόλαια, έκανε πρόβες καθημερινά για να είναι πανέτοιμος στις ηχογραφήσεις του δίσκου, με τον επόμενο στόχο να είναι η απώλεια κάποιου πρόσθετου βάρους για την επικείμενη περιοδεία, όπως συνήθιζε να κάνει.

Ο Ward πράγματι είχε προβλήματα υγείας και στη διάρκεια του 2013 μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία, ενώ υποβλήθηκε και σε μια επέμβαση στον ώμο του, που τον κράτησε μακριά από τα τύμπανα ως τον Μάιο του 2014. Το πρόβλημα αυτό καθυστέρησε και την κυκλοφορία του τρίτου προσωπικού του άλμπουμ, “Accountable Beasts”, για να γίνει τελικά αυτή στην ψηφιακή της μορφή, στις 25 Απριλίου του 2015. Συνεργάζεται σχεδόν με το ίδιο πλήρωμα του “When The Bough Breaks”, αν και 18 χρόνια αργότερα, ενώ ανάμεσα σε κάποιους καλεσμένους στα φωνητικά υπάρχει και η κόρη του. Ο Ward, χωρίς να έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν, διαλύει για άλλη μια φορά συμβάσεις και κανόνες και μας δίνει ένα μοναδικό άλμπουμ, σκοτεινό, αλλόκοτο, βαθύ, με τη γνωστή του ευρύτητα αλλά και ευθύτητα, ενώ δεν υπολείπεται και δύναμης. Η ασυμβίβαστη φλέβα του δυστυχώς αντανακλάται και στη γενική περιφρόνηση ακόμα και από το κοινό των Sabs για άλλη μια φορά.

Ο Ward διανύει μια έντονη περίοδο οργής και απογοήτευσης για τους συντρόφους του και περισσότερο για τον Ozzy, δηλώνοντας πως έχασε τρεις φίλους. Συνεχίζει να υπεραμύνεται των θέσεών του, να δηλώνει αληθινός και ειλικρινής απέναντι στον κόσμο, και να υποστηρίζει πως ακόμα και με ένα περίστροφο στο κεφάλι δεν θα δεχόταν να συνεχίσει με τους όρους που του είχαν προταθεί τότε. Αντιπαραθέτει μια μακροσκελή δημόσια απάντηση στο ανοιχτό γράμμα του Ozzy που έχει προηγηθεί.

Δεν παύει όμως να είναι ο ίδιος Bill Ward. Είναι ο άνθρωπος που κάνει την σκόνη να κάθεται πιο γρήγορα, την ειρήνη να έρχεται. Δεν αντέχει την οργή, το θυμό, την αρνητικότητα. Σήμερα πια έχει ξαναβρεί την πνευματική ηρεμία, πέρασε μακριά από την καταιγίδα και το μόνο που εύχεται για τους παλιούς του συντρόφους είναι να είναι πάντα καλά και ευτυχισμένοι. Ο ίδιος συνεχίζει πια να είναι καθαρός για δεκαετίες, να είναι χορτοφάγος, να γράφει ποιήματα αλλά και μουσική καθημερινά, με τους δικούς του ρυθμούς και να τρέχει τα διάφορα projects όπως πρόσφατα τους Day Of Errors.

Συνεχίζει να είναι εκείνη η μεγάλη καρδιά που ποτέ δεν τα κατάφερε καλά με τους κανόνες, τη διπλωματία και τους ελιγμούς της μουσικής βιομηχανίας. Ακόμα κι αν ακριβώς γι’ αυτό ήταν ο μοναδικός που έλειπε από αυτούς που έπρεπε να ήταν εκεί, πριν εκείνη η παλιά καμπάνα του καπνισμένου Aston χτυπήσει για τελευταία φορά.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 424 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…