NICK CAVE & THE BAD SEEDS: “Push the Sky Away”

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα. Αν είναι Nick Cave πρέπει να είναι καλό θα απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Αν είναι και Warren Ellis, Conway Savage, Martin P. Casey, Thomas Wydler, Jim Sclavunos, Bad Seeds εν ολίγοις, ακόμα καλύτερα. Κι ας λείπει από την σύνθεση τους, εκτός από τον από καιρό απόντα Blixa Bargeld, και ο Mick Harvey σε αυτόν τον δίσκο.

Το θέμα είναι: πόσο καλό; Πόσο καλό σε σχέση με όσα μας έχουν συνηθίσει; Κι εδώ όμως χωράει πολλή συζήτηση. Τι είναι αυτό στο οποίο μας έχει συνηθίσει ο Nick Cave
Τι μένει λοιπόν; Να επιχειρήσω να περιγράψω το “Push The Sky Away” όσο αποστασιοποιημένα μου επιτρέπει η υποκειμενική ματιά ενός από τους θαυμαστές που πριν από αρκετά χρόνια συστήθηκαν με τους Nick Cave & The Bad Seeds μέσω του ανεπανάληπτου “Henry’s Dream” για να γοητευτούν στη συνέχεια, ξετυλίγοντας τον μίτο, από τα πιο επιθετικά και πιο σκοτεινά του τραγούδια φτάνοντας πίσω μέχρι τους βαμπιρικούς The Boys Next Door.  Ιδού το αποτέλεσμα και τα συμπεράσματα δικά σας.

Ακούγοντας αρχικά την νέα τους δουλειά δίνεται η αίσθηση ότι ο αγαπημένος στο ελληνικό κοινό Nick επιστρέφει στο down tempo ύφος των προ Grinderman -και το εμβόλιμου “Dig Lazarus,Dig!!!”-  δίσκων,  ένα ύφος που είχε καθιερώσει από το “Boatmans Call” μέχρι και το “Abbatoir Blues/The Lyre of Orpheus” προσφέροντας κυρίως πανέμορφες μπαλάντες και αφήνοντας συχνά μετέωρους όσους σεληνιάζονταν από τα τραχέα φωνητικά του Nick και τις αγριεμένες κιθάρες του Blixa των προηγούμενων δίσκων.

Σε δεύτερη ακρόαση η επιρροή του Warren Ellis είναι εμφανής και κάποια από τα τραγούδια του album μοιάζουν παρακλάδια των -προς δημιουργία  κινηματογραφικής μουσικής – συνεργασιών N.Cave-W.Ellis. Οι ενορχηστρώσεις των περισσότερων τραγουδιών θεμελιώνονται πάνω σε ένα αφαιρετικό ηχητικό υπόβαθρο από λούπες και μπάσο. Αν και χρησιμοποιούνται πολλά ακόμα όργανα, η παρουσία τους είναι αρκετά διακριτική: βασικές κιθάρες, απλά drums, ντεφάκια και άλλα κρουστά, blues πινελιές από πιάνο και κάποια synth. Πίσω από όλα αυτά, τα υποβλητικά βιολιά του W.Ellis προσφέρουν την δέουσα ατμόσφαιρα για να υποστηριχθεί η φωνή του Ν.Cave πλαισιωμένη  από αιθέρια backing vocals.

Αυτό είναι πάνω-κάτω όλο, χωρίς ηχηρά μουσικά ξεσπάσματα αλλά με ιδιαίτερα δραματική ερμηνεία. Ο frontman των Bad Seeds είναι στην ουσία περισσότερο ηθοποιός από όσο τραγουδιστής. Σχεδόν προφανής ή εστίαση στην αφήγηση, στην περιγραφή, στην απαγγελία, στον στίχο, η μουσική σε δεύτερο πλάνο.

Δεν θα εκπλαγώ ωστόσο αν κάποια από τα τραγούδια του album χρειαστεί να μεταμορφωθούν ολοκληρωτικά για να παρουσιαστούν ζωντανά όταν δοθεί η ευκαιρία να τον δούμε ζωντανά στην χώρα μας, μιας και δεν ξεχνά να την συμπεριλάβει στους σταθμούς των περιοδειών του. Από την χώρα μας άλλωστε και την άγρια επικαιρότητα της εμπνέεται άμεσα στο τραγούδι “Lightning Bolts” που βρίσκεται δυστυχώς μόνο στις deluxe εκδόσεις  του album “Push the Sky Away” (“…and in the cradle of democracy the pigeons are wearing gas masks…”)

Από τον δίσκο ξεχωρίζουν το κάπως πιο γεμάτο ενορχηστρωτικά από τα υπόλοιπα “Jubilee Street”, το “Waters Edge” -για κάποιο λόγο μου θυμίζει αμυδρά το Electric Alice των Mini Seeds (a.k.a. Grinderman). Και πάνω από όλα το “Higgs Bosson Blues” μια σκοτεινή ελεγεία στους στίχους της οποίας ένας άνθρωπος δίχως μνήμη σε μία περιπλάνηση/εφιάλτη οδηγεί ανάμεσα σε φλεγόμενα δέντρα, συναντά τον Robert Johnson και τον Διάβολο την στιγμή που ετοιμάζονται να μονομαχήσουν με αμφίβολη έκβαση, ζητά σαν τελευταία επιθυμία να θαφτεί με μια μουμιοποιημένη γάτα, τα κίτρινα παπούτσια του και ένα κωνικό καπέλο που υποχρεούνταν να φορούν οι εβραίοι κατά τον μεσαίωνα, “ασελγεί” με χιούμορ πάνω σε μία ηρωίδα παιδικής σειράς (“Hannah Montana does the African Savannah”) και φροντίζει να εξηγήσει πως ο πίθηκος/τελευταίος κρίκος μιας παράδοξης διατροφικής αλυσίδας εκδικείται με το “δώρο” της ευλογιάς.

Καλή ακρόαση!