ANTHRAX

Για να μπορέσει κάποιος να επιτύχει σε αυτό που κάνει, συνήθως θέλει χρόνο και προσπάθεια. Και όταν στην πορεία προκύπτουν πολλές και διάφορες αναποδιές χρειάζεται και επιμονή.

Τρανταχτό παράδειγμα αυτού είναι και οι Anthrax, οι οποίοι έχουν περάσει από σαράντα κύματα αλλά -ευτυχώς- είναι ακόμα ζωντανοί και έρχονται να ταρακουνήσουν την Ελλάδα για μια ακόμα φορά.

Η μπάντα δημιουργήθηκε στα μέσα του 1981 στη Νέα Υόρκη από τους κιθαρίστες Scott Ian και Danny Lilker. Όσο για το όνομα, το εμπνεύστηκαν βλέποντας σε ένα βιβλίο βιολογίας μια αναφορά στην ασθένεια του άνθρακα- ωραία έμπνευση, δεν μπορώ να πω.

Αρχικός ντράμερ του συγκροτήματος ήταν ο Dave Weiss και μπασίστας ο Kenny Kushner, αλλά κανείς τους δεν έμεινε για πολύ καιρό. Όπως φάνηκε στη συνέχεια, υπήρχε πάντα ένα θεματάκι με το line-up (η συνηθέστερη από τις αναποδιές που λέγαμε παραπάνω). Η αλήθεια είναι ότι με τόσες αλλαγές μελών, απολύσεις, επαναπροσλήψεις και λοιπά χαριτωμένα, είναι να απορεί κανείς πώς συνεχίζουν ακόμα μετά από τόσα χρόνια.

Για αυτό βασικά ευθύνεται κυρίως η ψυχή της μπάντας, ο απίστευτος τύπος με το όνομα Scott Ian, ο οποίος μαζί με τον ντράμερ Charlie Benante αποτελούν σταθερές αξίες των Anthrax, ο πρώτος εξαρχής και ο δεύτερος από το 1983 και μετά.

Αν και θεωρητικά ξεκίνησαν στα μέσα του 1981, δεν κατέληξαν σε κάποιο σταθερό line-up μέχρι τον Αύγουστο του 1982. Αφού δοκιμάστηκαν και τελικά απορρίφθηκαν -ή παραιτήθηκαν- διάφοροι, μεταξύ των οποίων και ο John Connelly (που αργότερα έφτιαξε μαζί με τον Lilker τους Nuclear Assault) και ο μικρότερος αδερφός του Ian, Jason Rosenfeld -και οι δύο στα φωνητικά- η τελική σύνθεση περιλάμβανε τους Scott Ian και Greg Walls στις κιθάρες, Danny Lilker μπάσο, Greg D’ Angelo ντραμς και Neil Turbin φωνητικά.

Τελική βέβαια που λέει ο λόγος, μιας και μέχρι το τέλος του 1983 οι δύο Greg εγκαταλείπουν και αντικαθίστανται από τον Dan Spitz ο ένας και από τον Charlie Benante ο άλλος. Με αυτή τη σύνθεση –και έπειτα από ενάμιση περίπου χρόνο κατά τον οποίο περιορίζονταν σε εμφανίσεις στις περιοχές της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσεϊ- ηχογραφούν το single “Soldiers of Metal” και υπογράφουν στη Megaforce του Johnny Zazula (πολλοί “μεγάλοι” έχουν ξεκινήσει από εκεί).

Ο πρώτος δίσκος τους “Fistful of Metal” κυκλοφόρησε το 1984. Καθαρό thrash με κάποια punk στοιχεία και επιρροές από NWOBHM. Την κυκλοφορία ακολούθησε περιοδεία στις ΗΠΑ. Κάπου εκεί ο Lilker τα σπάει με τους υπόλοιπους, απολύεται και αντικαθίσταται από τον Frank Bello, ενώ λίγο αργότερα απολύεται και ο Neil Turbin – ο οποίος μετά φόρμαρε τους DeathRiders. Προσωρινός αντικαταστάτης ο Matt Fallon, για να καταλήξουν τελικά στον Joey Belladonna. Το ψιλομπάχαλο που επικρατούσε με το θέμα του τραγουδιστή μάλλον δεν τους πτόησε ιδιαίτερα, μιας και μέχρι να λυθεί το θέμα και να οριστικοποιηθεί (???) ο καινούργιος τραγουδιστής, η μπάντα έκανε ορισμένες εμφανίσεις με το όνομα “Diseased”, όπου τα φωνητικά έκανε ο Ian.

Το 1985 κυκλοφορούν το κλασικό EP “Armed and Dangerous” και λίγο αργότερα ο Ian και ο Benante συνεργάζονται με τον Lilker και τον Billy Milano για το πασίγνωστο και cult άλμπουμ “Speak English or Die”, που κυκλοφόρησαν ως SOD (Stormtroopers of Death), οι οποίοι έχουν ακόμα οπαδούς που πίνουν νερό στο όνομά τους.

Την ίδια χρονιά βγαίνει και το δεύτερο άλμπουμ των Anthrax, “Spreading the Disease”. Για κάποιους ίσως η καλύτερη κυκλοφορία τους. Και πάλι thrash με κάποια punk στοιχεία σε ένα δίσκο με πολύ καλή παραγωγή. Πολύ ολοκληρωμένη δουλειά απ’ όλες τις απόψεις πάνω στα χρυσά χρόνια του thrash.

Θεωρητικά πάντα, την κυκλοφορία θα ακολουθούσε περιοδεία στην Αμερική και την Ευρώπη. Τα σχέδια αυτά όμως, έμειναν στη θεωρία. Υποτίθεται ότι στην Αμερική θα περιόδευαν με τους Black Sabbath (στους οποίους εκείνη την περίοδο από την original σύνθεση παρέμενε μόνο ο Iommi). Κάτι προβλήματα όμως που είχε ο τότε τραγουδιστής Glen Hughes με τη φωνή του, είχαν σαν αποτέλεσμα να ακυρωθεί η περιοδεία μετά από τέσσερις μόνο εμφανίσεις.

Όσο για την περιοδεία στην Ευρώπη, ένας πυρηνικός αντιδραστήρας μάλλον είχε άλλη γνώμη. Έκρηξη στο Chernobyl, οπότε οι Anthrax πήγαν σπίτια τους. Την ίδια τύχη είχε και η δεύτερη απόπειρά τους να έρθουν στην Ευρώπη. Θα περιόδευαν μαζί με τους Metallica, αλλά ένα δυστύχημα κάπου στη Σκανδιναβία τους χάλασε τα σχέδια. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1986 σκοτώνεται ο Cliff Burton και εννοείται ότι τα συναυλιακά σχέδια των Metallica πάνε περίπατο -μαζί και αυτά των Anthrax.

Το Μάρτιο του 1987 κυκλοφορεί το “Among the Living”, με το οποίο η μπάντα βγάζει στην επιφάνεια την πειραματική και πιο χιουμοριστική πλευρά της. Το “παραδοσιακό σκληρό” look εγκαταλείπεται και υιοθετείται ένα πιο χαρούμενο-πολύχρωμο βερμούδα στυλ -πάμε για surfing ένα πράγμα. Μουσικά, ο δίσκος θερίζει. Κλασικό must have άλμπουμ. Γρήγορο, βαρύ thrash που όμως είναι προσιτό και στους μη-thrashers.

Στιχουργικά πάλι, εμπνέονται από ταινίες, κόμικς και βιβλία του Stephen King – αυτοί πρέπει να ξεκίνησαν την αναζήτηση έμπνευσης σε τέτοιες πηγές. Στο “Among the Living” βρίσκουμε και τα κλασικά πλέον “Indians” και “Caught in a Mosh” – ο απανταχού ύμνος των mosh pits. Ο δίσκος έφτασε στο #62 των άλμπουμ charts του Billboard. Στο single του “I Am the Law” ( “αφιερωμένο” στο Δικαστή Dredd) επιχειρούν να συνδυάσουν το metal με rap στο τραγούδι “I’ m the Man” με αρκετά περίεργο αντίκτυπο στις τάξεις των οπαδών τους… Ακολουθεί -επιτέλους- περιοδεία στη Γηραιά Ήπειρο με Metallica και Metal Church.

Επόμενη κυκλοφορία το “State of Euphoria” του 1988, που “χτύπησε” #31 στο Billboard. Όχι τόσο γρήγορο όσο τα προηγούμενα, και κάποιες φορές επαναλαμβανόμενο, από ορισμένους θεωρείται ό,τι χειρότερο κυκλοφόρησαν στα ’80s -άσχετα με τις πωλήσεις και τα charts. Η διασκευή του “Antisocial” των Γάλλων Trust, “κέρδισε” το MTV και ήταν από τα αγαπημένα της εκπομπής Headbanger’s Ball. Η μπάντα -με τα ανήσυχα και καθόλου παρωπιδιασμένα πνεύματα- περιοδεύει στην Αμερική με τους Living Colour.

Το αρκετά πιο σοβαρό “Persistence of Time” κυκλοφορεί το 1990… και σκίζει (#24 του Billboard). Πιο σκοτεινό και πιο τεχνικό από το “State of Euphoria” κατάφερε να αυξήσει κατά πολύ τους οπαδούς τους. Όσοι απαξιούσαν να ασχοληθούν μαζί τους και τους θεωρούσαν “γελοίους” -τι μπορεί να κάνει το “λάθος” image- με το συγκεκριμένο άλμπουμ μάλλον έφαγαν τη φλασιά τους και κόλλησαν. Μεταξύ των κομματιών που ξεχώρισαν, και η απίστευτη διασκευή στο “Got the Time” του Joe Jackson.

Την επόμενη χρονιά κατάφεραν πάλι να διχάσουν τους fans. Συνεργάστηκαν με τη rap μπάντα Public Enemy στην επανέκδοση του “Bring the Noise”, το οποίο υπάρχει στο EP “Attack of the Killer B’s”. Σε κάποιους άρεσε, αλλά υπήρξαν και αρκετοί που θεώρησαν τη συνεργασία μεγάλο “ολίσθημα” των Anthrax. Το ΕΡ πάντως έχει την πλάκα του και το εγχείρημα ήταν αν μη τι άλλο ριζοσπαστικό.

Και επειδή είχαν μείνει οι ίδιοι για πολύ καιρό, είπαν να κάνουν και μια αλλαγή στο line-up, έτσι για να ανανεωθούν. Το 1992 ο Joey Belladonna αντικαθίσταται από  τον John Bush των Armored Saint. Επίσης, μετά από 10ετή περίπου παραμονή στη Megaforce/ Island Records, αλλάζουν και δισκογραφική. Υπογράφουν με την Electra Records, όπου το 1993 κυκλοφορούν το “Sound of White Noise”. Ένα άλμπουμ ακόμα πιο σκοτεινό, το οποίο και επιβεβαιώνει ότι ασχέτως εμφάνισης οι Anthrax μουσικά και στιχουργικά έχουν ωριμάσει πολύ. Ο δίσκος έφτασε στο #7 του Billboard, η υψηλότερη θέση που είχε ποτέ η μπάντα.

Διάδοχος του SoWN ήταν το “Stomp 442” που κυκλοφόρησε το 1995. Περίεργο άλμπουμ, για πολλούς από τα χειρότερα που έχουν κυκλοφορήσει, για άλλους αξιοπρεπέστατο. Μερικές φορές επαναλαμβανόμενο, αλλά και πιο επιθετικό από τα προηγούμενά τους με guest στην κιθάρα τον Dimebag Darrell των Pantera, μιας και ο Dan Spitz αποφάσισε να εγκαταλείψει τη μουσική και να γίνει ωρολογοποιός (!!!), ήταν επιπλέον η αιτία διακοπής της συνεργασίας τους με την Electra. Η μπάντα θεώρησε ότι η εταιρεία δεν προώθησε το δίσκο αρκετά –για να μην πούμε ότι μάλλον προσπάθησε να το θάψει– οπότε η Electra γίνεται παρελθόν.

Επόμενη εταιρεία η ανεξάρτητη Ignition Records, στην οποία κυκλοφορούν το “Volume 8: The Threat is Real” το 1998. Καμία σχέση με οτιδήποτε είχαν κάνει μέχρι τότε. Πειραματικό, μεταβατικό, μάλλον ό,τι να’ μαστε. Ο Dimebag παρών και πάλι, μαζί με τον Phil Anselmo αυτή τη φορά, αλλά η κατάσταση δε σώθηκε. Επιπλέον, σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου η Ignition χρεοκόπησε, και βρέθηκαν πάλι να ψάχνουν για δισκογραφική. Κατέληξαν στη Beyond Records, κυκλοφόρησαν τη συλλογή “Return of the Killer A’s”… και λίγο αργότερα η εταιρεία φαλίρισε. Και φυσικά, για να βρίσκονται σε δουλειά, που λένε, υπήρχαν και διάφορες νομικές διαμάχες όσον αφορά στα ποιος είχε ποια δικαιώματα και για ποιο δίσκο. Sorry, αλλά κουραστήκαμε.

Οι Anthrax όμως, ως πιο ανθεκτικοί, την έβγαλαν καθαρή και έχοντας προσλάβει το 2001 τον κιθαρίστα Rob Caggiano κυκλοφορούν το 2003 το “We’ve Come for You All” μέσω της Sanctuary. Φαίνεται ότι η μακροχρόνια δισκογραφική αποχή τους επανέφερε στο σωστό δρόμο –άλλωστε ήταν και η εποχή που το thrash αναβίωνε μετά την ανυπαρξία του στα ’90s.
Το άλμπουμ θεωρήθηκε από το μεταλλικό τύπο ως “η επιστροφή στον παλιό, καλό ήχο”. Πειραματισμοί, περίεργοι ήχοι και γενικά όλα τα παρακμιακά στοιχεία που χαρακτήριζαν τη δεκαετία, οι Anthrax τα ξέχασαν. Αυτό που δεν ξέχασαν, ήταν οι αλλαγές στη σύνθεσή τους. Έφυγε ο Frank Bello και τον αντικατέστησε ο Joey Vera των Fates Warning και Armored Saint.

Το 2005 η κλασική σύνθεση (Ian, Benante, Spitz, Belladonna και Bello) βρέθηκε για μια μεγάλη περιοδεία, δίνοντας σε πολλούς οπαδούς τους ελπίδες για reunion, που όμως διαψεύστηκαν πανηγυρικά.

Για αρκετό καιρό η κατάσταση ήταν αρκετά ρευστή και κανείς δεν ήξερε με ποιον τραγουδιστή θα συνέχιζε το συγκρότημα. Ο Belladonna δεν ήθελε, ο Bush επίσης οπότε… ζητείται τραγουδιστής. Τελικά το Δεκέμβριο του 2007 ανακοινώνεται ότι τα φωνητικά αναλαμβάνει ο Dan Nelson, ενώ κάπου εκεί αποφάσισε να επιστρέψει και ο Caggiano.

Μετά από ενάμιση περίπου χρόνο off stage, έδωσαν την πρώτη τους συναυλία με τον Nelson στο Σικάγο το Μάιο του 2008, παίζοντας και κάποια καινούργια κομμάτια. Από τα τέλη του 2008 ακούγονταν διάφορα για την κυκλοφορία ενός καινούργιου άλμπουμ, κάτι το οποίο όμως δεν έγινε –τουλάχιστον όχι στα χρονικά πλαίσια που αναφέρονταν. Αυτό που έγινε ήταν η απόλυση-απομάκρυνση-αποχώρηση του Dan Nelson. Σύμφωνα με τους Anthrax, έφυγε για λόγους υγείας. Σύμφωνα με τον Nelson η “εκούσια” αποχώρησή του ήταν απόφαση της μπάντας. Έχει σημασία;

Το συγκρότημα μένει για άλλη μια φορά χωρίς τραγουδιστή και ακυρώνει όλες τις προγραμματισμένες εμφανίσεις του, εκτός αυτής του βρετανικού Sonisphere, όπου βγαίνουν με τον John Bush. Η υποδοχή που του επιφύλασσε το κοινό ήταν τέτοια, ώστε να ξεκινήσει ολόκληρη καμπάνια για την επιστροφή του, το οποίο και τελικά έγινε.

Τέλη του 2009, επιβεβαιώνεται η εμφάνιση των “Big 4” στο Sonisphere του 2010. Αρκετά χρόνια μετά τον χαρακτηρισμό τους ως οι “τέσσερις μεγάλοι” του thrash, οι Metallica, Megadeth, Slayer και Anthrax –όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά– εμφανίζονται στο ίδιο φεστιβάλ, και πιθανόν οι Anthrax να τρώνε τη σφαλιάρα που τους χρειάζεται για να ξαναβρούν τους εαυτούς τους, δεδομένου ότι (και) εκείνη η περίοδος δεν ήταν και από τις καλύτερες που είχαν περάσει.

Οι συναυλίες έγιναν, χωρίς όμως τον Bush, ο οποίος στις αρχές του 2010 αποφάσισε (πάλι) ότι δεν ήθελε να συνεχίσει με το συγκρότημα και την έκανε, για να αντικατασταθεί από τον… Joey Belladonna (ναι, πρόκειται για τον ίδιο Joey Belladonna που είχαν και πριν από μερικά χρόνια, πριν από δεκαετίες… ).

Με τον Belladonna λοιπόν, ηχογραφήθηκε και το “Worship Music”, το άλμπουμ για το οποίο μίλαγαν από το 2008, αλλά τελικά κυκλοφόρησε το 2011. Η αναμονή όμως άξιζε. Κλασικό thrash που φέρνει στο μυαλό το τεράστιο παρελθόν της μπάντας και αποδεικνύει για άλλη μια φορά το ταλέντο και το επίπεδό της.

Και εννοείται ότι εφόσον Anthrax χωρίς αλλαγές μελών δε γίνεται (χειρότεροι και από σαπουνόπερα έχουν γίνει), τον Ιανουάριο του 2013 ανακοινώθηκε η αποχώρηση του Caggiano. Μόνιμος αντικαταστάτης δεν έχει βρεθεί ακόμα, έτσι τα χρέη lead κιθαρίστα στην περιοδεία έχει αναλάβει ο Jonathan Donais των Shadows Fall. Το Μάρτιο η μπάντα κυκλοφόρησε το ΕΡ “Anthems”, ένα δίσκο με διασκευές τραγουδιών των ’70s κυρίως (AC/DC, Rush και Boston μεταξύ άλλων).

30 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων έδωσαν μουσικά διαμάντια, απογοήτευσαν –και πιθανόν απογοητεύτηκαν- αλλά και αναγνωρίστηκαν ως ένα από τα πρώτα συγκροτήματα που δοκίμασε να συνδυάσει metal με hardcore και rap και έστρωσαν το δρόμο για αυτό που αργότερα ονομάστηκε rap metal και nu metal, μεταξύ άλλων. Με απίστευτη αίσθηση του χιούμορ και ίσως λίγο στον κόσμο τους, για να συνεχίζουν ακόμα παρά τις πολλές και διάφορες αναποδιές, σίγουρα έχουν την αξία τους και μάλλον τα καταφέρνουν καλά σε αυτό που κάνουν.

Αυτή μέσες άκρες είναι η μπάντα που περιμένουμε να δούμε live στις 28 του μήνα στο Gagarin!