SAINT VITUS: “Saint Vitus”

Στα μέσα της δεκαετίας του 80, ότι είχε να κάνει με τις βάσεις της σκληρής μουσικής, είχε πάρει τον δρόμο του.

Ο κύβος είχε ριφθεί από την στιγμή που είχαν εμφανιστεί τα μεγαθήρια, που έμελλαν να χαράξουν ανεξίτηλα τον δρόμο πάνω στον οποίο θα διαμορφωνόταν ο σκληρός ήχος.

Οι ρίζες, στις οποίες οικοδομήθηκε το heavy metal είχαν επηρεάσει το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων συγκροτημάτων, που ξεπηδούσαν σωρηδόν εκείνη την εποχή. Στην Αμερική, τα συγκροτήματα που από την μία είχαν πάρει το σπαθί στο χέρι και υμνούσαν τους θεούς της σκανδιναβικής μυθολογίας και από την άλλη πόζαραν συνεχώς με ημίγυμνες αιθέριες υπάρξεις, με έντονο βάψιμο και φανταχτερό μαλλί κομμωτηρίου στην εμφάνιση τους, ακολουθούσαν την δική τους πορεία, κερδίζοντας ολοένα  περισσότερους ακροατές και φανατικούς οπαδούς.

Στην Καλιφόρνια, στην ανέκαθεν μέκκα της γκλαμουριάς και των φωταγωγημένων επιδείξεων σε ότι είχε να κάνει με τον κινηματογράφο και την μουσική, φαίνεται ότι το ‘84, κάποιοι δεν είχαν πει την τελευταία τους κουβέντα.

Οι Saint Vitus ήταν αυτοί που δεν ακολούθησαν ούτε τον ένα, ούτε τον άλλο δρόμο. Προτίμησαν να αφήσουν παραπέρα το επικό στοιχείο ή τα party και την καλή ζωή προβάλλοντας υλικά αγαθά και γυναικεία σάρκα και καταπιάστηκαν με την απαρχή και την καθεαυτού βάση του heavy metal.

Οι εμφανείς επιρροές τους, ήταν οι πρώιμοι Sabbath και η τάση προς μίμηση των φωνητικών του Ozzy, έκδηλη στις λαλιές που εκστόμιζε ο ταλαντούχος Scott Reagers. Το γκρουπ έριξε στην κυριολεξία, ένα δυνατό χαστούκι σε όλα αυτά που πρόβαλλαν οι μπάντες της εμπορικότητας και του θεαθήναι που κατοικοέδρευαν από κοινού στην Καλιφόρνια και μίλησαν για καθημερινά απλά θέματα με μουσική που πήγαζε από την καρδιά τους, χωρίς να πολυνοιάζονται για το αν γίνουν επιτυχίες κάποιο από τα τραγούδια τους.

Κάπως έτσι ξεπήδησε το ομότιτλο πρώτο άλμπουμ τους. Και επρόκειτο για κανονικό άλμπουμ και όχι για ΕΡ, παρόλο που είχε 5 μόνο κομμάτια. Αν και από την τρίτη τους κυκλοφορία, ο Reagers έφυγε από την μπάντα για να τον αντικαταστήσει μία μεγάλη μορφή του doom, ο Scott Wino Weinrich, γνώμη του γράφοντος είναι ότι η φωνή του Reagers με το ουρλιαχτό του στις ψηλές νότες, σαν να ακούς ψυχοπαθή σε κάποια σημεία που έχει δραπετεύσει, ήταν μοναδική και δύσκολο να αντικατασταθεί.

Αυτό καταδεικνύεται περίτρανα στο ομώνυμο τους, το οποίο παρουσιάζεται εδώ πέρα. Το άλμπουμ όσον αφορά το εξώφυλλο, υποδεικνύει στον ακροατή ότι πρέπει να ακούσει με τα αυτιά της καρδιάς και να υποσκελίσει οποιαδήποτε τάση για ωραιοπάθεια, να αποζητήσει την απλότητα και το αληθινό και όχι το ψεύτικο, πασπαλισμένο με διάφορες βιτρίνες. Απλό και λιτό μέσα σε μία γενική μαυρίλα, αναφαίνεται το λογότυπο της μπάντας με τον σταυρό στο κέντρο.

Το πρώτο κομμάτι ανοίγει δυναμικά το άλμπουμ θέλοντας να δείξει ποιοι είναι οι Saint Vitus στιχουργικά και μουσικά, αλλά μας παρουσιάζει και τον συγκεκριμένο άγιο της καθολικής εκκλησίας, από τον οποίο πήραν το όνομα τους. Η συνέχεια είναι ένα mid tempo κομμάτι, άψογο, με ωραία ατμόσφαιρα, παρουσιάζοντας τις δύο όψεις της μαγείας… “White magic, Black magic”. Οι κιθάρες σκοτεινές, με παραμορφώσεις στα σημεία που χρειάζεται και το ταξίδι έχει ξεκινήσει για να φτάσεις στο κυρίως πιάτο. Ακολουθούν τρία μεγάλης διάρκειας κομμάτια, με πρώτο το “Zombie Hunger”, επηρεασμένο από τις ταινίες τρόμου της εποχής με διάφορα ζόμπι και βαμπίρια. Παράλληλα, με το κομμάτι αυτό, οι ταχύτητες πέφτουν αισθητά και η σκυτάλη δίνεται στο αργόσυρτο και στοιχειωμένο παίξιμο των Vitus.

Η συνέχεια σε παραπέμπει σε υποτιθέμενο ψυχιατρικό ίδρυμα, από το οποίο απέδρασε κάποιος επικίνδυνος ασθενής και όλοι βρίσκονται στις επάλξεις για τον εντοπισμό του. Στο κομμάτι αυτό (“The Psychopath”), φαίνονται και οι δυνατότητες του Reagers στα φωνητικά, όχι ότι το λιτό και απέριττο παίξιμο του Dave Chandler στις κιθάρες, του Mark Adams στο μπάσο και του Armando Acosta στα τύμπανα, ο οποίος πληροφοριακά πέθανε πριν 2 χρόνια, πάει πίσω. Η αυλαία πέφτει με το “Βurial at Sea”, το οποίο δεν στερείται τίποτα από τα δύο προηγούμενα, όσον αφορά τον ρυθμό και την ποιότητα. Κάπου εδώ τελειώνει και το ταξίδι στα μυστικά μονοπάτια των καθημερινών προβλημάτων, της φαντασίας και της αδυσώπητης πραγματικότητας. 

Η αίσθηση που άφησε στους ακροατές της εποχής ήταν σίγουρα ότι το doom ήρθε για να ταράξει τα νερά στην τότε αμερικάνικη κοινωνία και να πει αλήθειες που ίσως το μουσικό ύφος άλλων σχημάτων, δεν άφηνε να ασχοληθούν.

Εν κατακλείδι, οι Saint Vitus τότε, ακόμα και σήμερα, απευθύνονται στους ακροατές που ψάχνουν γενικότερα τη μουσική και αναδιφούν στα μυστικά της μονοπάτια, σε άτομα τα οποία δεν αρκούνται στις επιτυχίες του ραδιοφώνου και στα σχήματα που έγιναν διάσημα στο ευρύ κοινό. Φρονώ ότι αξίζει να ασχοληθεί κάποιος μαζί τους και να διαπιστώσει πάνω απ’ όλα ότι η μουσική βγαίνει από την καρδιά και την ψυχή, ορίζοντας έτσι και τον πραγματικό καλλιτέχνη.

Αν κάποιος είναι ήδη μυημένος σε μεγαθήρια όπως οι Candlemass και δεν έχει ασχοληθεί με τους Vitus, τότε θεωρώ απαραίτητο να προμηθευτεί αυτό το άλμπουμ, να χαμηλώσει τα φώτα, να εμπεδώσει στο αυθεντικό παίξιμο τους και είμαι σίγουρος ότι δεν θα το μετανιώσει.