ACCEPT

INTERVIEW

Όταν αναφερόμαστε στους Accept, μιλάμε για το ίδιο το Heavy Metal. Έχοντας σημειώσει μια σπουδαία πορεία στα 80’s με δίσκους-ορόσημα της αγαπημένης μουσικής μας, εδώ και 12 χρόνια πλέον έχουν επανέλθει με πλούσια δισκογραφική δραστηριότητα ανάλογη του τεράστιου ονόματός τους. Ο Αλέξανδρος Αντωνιάδης συνομιλεί με τον αειθαλή ηγέτη και κιθαρίστα τους, Wolf Hoffmann, με αφορμή τις επερχόμενες συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στις 2 και 3 Ιουνίου (ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ).

-Οι Accept είναι ένα από τα συγκροτήματα που διαμόρφωσαν τον αρχετυπικό ήχο του heavy metal. Ποια ήταν τα συγκροτήματα που ενέπνευσαν εσάς ώστε να σχηματίσετε τους Accept και πώς αυτά σας επηρέασαν στη δημιουργία του δικού σας ήχου;
Μεγαλώσαμε όλοι στα 70’s στη Γερμανία. Τα συγκροτήματα που ήταν δημοφιλή εκείνη την εποχή προέρχονταν κυρίως από τη Μεγάλη Βρετανία όπως οι Deep Purple, οι Queen, οι Uriah Heep, καθώς και λίγα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εγώ προσωπικά ήμουν επηρεασμένος από τους Judas Priest, τους ACDC και τους Deep Purple. Αυτά τα τρία θα έλεγα ως τις κύριες συνιστώσες επιρροής. Όμως ακούγαμε πολύ μεγαλύτερη ποικιλία μουσικών τότε, πριν καν το metal αποκτήσει υπόσταση, για παράδειγμα ως παιδί άκουγα πολύ Jethro Tull και αυτό ήταν πραγματικά βαρύ για εκείνη την εποχή, ενώ σήμερα θεωρούνται prog rock ας πούμε. Επίσης, άκουγα μέχρι και Status Quo, που ήταν μεγάλο όνομα τότε. Συνεπώς όταν σχηματίζεις το δικό σου συγκρότημα, παίρνεις κάποια στοιχεία από τον ήχο διάφορων καλλιτεχνών και έτσι διαμορφώνεις τον δικό σου ήχο. Αντίστοιχα, άλλα συγκροτήματα πήραν στοιχεία από τους Accept και έφτιαξαν τη δική τους μουσική. Κανένας δεν εφηύρε κάτι από το μηδέν. Ακόμα και ο Elvis, οι Beatles, οι Rolling Stones, ο καθένας πήρε κάτι από κάποιον προγενέστερα και διαμόρφωσε το δικό του στυλ. Είναι φυσιολογικό και απολύτως αποδεκτό.

Μέχρι τα μέσα των 80’s είχατε ήδη κυκλοφορήσει αρκετούς θρυλικούς δίσκους. Ειδικά η τριάδα “Restless And Wild” – “Balls To The Wall” – “Metal Heart” θεωρείται μνημειώδης στην ιστορία του metal. Τι θυμάσαι έντονα από εκείνες τις ένδοξες ημέρες του συγκροτήματος;
Καθώς βρισκόμασταν μέσα σε εκείνη την εποχή, δεν φαινόταν σε εμάς ότι είχαμε κάποια δόξα ως συγκρότημα. Μόνο εκ των υστέρων χαρακτηρίζονται οι περίοδοι ή οι δίσκοι ένδοξοι. Τότε απλώς ήμασταν όλοι νέοι, ενθουσιασμένοι και συγκεντρωμένοι στο συγκρότημά μας, χωρίς άλλα πράγματα να μας αποσπούν από τη μουσική. Μαζευόμασταν κάθε μέρα στο studio και δουλεύαμε ανελλιπώς πάνω στο υλικό μας, καθώς είχαμε μεγάλο πάθος και όνειρο να γίνουμε μια μέρα επαγγελματίες μουσικοί. Παράλληλα είχαμε τις δουλειές και τις σπουδές μας, όμως όλοι είχαμε τον στόχο να πετύχουμε ως συγκρότημα, όχι για να γίνουμε πλούσιοι, απλώς να το ακολουθήσουμε επαγγελματικά. Βέβαια, καθώς βρίσκεσαι στη διαδικασία να πετύχεις κάτι, δεν νιώθεις ότι ζεις ένδοξες ημέρες, απλώς δρούσαμε για τον σκοπό μας.

Συνθέσατε επίσης σημαντικούς δίσκους μέχρι και τα μέσα των 90’s. Με ποιον τρόπο αντιμετωπίσατε ως συγκρότημα τις προκλήσεις εκείνης της εποχής, κατά την οποία ξεπηδούσαν νέα metal ιδιώματα και νέες μόδες στον ήχο και πώς αυτό επηρέασε τις αποφάσεις για την πορεία σας τότε;
Εκείνη την περίοδο νιώσαμε ότι η απήχηση της μουσικής των 80’s έφτασε σε ένα τέλμα. Τότε ο κόσμος περίμενε κάτι διαφορετικό, το οποίο ήρθε με τη μορφή του alternative rock και ξαφνικά αισθανόμασταν ότι το heavy metal είχε πλέον πεθάνει. Οι δίσκοι δεν έκαναν πολλές πωλήσεις και οι συναυλίες μας δεν μάζευαν πολύ κόσμο στα 90’s. Συνεπώς προσπαθήσαμε, όπως και πολλά ακόμη συγκροτήματα του είδους, να προσαρμόσουμε τον ήχο μας σε ό,τι οι νέοι θα προτιμούσαν να ακούσουν εκείνη την περίοδο. Πιο βαρύ, πιο αυθόρμητο, σχεδόν jam-like ύφος. Πραγματικά τα 90’s ήταν δύσκολη δεκαετία για εμάς, σε αντιδιαστολή με την παραγωγικότητα των 80’s. Η χημεία ανάμεσα στα μέλη είχε επίσης μειωθεί και ο προγενέστερος ενθουσιασμός στη heavy metal σκηνή δεν υπήρχε πια. Προσωπικά ένιωθα σαν να παλεύω σε μια μάταιη μάχη.

Από το 1997 μέχρι το 2009 δεν κυκλοφορήσατε κάποιον δίσκο. Ποιοι ήταν οι λόγοι που το συγκρότημα έμεινε ανενεργό εκείνα τα χρόνια και πώς προέκυψε η απόφαση επαναδραστηριοποίησης; Ήταν μια ιδέα που υπήρχε καιρό ή προέκυψε σχετικά απρόσμενα;
Ακριβώς, δεν βγάλαμε άλλον δίσκο σε εκείνο το διάστημα, γιατί ένιωθα ότι ο κύκλος μας έκλεισε. Είχαμε ένα σπουδαίο σερί δισκογραφικά, όμως σκέφτηκα ότι είχε έρθει η ώρα για να ψάξω να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου. Η απόφαση να γίνουμε ενεργοί ξανά, ήρθε κάπως απροσδόκητα θα έλεγα. Ξέραμε ότι ο Udo δεν ήθελε να συνεχίσει μαζί μας, είχε κάνει ξεκάθαρο ότι θα πορευόταν με το προσωπικό του συγκρότημα. Ενωθήκαμε μόνο για μερικά καλοκαιρινά φεστιβάλ το 2005, και δεν είχε σκοπό να συνεχίσουμε για κάτι περισσότερο, παρόλο που εγώ ήθελα να συνεχίσουμε τις συναυλίες ακόμα κι αν δεν βγάζαμε νέους δίσκους. Όμως μια μέρα λίγα χρόνια μετά, συναντήσαμε τυχαία τον Mark Tornillo και συνειδητοποιήσαμε ότι έχει εκπληκτική φωνή. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε ως συγκρότημα μαζί του. Συγκεκριμένα, παίζαμε με τον Peter Baltes στο σπίτι για δική μας ευχαρίστηση, προσκαλέσαμε και έναν ντράμερ και τότε κάποιος πρότεινε τον Mark ώστε να μας συνοδεύσει ως τραγουδιστής. Ήρθε λοιπόν και παίξαμε το “Flash Rockin Man” και το “Fast As A Shark”. Ήταν προφανές μέσα σε μια μέρα ότι ο Mark θα ήταν η τέλεια προσθήκη για εμάς και πλέον έχουμε κάνει ήδη πέντε δίσκους με τη νέα σύνθεση.

Η κυκλοφορία του εξαιρετικού “Blood Of The Nations” το 2010 ήταν μια τεράστια έκπληξη για όλο τον κόσμο, έχοντας συνθετική ποιότητα με φρέσκο και μοντέρνο ήχο. Αυτή η επιστροφή, καθώς και οι αξιόλογοι δίσκοι που ακολούθησαν, έχουν συζητηθεί στη metal κοινότητα ως ένα από τα σπουδαιότερα come-back όλων των εποχών. Πώς διαμορφώθηκαν οι δίσκοι της νέας εποχής σας και ποιος ήταν ο ρόλος του Mark Tornillo ως νέου τραγουδιστή σε αυτή την κατεύθυνση;
Το “Blood Of The Nations” ήρθε ως αποτέλεσμα της συνεργασίας όλων μας. Ακούγοντάς το ξανά τώρα, συνειδητοποιώ πόσο εντυπωσιακά φρέσκο και γεμάτο ιδέες ακούγεται. Θεωρώ πως ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εγώ και ο Peter, πραγματικά συνδεθήκαμε ξανά, με αφορμή την ιδέα να ενεργοποιήσουμε πάλι το συγκρότημα. Στην πραγματικότητα, μέχρι τότε εγώ και ο Peter δεν βρισκόμασταν συχνά, παρά μόνο κάποιες φορές ανά μήνες, και ξαφνικά αρχίσαμε να εργαζόμαστε εντατικά πάνω στο νέο υλικό. Τότε συνειδητοποιήσαμε πόσο απόθεμα ιδεών, ενέργειας και δημιουργικότητας είχαμε. Δεν είχαμε κάνει μόνοι μας κάποια προεργασία για τον δίσκο. Εντυπωσιαστήκαμε με το πόσο αυθόρμητα αρχίσαμε να γράφουμε τραγούδια από το πουθενά σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο Mark μάς έδωσε τη δυνατότητα να επεκτείνουμε τις ιδέες μας. Μπορεί να τραγουδήσει οτιδήποτε, μέχρι μπαλάντες και αργά σημεία την ίδια στιγμή που έχει την χαρακτηριστική σκληρή χροιά που ταιριάζει στον ήχο των Accept. Είναι πολύ προσαρμοστικός. Συνεπώς αποκτήσαμε ξανά τον ενθουσιασμό των νεανικών χρόνων μας. Επίσης, ήμασταν τυχεροί που συνεργαστήκαμε στην παραγωγή με τον Andy Sneap. Μας βρήκε την κατάλληλη χρονική στιγμή. Ήταν από εκείνες τις περιόδους που όλα γίνονταν σωστά και τα πράγματα υλοποιούνταν αβίαστα, σε αντίθεση με τα 90’s που δεν κύλησαν ευνοϊκά για εμάς. Στα 10’s όμως, με έναν μαγικό τρόπο, όλα λειτούργησαν όπως θέλαμε.

Η κλασσική μουσική έχει αποτελέσει μια εμφανή επιρροή στο παίξιμό σου ως κιθαρίστας. Από μέρη μέσα σε σπουδαία τραγούδια, όπως το “Metal Heart”, μέχρι το DVD της συναυλίας σας στο Wacken Festival 2017 όπου εμφανίζεστε στη σκηνή με ολόκληρη ορχήστρα, μπορείς να αναλύσεις τη σχέση σου με την κλασσική μουσική και τον τρόπο με τον οποίο σε έχει επηρεάσει ως heavy metal συνθέτη;
Χωρίς να το συνειδητοποιώ πλήρως στην αρχή, μεγάλωσα γύρω από την κλασσική μουσική. Στη Γερμανία έπαιζε παντού, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στο σπίτι των γονιών μου. Για εμάς, όντας νέοι τότε, το metal ήταν μια επανάσταση ως προς αυτό. Θέλαμε ένταση, να ξεφύγουμε, να σοκάρουμε τους μεγαλύτερους. Αργότερα, καθώς μεγάλωσα, ανακάλυψα ότι υπήρχαν πολλά πράγματα στην κλασσική μουσική που μίλησαν μέσα μου και με άγγιξαν, ιδίως ο Tchaikovsky, ο Beethoven και ο Bizet. Άρχισα λοιπόν σιγά σιγά να μεταφέρω κλασσικές μελωδίες στην κιθάρα, όμως σκεφτόμουν ότι παραμένουμε άλλοι κόσμοι. Μέχρι που μια μέρα έβαλα αυτό το solo στο “Metal Heart” και είδα ότι ο κόσμος ανταποκρίθηκε θετικά σε αυτό. Συνεπώς, σκέφτηκα ότι μάλλον θα έπρεπε να το κάνω συχνότερα, μιας και ο κόσμος είχε οικειότητα με τέτοιες μελωδίες. Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα μπορούσα να κάνω περισσότερα πράγματα σε αυτή την κατεύθυνση και έτσι κυκλοφόρησα τον προσωπικό δίσκο “Classical” το 1997, πράγμα που απόλαυσα πραγματικά. Ήταν πολύ ενδιαφέρον για εμένα να εμβαθύνω και να βρίσκω ποια μέρη της κλασσικής μουσικής θα μπορούσαν να μεταφερθούν όμορφα στην ηλεκτρική κιθάρα. Το επόμενο βήμα λοιπόν ήταν να παίξουμε ζωντανά με ορχήστρα και είμαι πολύ χαρούμενος που τελικά το καταφέραμε στο Wacken του 2017 και στη συνέχεια στην περιοδεία του 2019 που έγινε με ολόκληρη ορχήστρα. Οι εποχές όπου υπήρχε αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ των δυο αυτών μουσικών ειδών έχουν περάσει. Πλέον βλέπουμε συχνά κλασσικά όργανα να αποδίδουν metal κομμάτια και αντίστοιχα metal συγκροτήματα να συνεργάζονται με ορχήστρες.

Η νέα γενιά έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τους σπουδαίους Accept είτε μέσω των δίσκων της σύγχρονης εποχής είτε μέσω των ιστορικών κυκλοφοριών σας. Στις συναυλίες το κοινό είναι εξοικειωμένο περισσότερο με τη σύγχρονη δισκογραφία σας ή υπάρχει ζήτηση για τραγούδια από τα 80’s κυρίως;
Θα έλεγα ότι τα πράγματα είναι μοιρασμένα 50-50. Υπάρχουν πολλοί παλιοί φανατικοί οπαδοί που θέλουν να ακούσουν τα παλιά τραγούδια μας προφανώς, όμως την ίδια στιγμή το πρόσφατο υλικό μας είναι τόσο δυνατό που αρκετοί λένε ότι ναι μεν ξέρουν και αγαπούν τους παλιούς δίσκους, όμως θα ήθελαν να ακούσουν εξίσου ή και περισσότερο τα νέα τραγούδια μας στις συναυλίες. Οπότε, κάθομαι και σκέφτομαι πολύ τη διαμόρφωση του setlist για τις επερχόμενες συναυλίες, προσπαθώντας να τα ζυγίσω και να ικανοποιήσω τους πάντες. Έτσι, για αυτή την περιοδεία μας, επαναφέρουμε κομμάτια από τα παλιά, βρίσκουμε κάποιες εκπλήξεις για τις συναυλίες, μερικά παραπάνω κομμάτια από το “Blood Of The Nations” και γενικά προσπαθούμε αυτόν τον καιρό να φτιάξουμε ένα νέο setlist, που θα συνδυάζει τόσο παλιό όσο και πρόσφατο υλικό.

Πως θα περιέγραφες τα τελευταία δυο χρόνια από τη σκοπιά του μουσικού; Πώς επέδρασε το πάγωμα της κοινωνικής ζωής και των καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων στη μουσική δράση σου;
Στην αρχή σκεφτόμουν ότι μπορώ να χαλαρώσω και να έχω ελεύθερο χρόνο για κάποιο διάστημα. Έτσι, τους πρώτους μήνες η χαλάρωση ήταν ευχάριστη, όμως μετά συνειδητοποίησα ότι βρίσκομαι χωρίς δουλειά πλέον ως μουσικός. Ένιωσα δηλαδή σαν να χάνω την υπόστασή μου όταν έβλεπα τις συναυλίες μας να ακυρώνονται η μια μετά την άλλη και αναρωτιόμουν τι κάνω πλέον στη ζωή μου αφού δεν μπορώ να παίξω μουσική. Πρέπει να παραδεχτώ ότι η πανδημία έκανε μεγάλη ζημιά στην έμπνευση και στη δημιουργικότητα μου. Επίσης ένιωσα ότι ήταν δύσκολο να βρω ξανά το κίνητρο μου για να γράψω νέο δίσκο. Άλλωστε, ήμασταν ήδη απασχολημένοι με το να συνθέτουμε τον δίσκο “Too Mean To Die” όταν ξεκίνησε όλο αυτό και δεν είχαμε την ευκαιρία να περιοδεύσουμε για την προώθησή του.

Ποια είναι τα σχέδια σας για το άμεσο μέλλον;
Επιτέλους βγαίνουμε ξανά σε περιοδεία με ολοκληρωμένο line-up, έχοντας τρεις κιθαρίστες. Προβάρουμε εντατικά στο studio και πιστεύω ότι ακουγόμαστε καλύτερα από ποτέ. Εξετάσαμε παλαιότερα κομμάτια μας και βρήκαμε σημεία που θα αποδοθούν από τρεις κιθάρες. Επομένως, για πρώτη φορά θα παρουσιάσουμε αυτό το line-up στο ευρωπαϊκό κοινό και πιστεύω ότι το αποτέλεσμα θα είναι εντυπωσιακό. Θα περάσουμε τρεις μήνες σε καλοκαιρινά φεστιβάλ, θα συνεχίσουμε την περιοδεία μας πηγαίνοντας στην Αμερική και μετά σίγουρα θα κάνουμε νέες συναυλίες στην Ευρώπη. Έχουμε μια ολόκληρη λίστα δραστηριοτήτων βασισμένη στο νέο δίσκο, τον οποίον θέλουμε να παρουσιάσουμε κατάλληλα στο κοινό, προτού κυκλοφορήσουμε κάτι νέο. Πάντα άλλωστε προτιμούσα να έχουμε ποιότητα έναντι ποσότητας. Ανυπομονούμε λοιπόν να γιορτάσουμε την επιστροφή μας στα συναυλιακά δρώμενα με τους Έλληνες φίλους στις συναυλίες μας, 2 και 3 Ιουνίου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Σας περιμένουμε και ευελπιστούμε να περάσουμε υπέροχα!

211
About Αλέξανδρος Αντωνιάδης 5 Articles
Θεσσαλονίκη 1988-2013, Στοκχόλμη 2013-2017, Πόρτο 2017-σήμερα. Οπουδήποτε στον πλανήτη, ανέκαθεν το τρίπτυχο ήταν το εξής: Αστροφυσική, Μέταλ, Μπάσκετ. Ο ήχος του αυθεντικού ατσαλιού αποτελεί το ιδανικό soundtrack της ζωής για να συνοδεύει είτε την ανάλυση αστέρων, είτε το ταξίδι προς το επόμενο μεγάλο φεστιβάλ, είτε το παιχνίδι στο πλησιέστερο γήπεδο ανά την Ευρώπη. Όπως έχει πει άλλωστε και ο μεγάλος Kai Hansen: it's a Heavy Metal Universe!