FOREIGNER

Η ιστορία των Foreigner μας γυρνάει πίσω στο 1976, όταν ένας νεαρός τότε Άγγλος κιθαρίστας από το Portsmouth ονόματι Mick Jones και αφού είχε θητεύσει ήδη σε μεγάλες μπάντες της εποχής όπως οι Spooky Tooth και η Leslie West Band (των “μεγάλων” Mountain), θέλησε να φτιάξει μια δική του μπάντα.

Έτσι, αποφάσισε να αναζητήσει την τύχη του στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού στην ‘Γη των Ευκαιριών’, και αφού εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη, ξεκίνησε το 1977 να ζει το όνειρο του. ‘Έχοντας συνοδοιπόρους τον επίσης Άγγλο κιθαρίστα/πληκτρά Ian Mc Donald (ex King Crimson) και Dennis Elliott στα τύμπανα και με την προσθήκη του χαρισματικού Αμερικανού τραγουδιστή Lou Gramm (πρ. όνομα: Louis Grammatico, ex Black Sheep), Ed Gagliardi στο μπάσο και του πληκτρά Al Greenwood, σχηματίστηκε η αρχική μορφή των Foreigner. Το όνομα της μπάντας ήταν ενδεικτικό, καθώς τα μέλη μεταξύ τους, ήταν ‘ξένοι’ αφού αποτελούνταν από τρεις Άγγλους (Jones, Mc Donald, Elliott) και τρεις Αμερικανούς (Gramm, Gagliardi, Greenwood). Το ντεμπούτο της μπάντας κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1977 από την Atlantic Records με τίτλο απλώς το όνομά τους και το ύφος όπως ήταν φυσικό ακροβατούσε σε πρώιμες AOR φόρμες αφού τότε στην Αμερική το είδος άνθιζε και μπάντες όπως οι Foreigner ήταν πολύ προσιτές προς το ραδιόφωνο, αλλά και σε classic hard rock επιρροές. Ο δίσκος είχε απήχηση και πούλησε πάνω από 5 εκατ. αντίτυπα στις ΗΠΑ και όπου και ξεχώρισαν τα hits “Feels Like The First Time”, “Cold As Ice”, “Long Long Way From Home” αλλά και το ψυχεδελικό διαμαντάκι “Starrider”. Η συνέχεια ήταν εξίσου επιτυχημένη και τον Ιούνιο της επόμενης χρονιάς κυκλοφορεί το “Double Vision” με τo ομότιτλο, τo “ Hot Blooded” και το “Blue Morning, Blue Day” όπως και το μοναδικό instrumental κομμάτι της μπάντας μέχρι και σήμερα, το “Tramontane” να αποτελούν τις καλύτερες στιγμές του άλμπουμ. Ο δίσκος παρέμεινε στο αμερικάνικο Top Ten για έξι μήνες, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να γίνει ο πιο επιτυχημένος δίσκος στην ιστορία των Foreigner αφού μόνο στην Αμερική έγινε 7 φορές πλατινένιος και τους έδωσε την ευκαιρία να περιοδεύσουν σαν headliners πια και να καθιερωθούν σαν μία αναγνωρισμένη πλέον “arena rock” μπάντα. Το 1979 ηχογραφούν τον τρίτο τους studio δίσκο με την ονομασία “Head Games” ο οποίος αν και πήγε πολύ καλά εμπορικά πουλώντας 5 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στην Αμερική, οι Jones και Gramm θεώρησαν πως ο δίσκος απέτυχε να επαναλάβει την επιτυχία του προκατόχου του μιας και τα standards της δημοτικότητας του γκρουπ είχαν ανέβει αισθητά. Στον δίσκο αυτό έχουμε τις πρώτες αλλαγές στο line up, με τον μπασίστα Rick Wills (ex Cochise, Roxy Music) να αντικαθιστά τον Ed Gagliardi. “Dirty White Boy” και το ομότιτλο ξεχώρισαν από το άλμπουμ και κυκλοφόρησαν σαν επιτυχημένα singles όμως λίγο αργότερα κάπου στα μέσα του 1980 ο Jones δείχνει την πόρτα της εξόδου στον συνιδρυτή της μπάντας Ian Mc Donald και στον Al Greenwood θεωρώντας ότι με αυτή του την κίνηση θα είχε τον ολοκληρωτικό έλεγχο της μπάντας συνθέτοντας αποκλειστικά αυτός και ο Gramm τις επόμενες επιτυχίες του γκρουπ (λίγο αργότερα οι δύο εκδιωγμένοι θα σχηματίσουν το συγκρότημα των SPYS και θα κυκλοφορήσουν δύο ανεπιτυχή άλμπουμ και θα διαλυθούν κάπου στα τέλη του 1984). Θέλοντας λοιπόν οι δυο τους να προχωρήσουν παρακάτω όντας οι “κινητήριοι μοχλοί” των Foreigner, αποφασίζουν να συνεχίσουν σαν κουαρτέτο πια και για τις ανάγκες της περιοδείας ή και των ενδιάμεσων studio ηχογραφήσεων, οι κενές θέσεις καλύπτονται από διάφορους session μουσικούς ώσπου φτάνουμε στον Ιούλιο του 1981 και την κυκλοφορία του τέταρτου δίσκου των Foreigner με τον πολύ ενδεικτικό τίτλο “4” και έχοντας για παραγωγό τον “πολύ” Robert John “Mutt” Lange αλλά και τον ίδιο τον Mick Jones. Ο δίσκος έγινε κι αυτός τεράστια επιτυχία αφού περιείχε κομματάρες όπως το “Urgent”(μία φοβερή σύνθεση με χαρακτηριστικό drum beat στο ρεφραίν και ένα καταπληκτικό sax σόλο από τον μεγάλο μαύρο σαξοφωνίστα της Motown, Junior Walker) το “Juke Box Hero” και φυσικά την πρώτη μπαλάντα της μπάντας μέχρι τότε, το αξεπέραστο “Waiting For A Girl Like You” με το καταπληκτικό synth intro από τον άσημο τότε Thomas Dolby, ένα ερωτικό κομμάτι με πολύ συναίσθημα κάτι το οποίο αποτυπώνεται στην ερμηνεία του Gramm και των υπολοίπων μελών στα δεύτερα φωνητικά. Το κομμάτι αυτό έγινε φυσικά Νο1 στην Αμερική μαζί με το “Urgent” που κυκλοφόρησαν σαν singles και παρέμειναν για μεγάλο διάστημα στην κορυφή. Ακολούθησε περιοδεία για μεγάλο χρονικό διάστημα όπου session μέλη πήγαιναν και έρχονταν στην μπάντα με τον σταθερό πυρήνα όμως των Jones/Gramm να συνθέτει την μια επιτυχία μετά την άλλη και το όνομα των Foreigner να φιγουράρει στα charts Ευρώπης και Αμερικής. Στα τέλη του 1984 ηχογραφούν το διάδοχο του “4” με τίτλο “Agent Provocateur” και εκεί η φήμη τους κυριολεκτικά απογειώνεται αφού ο δίσκος περιέχει ίσως το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι στην ιστορία των Foreigner, το “I Want To Know What Love Is”, μια συναισθηματική slow μπαλάντα με έντονο το gospel στοιχείο αφού στην κορύφωση του κομματιού συμμετέχει η New Jersey Mass Choir. Επίσης, πέρα από το γεγονός ότι το τραγούδι αυτό παραμένει μέχρι και σήμερα all time classic, έχει διασκευαστεί και από την δική μας Βίκυ Λέανδρος σε ελληνική απόδοση και πολύ προσφάτως ανεπιτυχώς από την Mariah Carrey. Αξιόλογο είναι επίσης και το άλλο hit του δίσκου, το “That Was Yesterday” ένα πολύ όμορφο μελωδικό κομμάτι το οποίο θριάμβευσε κι αυτό στα charts το 1985 όταν και κυκλοφόρησε σαν single. Η συνέχεια ήρθε το 1987 όταν και κυκλοφόρησε το “Inside Information” ένας καταπληκτικός AOR δίσκος με πάρα πολλά πλήκτρα στο ύφος των Survivor και με τρομερά hits όπως το “Say You Will” που αποτελεί και το πρώτο single του δίσκου(και προσωπικό αγαπημένο του γράφοντα), το “Heart Turns To Stone”, “Can’t Wait” και “I Don’t Want To Live Without You”. Τότε είναι που αποφασίζει ο Lou Gramm πως ήρθε η ώρα να κυκλοφορήσει τον πρώτο του solo δίσκο και έτσι την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και το επιτυχημένο “Ready Or Not” που περιέχει το μοναδικό “Midnight Blue”. Συμμετέχει επίσης και με το “Lost In The Shadows” στο soundtrack της ταινίας “The Lost Boys”. Παράλληλα ο Mick Jones ασχολείται και με τις παραγωγές άλλων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων όπως των Van Halen που είχε προηγηθεί το 1986 με το “5150”, και σε καλλιτέχνες εκτός της rock όπως Billy Joel κ.α. Αξίζει να αναφέρουμε πως στις 14 Μαΐου του 1988 οι Foreigner ήταν co-headliners στην επετειακή συναυλία για τα 40 χρόνια της δισκογραφικής τους εταιρίας Atlantic Records(και η οποία διήρκησε περίπου 13 ώρες!), όπου highlight αποτελεί η εκτέλεση του “I Want To Know What Love Is” στο κλείσιμο της συναυλίας με guest άλλους καλλιτέχνες της Atlantic όπως οι Phill Collins, Crosby Stills & Nash και πληθώρα άλλων να συνθέτουν το χορωδιακό σκέλος. Έτσι φτάνουμε στο 1989 όπου η μπάντα αποφασίζει να κάνει ένα μικρό διάλλειμα μιας και οι σχέσεις του Jones και του Gramm δεν ήταν οι καλύτερες εκείνη την περίοδο. Οι εξαντλητικές περιοδείες και οι πάμπολλες υποχρεώσεις του καθενός εκτός μπάντας επέφεραν τον κορεσμό στο γκρουπ και αμφότεροι οι δυο τους αποφασίζουν να αφοσιωθούν σε solo δουλειές. Ο πρώτος κυκλοφορεί τον πρώτο του ομώνυμο δίσκο ο οποίος μάλλον πέρασε σχεδόν απαρατήρητος ενώ ο δεύτερος κυκλοφορεί το εξίσου επιτυχημένο “Long Hard Look” που περιέχει τα super hits “Just Between You And Me”, “Angel With A Dirty Face”, “True Blue” όπου συμμετέχουν αξιόλογα ονόματα του χώρου όπως οι Vivian Campbell(ex Dio, Whitesnake) και Dan Huff(Giant) στις κιθάρες, ο παλιός του γνώριμος από τους Black Sheep και επί χρόνια φίλος του Gramm, Bruce Turgon στο μπάσο και ο Ben Gramm (αδερφός του Lou) στα τύμπανα. Λίγο αργότερα και αφού οι σχέσεις του Jones και του Gramm είχαν φτάσει στο απροχώρητο, αποφασίζουν να χωρίσουν τους δρόμους τους με αποτέλεσμα ο Lou Gramm να φύγει από το συγκρότημα. Τότε, κάπου στα τέλη του 1990 μαζί με τον Vivian Campbell στις κιθάρες, τον Bruce Turgon στο μπάσο και τον Kevin Valentine στα τύμπανα σχηματίζει τους φοβερούς Shadow King, ίσως το καλύτερο project στο χώρο του AOR και το 1991 κυκλοφορούν το μοναδικό τους άλμπουμ με τίτλο το όνομα της μπάντας το οποίο περιέχει τρομερές μελωδίες και διακρίνεται για την άψογη κιθαριστική δουλειά του Campbell και φυσικά για τις αξεπέραστες ερμηνείες του Gramm. Λίγο αργότερα συμμετέχουν με την υπερ-κομματάρα “One Dream” στο soundtrack της ταινίας “Highlander II: The Quickening” όμως υπό την ονομασία “Lou Gramm Band” για καθαρά εμπορικούς λόγους και λίγο αργότερα διαλύονται. Παράλληλα στα των Foreigner, ο Mick Jones έχει έτοιμη την επόμενη δουλειά της μπάντας και με τον Johnny Edwards(ex King Kobra) να έχει αναλάβει τα φωνητικά, κυκλοφορούν το “Unusual Heat”, ένας δίσκος ο οποίος απογοήτευσε αρκετά σε επίπεδο πωλήσεων και δεν σημείωσε σχεδόν καθόλου επιτυχία για τα δεδομένα των Foreigner, αφού και οι συνθέσεις ήταν ανέπνευστες και η απουσία του Gramm ξένιζε, με την μπαλάντα “Safe In My Heart” να αποτελεί την καλύτερη ίσως στιγμή του δίσκου. Ευτυχώς η αποχή του Gramm από τις τάξεις του συγκροτήματος θα λάβαινε τέλος το 1992, όπου και επέστρεψε φέρνοντας μαζί του και τον “προστατευόμενο” του Bruce Turgon για να κυκλοφορήσουν την συλλογή “The Very Best Of…And Beyond”, κυκλοφορία που περιείχε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συγκροτήματος έως τότε καθώς και την προσθήκη τριών νέων κομματιών. Η μαγεία του συγκροτήματος την εποχή εκείνη αποτυπώνεται στο DVD που κυκλοφόρησε το 2003 με τίτλο “Live At Deer Creek 1993” σε μια εμφάνιση που δικαιολογεί το γεγονός ότι δίκαια συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες ροκ μπάντες του πλανήτη και του arena rock κατ’ επέκταση. To 1995 κυκλοφορούν το πολυαναμενόμενο λόγω επιστροφής Gramm αλλά άκρως απογοητευτικό “Mr. Moonlight” παρόλο που στο δίσκο βρίσκεται το “Until The End Of Time” το οποίο σημείωσε απρόβλεπτη επιτυχία σαν single φτάνοντας στο Νο 42 του Billboard 100. Tο 1997 είναι μια άτυχη χρονιά για τους Foreigner και συγκεκριμένα για τον Lou Gramm αφού διαγνώστηκε με ένα είδος όγκου στον εγκέφαλο του και παρόλο που θεωρήθηκε καλοήθης η εγχείρηση στην οποία επεβλήθη για την αφαίρεσή του, κόντεψε να του στοιχίσει ακόμα και την ίδια του τη ζωή. Παρόλα αυτά ο Lou Gramm βγήκε νικητής στην μάχη που έδωσε με την αρρώστια του αλλά το πρόγραμμα αποκατάστασης που ακολούθησε τον ανάγκασε να πάρει αρκετό βάρος, να έχει δυσκολίες στην αναπνοή και φυσικά επηρέασε και σε μεγάλο βαθμό την φωνή του αφού δεν μπορούσε καν να μιλήσει σωστά. Δεν το έβαλε όμως κάτω και μέχρι το 1999 ήταν και πάλι έτοιμος να ξαναβγεί σε περιοδεία με τους Foreigner. Κάπου τότε ήταν που ο Gramm αποφάσισε να αφιερωθεί στο Θεό μιας και η πίστη του έγινε εντονότερη αφού βγήκε αλώβητος από την περιπέτεια του, οπότε σαν μουσικός ένιωσε την ανάγκη να αφήσει τις αρένες και τα μεγαλεία και να ασχοληθεί με το χριστιανικό rock. Έτσι στα τέλη του 2002 στο ετήσιο φεστιβάλ Night Of The Proms στην Ολλανδία ο Gramm έπαιξε για τελευταία φορά με τον Jones και τους Foreigner, ώστε να αφοσιωθεί ξανά στην solo καριέρα του από το 2003 και έπειτα. Το γεγονός αυτό συνέπεσε και με τον θάνατο και των δυο γονιών του Gramm, Bennie και Nikki Grammatico, κάτι που τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και θέλοντας να εκπληρώσει την επιθυμία τους που ήθελε κάποτε και τα τρία αδέρφια Gramm, Lou, Ben και Richard να συνεργαστούν μαζί, ξαναφορμάρει την Lou Gramm Band με την μορφή που την ξέρουμε σήμερα. Ο Mick Jones από την άλλη ένιωθε πως είναι πολύ νωρίς ακόμα ώστε να δώσει ένα τέλος στους Foreigner και στα μέσα του 2004 ξανασυστήνεται στο κοινό με ένα εντελώς νέο line-up το οποίο μέχρι το 2005 είχε σχεδόν και τη μορφή που έχει σήμερα. Η μπάντα εκτός από τον ηγέτη της Mick Jones αποτελούνταν από τον Jason Bonham(γιό του αείμνηστου John, drummer των θρύλων Led Zeppelin) στα τύμπανα, τον Jeff Pilson (ex Dokken) στο μπάσο, τον Thom Gimbel στα πλήκτρα και τον φοβερό Kelly Hansen(ex Hurricane, Unruly Child, Perfect World) στα φωνητικά να αντικαθιστά επάξια τον μεγάλο Lou Gramm. Το σχήμα περιοδεύει ανελλιπώς στην Αμερική αλλά και σε μεγάλα φεστιβάλ της Ευρώπης και το 2008 κυκλοφορεί μια ακόμα συλλογή, το “No End In Sight, The Very Best Of Foreigner” η οποία πέρα από τα παλιά hits περιλαμβάνει και ένα δεύτερο CD με επαναηχογραφήσεις των μεγαλύτερων επιτυχιών της μπάντας με την φωνή του Kelly Hansen και των υπολοίπων νέων μελών (κάτι ανάλογο δηλαδή με το “Revelation” των επίσης τεράστιων Journey), όπως επίσης και ένα ολοκαίνουργιο κομμάτι ύστερα από πολλά χρόνια, το εξαιρετικό “Too Late”, το οποίο ήταν προπομπός του περσινού καινούργιου studio άλμπουμ μετά από 14 χρόνια, του αξιοπρεπέστατου “Can’t Slow Down” όπου και συμπεριλήφθηκε κανονικά στην κυκλοφορία αυτή. Λίγο πιο πριν ο Jason Bonham έδωσε την θέση του στον Brian Tichy, έναν παλιό γνώριμο drummer στις τάξεις του συγκροτήματος. Νέα κυκλοφορία είχαμε και από τους Lou Gramm Band με τίτλο το όνομα της μπάντας, μια μέτρια κυκλοφορία με κυρίως christian rock στοιχεία αλλά με την φωνή του Lou Gramm να βρίσκεται σε πολύ καλά επίπεδα, χωρίς όμως να θυμίζει την αγέρωχη γρεζαριστή χροιά που μας είχε συνηθίσει παλαιότερα.

Εν κατακλείδι, οι Foreigner αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες και επιδραστικότερες μπάντες της Αμερικής, με τεράστια δημοτικότητα και αναγνωρισιμότητα, έχοντας στο ενεργητικό τους πολυπλατινένιους δίσκους με πάνω από 35 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως και εμείς ευχόμαστε το κεφάλαιο των Foreigner να συνεχίσει να μας απασχολεί για αρκετό καιρό ακόμα.

ΆρηςΑβραμίδης