DYNAMITE: “Blackout Station”

Λένε ότι, δεν μπορεί, κάτι έχει το νερό εκεί πάνω στη Σουηδία. Ή κάτι βάζουν στη μπύρα, τέλος πάντων.

Γιατί πώς αλλιώς μπορεί κανείς να εξηγήσει τον αριθμό των γκρουπ με κλασσικό hard rock/ metal ήχο που ξεπετάγονται διαρκώς  τα τελευταία χρόνια; Βέβαια, μιλάμε για Σουηδία.

Μια χώρα όπου το ροκ διδάσκεται σαν κανονική (κι όχι περιθωριακή) επιλογή μουσικής κατεύθυνσης από τα χαμηλά κλιμάκια της βασικής εκπαίδευσης και ανθεί μέσα από πληθώρα ωδείων και κέντρων νεότητας, που είναι οικονομικώς προσβάσιμα για τον εκεί πολίτη και οργανωμένα σε αυτονόητα επαγγελματικά πρότυπα. Αρκεί να θέλει κανείς, δηλαδή, και η ροκ “παράδοση” απλώνεται μπροστά του, εμπεριστατωμένη και αβίαστη για μελέτη. Και με εξοπλισμό πρώτης γραμμής στη διάθεσή του από την εκμάθηση της πρώτης νότας.

Αυτοί εδώ οι τατουαζοφόροι αλητάμπουρες είναι πιθανότατα προϊόν αυτού του ήπιου, “ανοικτού” μορφωτικού προτύπου. Για τον Mattis (φωνητικά σαν εξώγαμο του Bon Scott, κιθάρα), τον Sebastian (κιθάρα), τον Adam (μπάσο) και τον Jonas (τύμπανα) η μουσική εκπαίδευση επικεντρώθηκε και εξαντλήθηκε σε κάποιες χιλιάδες ώρες ακρόασης των πέντε δίσκων των AC/DC με τον Bon Scott και του “Back In Black” και σε χρόνια και επισταμένη προσπάθεια αναπαραγωγής αυτού του ήχου και του feeling που τον συνοδεύει. Αυτό ήταν, είναι φανερό, το αλφαβητάριο, το μοναδικό μάθημα επιλογής, η πτυχιακή και το μεταπτυχιακό τους. “Ερχόμαστε από μια μικρή πόλη που δεν υπήρχε και τίποτε να κάνουμε, οπότε είχαμε πολύ χρόνο να παίζουμε ροκ, να κάνουμε πρόβες και να γράφουμε τραγούδια”, καταθέτει με την απενοχοποιημένη ειλικρίνεια μαθητή τελευταίου θρανίου ο κιθαρίστας Sebastian. Στα λόγια του αντικατοπτρίζονται βέβαια τα καλά του καλειδοσκοπικού εκπαιδευτικού πολιτισμού του ψυχρού βορρά: “Οπωσδήποτε, οι ευκαιρίες που είχαμε για να μάθουμε ένα όργανο έκαναν τα πράγματα ευκολότερα”.

Οι -όχι και τόσο μικροί στην ηλικία- Dynamite φτιάχτηκαν το 2012, ηχογράφησαν το ντεμπούτο τους ένα χρόνο αργότερα και αυτό είναι το δεύτερο άλμπουμ τους, ενώ τα φεστιβάλ τους περιμένουν ήδη αυτό το καλοκαίρι. Πώς ακούγονται; Νεύρο, ανακύκλωση των ριφ εκείνων των πέντε πρώτων δίσκων των αυστραλών θεών, μια ιδέα από φυσαρμόνικα για χρώμα, δωδεκάμετρες μονομανίες, δεύτερα “φωναχτά” φωνητικά και το πόδι στο γκάζι. Περίπου το ίδιο που έκαναν πριν από 30τόσα χρόνια οι Krokus (χωρίς όμως τις εξάρσεις πρωτοτυπίας τους) ή, ας πούμε, οι Kix (αν πάμε στην άλλη όχθη του Ατλαντικού). Το ομώνυμο, το (single) “It’s A Long Home” και το αγριεμένο (και με εισαγωγή “For Those About To Rock”) “Wild And Untamed” στέκουν καλύτερα. Οι εθισμένοι στον ήχο των AC/DC και όσοι δεν αξιώνουν πιστοποιητικά πρωτοτυπίας αλλά τιμιότητα από τα ακούσματά τους, θα αγκιστρωθούν.

Αν σήκωνε κεφάλι τέτοιο γκρουπ εδώ, δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν το look (οι σκανδιναυοί κατά σατανική αδικία της φύσης είναι απάνθρωπα ανθεκτικοί στη μπυροκοιλιά) ούτε να διατηρήσουν το attitude (θα χρειαζόταν να κουρευτούν για να βρουν “κανονική” δουλειά), άσε που οι πολλά βαρείς “κριτικοί” και θα τους έθαβαν στεγνά ως “αντιγραφείς”. Είπαμε, οι δομές σε άλλα μήκη και πλάτη του πλανήτη επιτρέπουν να κυνηγήσεις τα όνειρά σου.