DAVE LEPARD (CRASHDIET)

Ο David Roberto Hellman (όπως ήταν το πραγματικό του όνομα) γεννήθηκε στις 28 Μαΐου του 1980 στην Στοκχόλμη της Σουηδίας και μεγάλωσε στην πόλη Uppsala, όπου και έζησε ολόκληρη τη ζωή του.

Μεγαλώνοντας σε ένα σπίτι γεμάτο μουσικά όργανα (πιάνο, κιθάρα, ακορντεόν), η αγάπη του για τη μουσική ήταν μάλλον μοιραία.

“Όταν ήταν 5 χρονών, είδε μια παιδική πλαστική κιθάρα σε κάποιο παιχνιδάδικο και την ήθελε απεγνωσμένα”, θυμάται η μητέρα του. “Κόστιζε λιγότερο από 10 δολάρια, αλλά ήμουν μόνη μου, σπούδαζα και δεν είχα αρκετά χρήματα. Ήταν όμως έξυπνο παιδί. Άρχισε να πηγαίνει σε όλα τα σπίτια της γειτονιάς και να ζητάει άδεια μπουκάλια. Πούλησε τα άδεια μπουκάλια και όταν μάζεψε το ποσό, πήγε στο κατάστημα και αγόρασε την κιθάρα. Ήταν τόσο ευτυχισμένος εκείνη τη μέρα”.

Στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών, πηγαίνει μόνος του (!) σε ένα δισκάδικο και με το χαρτζιλίκι του αγοράζει το πρώτο του βινύλιο, που δεν είναι άλλο από το “Final Countdown” των συμπατριωτών του, Europe. Οι αγαπημένες του μπάντες είναι οι Guns N Roses και οι Skid Row και, όπως είναι φυσικό, οι Axl Rose και Sebastian Bach γίνονται το απόλυτο ίνδαλμα για το νεαρό αγόρι. Όσοι γνώρισαν τον David σε παιδική ηλικία, κάνουν λόγο για ένα χαρούμενο παιδί με υψηλή ευφυΐα και αίσθηση του χιούμορ, που δήλωνε όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν ότι κάποια μέρα θα γίνει ο διασημότερος rock star του πλανήτη και ολόκληρος ο κόσμος θα ξέρει το όνομά του. Παιδί χωρισμένων γονιών, έτρεφε απίστευτη αγάπη για τις αδελφές του, έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στη μητέρα του, για την οποία είχε αναλάβει ρόλο προστάτη. Στο σχολείο, όλα τα κορίτσια τον λάτρευαν, ενώ έδειχνε να έχει ιδιαίτερη κλίση στα αθλήματα. Μεταξύ άλλων, έπαιζε ποδόσφαιρο και ping-pong, ενώ οδηγούσε από μικρός μηχανή. Οι δάσκαλοι έλεγαν στη μητέρα του ότι μιλούσε υπερβολικά πολύ, αλλά ότι ήταν πάντα ένα ευγενικό και καλόκαρδο παιδί.

“Ήταν ευγενικός και πολύ γενναιόδωρος. Όταν προχωρούσαμε στο δρόμο και συναντούσαμε κάποιον άστεγο που ζητιάνευε για χρήματα, ο Dave του έδινε ό,τι είχε πάνω του. Είχε πολύ καλή ψυχή.” Στα 10 του περίπου χρόνια, η μητέρα του τού κάνει δώρο για τα Χριστούγεννα μια αληθινή ηλεκτρική κιθάρα. Αυτά ήταν τα καλύτερα Χριστούγεννα που είχε περάσει ο μικρός David. Έκτοτε δεν άφησε ούτε στιγμή την κιθάρα από τα χέρια του. Σε ηλικία 11 ετών ξεκίνα να παίζει σε μικρές punk rock μπάντες (Naked Guns και Los Diabolos) στο σχολείο και αργότερα, στα 14 του, ηγείται μιας σχολικής death metal μπάντας με το όνομα Warpath. Σημειωτέον ότι εκείνη την εποχή, ο David είχε βάψει μαύρα τα ξανθά του μαλλιά, προσαρμόζοντας έτσι το στυλ του ώστε να ταιριάζει στη “σκοτεινή” κουλτούρα του death metal. Το 1997 αρχίζει να γράφει και τα δικά του κομμάτια, ενώ 3 χρόνια αργότερα δημιουργεί τους Crashdïet, ένα sleaze rock σχήμα με επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Hanoi Rocks, Motley Crue, Skid Row κ.ά. Είναι ίσως περιττό να αναφέρουμε ότι το συγκρότημα πήρε το όνομά του από το γνωστό ομώνυμο demo των Guns n Roses (“Crashdiet”). Προς τιμήν μάλιστα των θρυλικών Def Leppard, ο David αλλάζει το όνομά του σε Dave Lepard. Το line-up τότε αποτελούταν από τους Mary Goore στην κιθάρα, τον Mace Kelly στο μπάσο και τον Tom Bones στα drums, ενώ ο Dave είχε αναλάβει τα φωνητικά και την κιθάρα. Τα 3 μέλη τελικά αποχωρούν λίγο αργότερα, για να επιστρέψουν στις death metal ρίζες τους, εισχωρώντας σε μπάντες όπως οι Repugnant και SubVision.

Ο Lepard όμως δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει το όνειρό του τόσο γρήγορα. Έτσι βρίσκει νέα μέλη και επαναδραστηριοποιεί τους Crashdïet μέσα στο 2002. Το τελικό και επίσημο πλέον line-up –όπως και το γνωρίσαμε- περιλαμβάνει τον Martin Sweet στη κιθάρα, τον Peter London στο μπάσο και τον Eric Young στα drums. Για τον drummer, Eric Young, o Lepard δήλωσε χαρακτηριστικά λίγα χρόνια αργότερα: “Χρειαζόμασταν έναν drummer απεγνωσμένα. Ήξερα τον Eric από παλιά, αλλά έπαιζε πιο πολύ death metal και τέτοια. Τον θυμάμαι με μαλλιά μέχρι τον κώλο και μούσια τύπου Zz-Top, με εμφάνιση ενός τυπικού Σουηδού death-ά δηλαδή. Βρώμικος και λοιπά, χα χα!… Ήθελε όμως πολύ να παίξει στους Crashdïet και μετά από έναν χρόνο εμφανίζεται με πιο κοντά μαλλιά, χωρίς μούσια και 35 κιλά πιο αδύνατος. Έμοιαζε με πόρνη, αλλά έπαιζε σαν τον Tommy Lee και εννοείται ότι πήρε αμέσως το εισιτήριο για τη μπάντα.”

Το πρώτο ομώνυμο album των Crashdïet κυκλοφορεί τελικά μέσα στο 2003 σε μόλις 500 αντίτυπα, αλλά διατίθεται και δωρεάν για κατέβασμα από την επίσημη ιστοσελίδα του συγκροτήματος. Την επόμενη χρονιά έρχεται το μεγάλο συμβόλαιο με την Universal και το 2005 κυκλοφορεί και η πρώτη επίσημη δουλειά του σχήματος με τον τίτλο “Rest in Sleaze”.  Σημειωτέον ότι οι Crashdïet ήταν η πρώτη sleaze rock μπάντα -μετά από μια ολόκληρη δεκαετία- που κατάφερε να υπογράψει συμβόλαιο με μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Το όνειρο του Lepard αρχίζει επιτέλους να παίρνει σάρκα και οστά. “Αυτό είναι το σημαντικότερο γεγονός στη ζωή μου. Περίμενα αυτή τη στιγμή από την ημέρα που γεννήθηκα”, δηλώνει ενθουσιασμένος ο νεαρός καλλιτέχνης.

Αυτό που κατάφεραν ουσιαστικά να κάνουν οι Crashdïet με την παρουσία τους στον χώρο, ήταν να επαναφέρουν “στη μόδα” το παλιό καλό glam / hair metal των ’80’s. Με σκισμένα jeans, λεοπάρ φουλάρια, αμέτρητα βραχιόλια, καουμπόικες μπότες και άπειρες δόσεις λακ στο μαλλί, τα 4 πιτσιρίκια από τη Σουηδία, που δεν ξεπερνούσαν σε ηλικία τα 25, ήρθαν να μυήσουν μια νέα γενιά εφήβων στα πρότυπα της δεκαετίας του ’80, αλλά και να θυμίσουν στους παλαιότερους το αληθινό πνεύμα του rock ‘n roll που χάθηκε μετά την επέλαση του grunge στα ’90’s. Όπως δήλωσε και ο Lepard χαρακτηριστικά: “Θέλουμε να επαναφέρουμε το hard rock στο προσκήνιο. Όλα τα άλλα είναι απλά βλακείες. Εννοώ ότι στις μέρες μας οι hip-hop καλλιτέχνες ζουν περισσότερο τη “sex, drugs & rock ‘n’ roll” ζωή, παρά οι ροκάδες, όπως θα έπρεπε…”

Το ντεμπούτο τους τελικά στέφεται από απόλυτη επιτυχία (αν και δεν έγιναν ιδιαίτερα γνωστοί εκτός Ευρώπης), με singles όπως τα “Riot in Everyone”, “Breaking the Chainz”, “Knokk ‘Em Down” και “It’s a Miracle”, αγγίζοντας την 12η θέση των Σουηδικών charts εκείνη την χρονιά. Ακολουθεί ένα tour στη Σουηδία αλλά και μια επιτυχημένη συμμετοχή στο Download Festival της Αγγλίας την ίδια χρονιά, στα πλαίσια της προώθησης του album. Τον Μάρτιο του ερχόμενου έτους (2006) μάλιστα, είχαν προγραμματίσει να πραγματοποιήσουν την παρθενική τους εμφάνιση στην Αμερική, συμμετέχοντας στο South by Southwest festival στο Texas.

Δυστυχώς, τα τραγικά γεγονότα τους πρόλαβαν. Στις 20 Ιανουαρίου του 2006, και σε ηλικία μόλις 25 χρονών, ο Lepard βρίσκεται νεκρός στο διαμέρισμά του στην Uppsala. Είχε θέσει τέλος στη ζωή του λίγες μέρες νωρίτερα (εικάζεται γύρω στις 13/1) μετά από μια μακρά περίοδο βαριάς κατάθλιψης. Για 10 μέρες σχεδόν δεν είχε επικοινωνήσει με κανέναν από τους φίλους του ή την οικογένειά του, κάτι όμως που δεν είχε προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση σε κανέναν, καθώς ο Lepard χανόταν κατά διαστήματα, ιδιαίτερα όταν δεν ήταν σε καλή διάθεση ή όταν βρισκόταν σε δημιουργική περίοδο. Μια από τις γειτόνισσές του, σοκαρισμένη από τον θάνατο του νεαρού καλλιτέχνη, δηλώνει χαρακτηριστικά στην εφημερίδα Expressen: “Ήταν τόσο γλυκός και απίστευτα φιλικός. Ωστόσο, την περασμένη εβδομάδα που τον συνάντησα στο supermarket, έδειχνε υπερβολικά αδύνατος και εκτός εαυτού”.

Σύμφωνα με φήμες, τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά στο στρατόπεδο των Crashdïet τον τελευταίο καιρό. Τα υπόλοιπα μέλη έδειχναν ενοχλημένα από τα συνεχή ξεσπάσματα του Lepard απέναντί τους, ως αποτέλεσμα της κατάχρησής του στις ουσίες, σε σημείο μάλιστα που σκέφτονταν σοβαρά να εγκαταλείψουν την μπάντα ή ακόμα και να προβούν σε αντικατάσταση του τραγουδιστή, κάτι που ο ίδιος ήξερε και, όπως φάνηκε, τον είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα. Μια εβδομάδα πριν συμβεί το μοιραίο μάλιστα, ο Lepard είχε τηλεφωνήσει στην μεγαλύτερη αδελφή του, ενημερώνοντάς την ότι οι Crashdïet τελικά διαλύθηκαν. Από εκείνη τη στιγμή χάθηκαν και τα ίχνη του, μέχρι τα ξημερώματα της Παρασκευής που τον βρήκαν νεκρό. Ο Lepard βρέθηκε κρεμασμένος στην πόρτα του διαμερίσματός του. Στον ίδιο χώρο υπήρχε και ένα χειρόγραφο σημείωμα που έλεγε: “Γιατί να ζω εγώ, όταν κανένας άλλος δεν το κάνει;” (“Why should I live when no one else fucking does?”).

“Ο Dave πίστευε ότι δεν ζούμε τη ζωή μας. Μας έβλεπε σαν μηχανές που δουλεύουν οχτάωρα. Κάποια στιγμή είχε πει στην μητέρα μου: Γαμώτο! Πρέπει να αφήσεις τη δουλειά σου και απλά να ζωγραφίζεις και να πίνεις κρασί!”, δήλωσε η αδελφή του. Σε κοινή ανακοίνωσή τους, συντετριμμένα τα τρία εναπομείναντα μέλη των Crashdïet δήλωναν μέσω της επίσημης ιστοσελίδας τους: “Ως μέλος του σχήματος, αλλά πάνω απ’ όλα ως άνθρωπος, ο Dave θα μας λείπει για πάντα. Δεν ήταν παρά μια ιδιοφυία και ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Εννοείται πως δεν θα συνεχίσουμε ως μπάντα. Οι Crashdïet αποτελούνταν από 4 άτομα και τώρα ο ένας μας άφησε για πάντα.” Τελικά, μετά από ένα tribute gig τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους και μια συζήτηση σχετικά με το μέλλον τους, οι τρεις μουσικοί αποφασίζουν να συνεχίσουν με νέο τραγουδιστή, διατηρώντας ωστόσο το όνομα Crashdïet, με τη σύμφωνη γνώμη και της οικογένειας του Lepard, δηλώνοντας αυτή τη φορά: “Νιώθουμε ότι θέλουμε να συνεχίσουμε τους Crashdïet διατηρώντας το πνεύμα του Dave ζωντανό για πολύ καιρό. Θα ήταν κρίμα να ΜΗΝ διαδώσουμε το μήνυμα σε όλο τον κόσμο, ώστε να μάθουν πώς πρέπει να είναι η πραγματική μουσική”!

Οι Crashdïet συνεχίζουν το όραμα που τους κληροδότησε ο Lepard για αναγέννηση του hard rock, διανύοντας μέχρι και σήμερα μια αρκετά επιτυχημένη πορεία. Στη Σουηδία μάλιστα, διεξάγεται κάθε χρόνο το Rest in Sleaze Festival, προς τιμήν του πρόωρα χαμένου καλλιτέχνη, την οργάνωση του οποίου έχει αναλάβει η ίδια η μητέρα του Lepard, η οποία ήταν και η εμπνευστής και ιδρύτρια του θεσμού. Τελικά, το “Rest In Sleaze” σαν τίτλος, αποδείχθηκε τραγικά προφητικός για τον νεαρό καλλιτέχνη. Ο Dave Lepard έμελλε να περάσει στην ροκ ιστορία ως μία ακόμη από εκείνες τις τραγικές φιγούρες που έζησαν έντονα και πέθαναν νέοι (“live hard, die young”, αγγλιστί. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δε, “live hard, die TOO young”). Η μητέρα του είχε πει σε σχετική συνέντευξη: “Όταν ήταν παιδί έλεγε: Μια μέρα θα φύγω μακριά και όλοι θα στέκονται εκεί και θα κλαίνε. Βέβαια είχε ξεχάσει ότι δεν μπορείς να ακούσεις το κλάμα όταν έχεις πεθάνει.…” Σίγουρα ο Dave Lepard δεν πρόλαβε να κάνει πολλά πράγματα, όπως ονειρευόταν, και ήταν καθαρά δική του επιλογή. Ήταν όμως η αιτία που το hard rock των 80’s ξαναγεννήθηκε στις αρχές του 21ου αιώνα και αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος να τον θυμόμαστε και να τον ευγνωμονούμε. Rest In Sleaze, kid of the underground!…

Κάτι ακόμα:
– Έναν μήνα πριν φύγει από τη ζωή, ο Lepard τηλεφώνησε στην μητέρα του και της είπε: “Έλα μαμά, θέλεις ακόμα εκείνο το Ford Mustang 65? Θα με πληρώσουν την άνοιξη.” Η μητέρα του απάντησε: “Όχι, David, χρειάζεσαι τα λεφτά για τον εαυτό σου!” και εκείνος τσατίστηκε και αναφώνησε: “Αμάν, γαμώτο!”. Από τότε που ήταν 15, έλεγε στην μητέρα του: «Μαμά, θα σου αγοράσω το αυτοκίνητο που σ’ αρέσει όταν καταφέρω να γίνω διάσημος rock star.” Όταν ο Lepard έφυγε από τη ζωή, η μητέρα του έλαβε τελικά τα χρήματα και έναν χρόνο αργότερα αγόρασε το αυτοκίνητο. Εκείνη την ημέρα, πήγε στο κοιμητήριο, πάτησε δυνατά το γκάζι ώστε να ακουστεί η μηχανή και είπε: “Dave, να το αυτοκίνητό μας!» Σημειωτέον ότι ο Lepard δεν πληρωνόταν από την εταιρεία. Όλα τα έξοδα για τα όργανα και τους εξοπλισμούς ήταν δικά του. Έπαιρνε μόνο ένα μικρό επίδομα από το Σουηδικό κράτος και τον συντηρούσε η μητέρα του, φέρνοντάς του φαγητό και πράγματα που χρειαζόταν.

– Στο κοιμητήριο, ο τάφος του Lepard ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Η ταφόπλακα είναι σκαλισμένη σε λεοπάρ σχέδιο και υπάρχει η επιγραφή: “David Lepard, 1980-2006”. Εκεί, μεταξύ άλλων, θα δει κανείς eyeliner, μια δισκομπάλα, ένα μπουκάλι λακ, drumsticks, ένα μικρό άγαλμα της Ελευθερίας, μια ροζ πένα κιθάρας κ.ά. που αφήνουν κατά καιρούς οι θαυμαστές του.