ICED EARTH: “Plagues of Babylon”

Τρέφω μεγάλο σεβασμό για αυτή τη μπάντα και ο λόγος είναι ότι στα μέσα των 90s που το metal έκανε μια καμπή (λογική αφού πολλά είδη αλλά και μπάντες είχαν κάνει το peak τους τα προηγούμενα χρόνια) βρέθηκαν αυτοί, μαζί με Blind Guardian, Paradise Lost, Dream Theater, Stratovarius και κάποιες άλλες μπάντες και συσπείρωσαν τον κόσμο γύρω τους με αποτέλεσμα να σηκώσουν στις πλάτες μια νέα γενιά απο metal-heads που γνώρισαν αυτή τη μουσική μέσα από τα album τους.

Δεν μπορεί να ξεχάσει κανείς τι γινόταν με αυτές τις μπάντες στην Ελλάδα αλλά και αλλού μεταξύ 1995-2000. Το πόσο έχει αγαπηθεί αυτή μπάντα στη χώρα μας δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε ιδιαίτερα. Όσοι ήταν στο ΡΟΔΟΝ στις 23-24 Γενάρη του 1999 ξέρουν… Φρέσκιες ιδέες και όρεξη για δουλειά που συνοδεύονταν από λαϊκή αποδοχή και στήριξη από τον κόσμο.

Το 2011 ο Schaffer και η παρέα του κυκλοφόρησαν το Dystopia που δικαίως έλαβε πολύ καλές κριτικές αφού πρόκειται για ένα album το οποίο τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά έχει τη σφραγίδα της μπάντας που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε. Η πρόσληψη του Stu Block των καναδών Into Eternity αποδείχτηκε πολύ σοφή κίνηση αφού ο Stu έφερε πίσω κάτι που είχε λείψει πολύ από τη μπάντα στα χρόνια του Ripper. Όσο και να έχω τον Ripper στη καρδιά μου, η δραματικότητα στην ερμηνεία, ανεξαρτήτως του αν είναι slow το κομμάτι η όχι, είναι μαζί με τα riff του Schaffer οι ICED EARTH. Ο Tim δεν ταίριαζε. Άλλα στοιχεία και άλλες ικανότητες απο αυτά που χρειάζονταν (στα χρόνια του Ripper να μην ξεχάσουμε να υπενθυμήσουμε και το συνθετικό τέλμα του Schaffer πού δεν βοήθησε την όλη κατάσταση). Από την άλλη ο Stu έχει όλα τα στοιχεία του Barlow που δένουν με τους Iced Earth και όταν μιλάμε για Barlow μιλάμε για μία απο τις καλύτερες και πιο χαρακτηριστικές φώνες του Heavy Metal στα 90s και μετά.

Τώρα όμως είμαστε στο 2014 και για αυτό ας πάμε στο διαταύτα. Πρώτο album με τον Luke Appleton στο μπάσο και τον Raphael Saini στα drums (ο Saini αποχώρησε μετά τις ηχογραφήσεις και τη θέση του τη πήρε ο Jon Dette). Κατά τα άλλα η σύνθεση παραμένει η ίδια με το Dystopia, με το δίσκο να ηχογραφείται στη Γερμανία με τους Schaffer και Kevin Paul να αναλαμβάνουν τη παραγωγή και τη μίξη.

11 κομμάτια, μια διασκευή και ένα outro περιλαμβάνει το album και το αποτέλεσμα σίγουρα θα μοιράσει πολλά χαμόγελα και μεταλλική ικανοποίηση στους απανταχού fans του συγκροτήματος. Σίγουρα δεν είναι ένα καινούργιο Burnt Offerings ή ένα Something Wicked, αλλά μεταξύ μας δεν είναι και αυτό το ζητούμενο, παρότι μοιράζεται πολλά επιμέρους στοιχεία από όλες τις διαχρονικές δουλειές του συγκροτήματος.

Ο δίσκος ξεκινάει με το ομώνυμο κομμάτι διάρκειας περίπου 8 λεπτών. Επικό μέχρι το κόκκαλο. Τα πρώτα δύο λεπτά λειτουργούν σαν εισαγωγή βάζοντας τον ακροατή στο σωστό mood και προετοιμάζοντας το έδαφος για το κυρίως μέρος που περιλαμβάνει όλα όσα θέλει να ακούσει ένας “αυστηρός” οπαδός της μπάντας. Οι lead κιθάρες να κρατάνε τα ηνεία με τρόπο οικείο στα αυτιά μας αλλά πάρα ταύτα το ίδιο σαγηνευτικό όπως παλαιότερα και τον Stu να βάζει όσο πάθος μπορεί στην ερμηνεία του κερδίζοντας το στοίχημα. Υπερπλήρης και αρκετά σκοτεινή σύνθεση που βρίθει Iced Earth από χιλιόμετρα.

Το Democide που ακολουθεί είναι μια σύνθεση που προσωπικά τη θεωρώ και τη καλύτερη του δίσκου. Riff και δίκαση που παραπέμπει σε εποχές Stormrider και ένας Stu αγριεμένος και τσαμπουκαλεμένος βγάζει όλα του τα απωθημένα πάνω στο μικρόφωνο. Το main riff ξυράφι κόβει τα πάντα στη πορεία του με το κομμάτι στο σύνολο του να με αφήνει άφωνο και με το σβέρκο πιασμένο. Top σύνθεση που θα μπορούσε να σταθεί επάξια σε οποιοδήποτε album της μπάντας. Ιδανικό και για live με το ξύλο να πέφτει βροχή. 

Συνέχεια με το The Culling του οποίου το refrain σου κολλάει στο μυαλό από τη πρώτη φορά που θα το ακούσεις. Χορωδιακό με διπλά φωνητικά και ένα ρυθμο που σαγηνεύει. Έυγε. Άλλη μία αντιπροσωπευτική σύνθεση της μπάντας που αρέσει πολύ. Το Among the living dead που έπεται δεν με ενθουσίασε τόσο. Αλλά όταν το λιγότερο καλό κομμάτι του δίσκου είναι αυτό τότε δεν έχουμε θέμα. Κομμάτι με συμμετοχή του Hansi των Blind Guardian στα φωνητικά που θυμίζει αρκετά όπως είναι λογικό Demons & Wizards. Όχι τίποτα ιδιαίτερο σε σχέση με τα υπόλοιπα κομμάτια αλλά τίμιο. Μέχρι εκεί όμως.

Το επόμενο κομμάτι θα άξιζε μόνο και μόνο για το refrain του αλλά είναι πολλά περισσότερα. Το Resistance είναι μια πεντάλεπτη mid-tempo σύνθεση που χαλιναγωγεί την τραχύτητα και τη μελωδία κρατώντας μαεστρικά τις ισορροπίες. Σύνθεση που δεν προσπερνάς εύκολα.

Τελευταίο κομμάτι της πρώτης ενότητας του δίσκου που σχετίζεται με το Something Wicked concept (πιθανότητα αποτελεί και τον επίλογό του αλλά ποιός ξέρει αν κρίνω από το ερωτηματικό) είναι το The End?. Αρκετά Maiden-ική σύνθεση που ξεκινάει χαλαρά και προοδευτικά εξελίσσεται σε συνθετικό χείμαρρο με τις αρμονίες στις κιθάρες να καθηλώνουν. Επτά και λεπτά σύνθεση και δεν βαριέσαι ούτε δευτερόλεπτο, αντιθέτως παρακαλάς να μην τελειώσει.

Για το If I could see you now δεν έχω να πώ πολλά. Στα χνάρια του I Died for you και Watching over me. Κομμάτι για Sex.

Για τη συνέχεια έχουμε το Cthulu. Επική σύνθεση με την ερμηνεία του Stu να ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Πόνος, θυμός, ελπίδα όλα ντυμένα με το μυστήριο πέπλο του απροσδιόριστου φόβου που τρομάζει αλλά ταυτόχρονα και σαγηνεύει. Φοβερή δουλειά επίσης του Schaffer στο κομμάτι. Το πήγε ακριβώς εκεί που ήθελε και μαγκιά του. Από τα highlights του δίσκου σίγουρα. Ίσως αν δεν με είχε πωρώσει τόσο το Democide να ήταν και το αγαπημένο.

Το Peacemaker έχει την ατυχία να ακολουθεί το Cthulu που έχει κλέψει τις εντυπώσεις. Μαεστρικά περνάει αυτόν τον σκόπελο γιατί κάνει τη μοναδική σοφή κίνηση που θα μπορούσε να κάνει. Διαφοροποιειται. Σχεδόν southern εισαγωγή και blues πινελιές τόσο από Schaffer όσο και από Stu. Προοδευτικά οι ταχύτητες ανεβάζουν στροφές αλλά και πάλι η hard rock αισθητική του κομματιού δεν αλλοιώνεται. Ενδιαφέρουσα προσέγγιση που θα κερδίσει σίγουρα κόσμο.

Το Parasite αποτελεί τη μικρότερη σε διάρκεια σύνθεση του album. Τριάμιση λεπτα που ξεκινάνε με τα αγαπητά σε όλους μας κοφτά riff του Schaffer που κρατάνε, με κάποιες διαφοροποιήσεις, και τα ηνία του κομματιού έως το τέλος. Κάτι μου λέει ότι χωρίς να είναι η καλύτερη σύνθεση του album θα ακουστεί πολύ. Κολάς αρκετά με το ρυθμό και τη μικρή, αλλά ενδιαφέρουσα εξέλιξη της σύνθεσης.

Προτελευταίο κομμάτι το Spirit of the times το οποίο δε με ενθουσίασε. Αντιθέτως με κούρασε και ολίγον τι. Μπαλάντα που γράφτηκε χωρίς πολύ ιδρώτα, φτωχή συνθετικά για τα δεδομένα του group αλλά και συγκεκριμένα για τη ποιότητα του album με εμφανή κατεμέ την έλλειψη συναισθήματος. Προσπερνάμε.

Ο δίσκος κλείνει με μια πολύ αξιόλογη διασκευή του Highwayman του Jimmy Webb με τη συμμετοχή των Schaffer, Russel Allen (Symphony X) και Michael Poulsen (Volbeat) στα φωνητικά. Σίγουρα διαφορετικό απο τα συνηθισμένα αλλά αυτό είναι που το κάνει και τόσο ενδιαφέρον. Ακούστε τη και δεν θα χάσετε.

Μπορεί να σας κούρασα λίγο παραπάνω αλλά ειλικρινά τον γούσταρα πολύ το δίσκο. Μου θύμισε σε αρκετές στιγμές το πως ένιωθα όταν άκουγα τα Burnt Offerings, Dark Saga και Something Wicked 15 και βάλε χρόνια πριν. Δε λέω ότι είναι ισάξιο, πρέπει συνθετικά να ανέβει και άλλο για να ξαναφτάσει αυτά τα επίππεδα ο John, αλλά ας μην γινόμαστε μίζεροι.

Το album θα το γουστάρετε και κάτι μου λέει ότι κάποιοι από εσάς θα το λιώσετε. Αγοράστε το με κλειστά μάτια.