IQ : “Resistance”

Στην πολύτιμη ομοταξία των συνεπών και ταλαντούχων χωρίς ανταπόδοση, συνεχίζουν να κρύβονται από τη σκιά της άγνοιας για περίπου 38 χρόνια οι σπουδαίοι αυτοί μουσικοί από το Southampton. Ίσως τα τελευταία χρόνια, με τη διεύρυνση των ακουσμάτων των ακροατών του progressive metal, πέρασαν οι δίσκοι τους σε ράφια νέων σπιτιών μαζί με άλλους αφανείς ήρωες του neoprog, όπως οι Pendragon και Arena.

Έχοντας κι αυτοί τις δικές τους φουσκοθαλασσιές στην καριέρα τους, κυρίως με την φυγή  του frontman Peter Nicholls (που σχημάτισε τους Niadem’s Ghost) και την προσχώρηση του Paul Menel από το 1985 ως το 1990, έκαναν μια φτωχά πετυχημένη απόπειρα ραδιοφωνικής προσέγγισης με τα άλμπουμ “Nomzamo” και “Are You Sitting Comfortably?”.

Από την επιστροφή του Nicholls και μετά, οι IQ επιστρέφουν σε prog rock μονοπάτια και σφραγίζουν την άνεση του γνώριμου αυτού χώρου με το εκπληκτικό “Ever” του 1993, ένα από τα κορυφαία άλμπουμ του ιδιώματος. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει έντεκα στούντιο άλμπουμ, και αυτό εδώ το πρόσφατο έργο με το βιβλικά προειδοποιητικό εξώφυλλο, φέρει τον αριθμό «δώδεκα».

Σήμερα, οι δυο συνήθεις ύποπτοι, ο Nicholls, και ο κιθαρίστας Mike Holmes πλαισιώνονται ξανά από τον αρχικό μπασίστα Tim Esau,  που επέστρεψε το 2009 μαζί με τον ντράμερ Paul Cook. Το πιο φρέσκο πρόσωπο είναι ο άνθρωπος στα keyboards που ακούει στο όνομα Neil Durant : όσο κι αν η απουσία του Martin Orford μετά από 26 συνεχή χρόνια είναι σημαντική λαβωματιά, το ντεμπούτο του Durant στο “Road Of Bones” του 2014, συνοδεύτηκε με έναν αέρα ανανέωσης στο σημαντικό κεφάλαιο των πλήκτρων.

Αν τα πέντε χρόνια αναμονής έθρεψαν αρκετά την απορία που θα οδηγήσει τελικά εκείνο το υγρό σκοτάδι του “Road Of Bones”, ο χείμαρρος του “A Missile” αποκαλύπτει μια ηχητική ένταση και αγωνία, έναν ήχο βαρύτερο που γεννά ξανά σκοτάδι από την ιδανική σύμπραξη των πλήκτρων με τα τύμπανα, που ανυψώνει ιδιαίτερα τα ριφ του Holmes. Από την πρώτη στιγμή που ο Nicholls επεμβαίνει στον καμβά του ήχου, καταφέρνει να σπρώξει επιβλητικά την συνύπαρξη της αγωνίας του και της απογοήτευσης με μελωδίες που ξέρουν πώς να καρφωθούν πάνω στο οργανικό υπόβαθρο και να σε τραβήξουν μέσα του.

Το “Resistance” μας έρχεται με τη μορφή διπλού cd, κάτι που έγινε και στο προηγούμενο “Road Of Bones”. Ομοίως κι εδώ, το κανονικό άλμπουμ υπάρχει στο πρώτο cd, ενώ ένα πλήθος μουσικών ιδεών που σύμφωνα με τους δημιουργούς δεν εναρμονίζονταν στο κλίμα του δίσκου, ολοκληρώνονται και απλώνονται χρονικά πέρα από συμβάσεις. Στο δεύτερο cd υπάρχουν τέσσερα τραγούδια, τα δυο από αυτά, τα “The Great Spirit Way” και “Fallout” με είκοσι λεπτά διάρκεια.

Το κυρίως μέρος του “Resistance” αποτελείται από εφτά τραγούδια. Το “Rise”, αμέσως μετά την εναρκτήρια αναμονή του, μεταφέρει το βάρος που διαγνώσαμε στο “A Missile” με κοφτά ριφ. Οι ενορχηστρώσεις του Durant γεμίζουν εντυπώσεις το τραγούδι και ο Nicholls εξακολουθεί να είναι αυτός ο ξεχωριστός ποιητικός ερμηνευτής που θα σε τραβήξει σε φράσεις αλλόκοτης γοητείας.

Οι IQ συνεχίζουν να απλώνουν αυτή την τακτική των πλούσιων μεταπτώσεων, των χαρακτηριστικά δραματικών εναλλαγών, που μοιάζουν να ελέγχονται από μια αυστηρή εκτελεστική πειθαρχία. Με το βάρος των κλιματικών αλλαγών να ελέγχει τη δυσμένεια του δίσκου, οι κορυφώσεις σε τραγούδια σαν το “Stay Down” γίνονται σχεδόν εσχατολογικές με μια γοτθική απειλή.

Η ευθύτητα του “Shallow Bay” κερδίζει με την απλή ομορφιά του και κάθε συμβατικό ακροατή που προτιμά να μοιραστεί τη μακρινή θλίψη του δημιουργού με μια χαρακτηριστική, εύστοχη μελωδία, ενώ το Floyd-ικό φινάλε με το σόλο μόνο ευπρόσδεκτο είναι. Απόλυτος ταιριαστός ακόλουθος η μινιμαλιστική, ηλεκτρονική υποβλητική μπαλάντα “If Anything” θα συνεχίσει να βυθίζει τον ακροατή σε ανεκπλήρωτες επιθυμίες με την παυσίπονη αίσθηση της ίασης του χρόνου. Ο Nicholls είναι ιδανικός να ζωντανεύει τέτοιες γλυκόπικρες εντυπώσεις και άλλη μια φορά τα δικά του ξεχωριστά χρώματα δίνουν πρόσθετη γοητεία στους κρυπτικούς του στίχους.

Το 15λεπτο “For Another Lifetime” κλείνει το πρώτο μέρος όντας, όπως περιμένει ο έμπειρος IQ ακροατής, ένα πολύχρωμο περιπετειώδες, αφηγηματικό έργο με τη μουσική γενναιοδωρία που μας επιφυλάσσουν στα μεγάλα τους τραγούδια. Αν κάποιος μπορεί να κατηγορήσει τους IQ για κάτι, αυτό είναι μάλλον ο πλούτος και ο όγκος της προσφοράς τους. Άλλωστε και ο Holmes παραδέχτηκε πως τελικά και τα τέσσερα τραγούδια του δεύτερου cd έχουν την ισχύ, τη σύνδεση και τη συνέπεια για να θεωρηθούν το δεύτερο μέρος της κανονικής κυκλοφορίας, και αυτή είναι η αλήθεια.

26 χρόνια μετά την έναρξη της τελευταίας περιόδου του γκρουπ με τον θρίαμβο του “Ever”, οι τύποι από το Southampton μας έχουν δώσει οχτώ άλμπουμ, διατηρώντας τη γνώριμη ταυτότητα αλλά ανανεώνοντας παράλληλα τη δύναμη της μουσικής μαγείας και ξορκίζοντας τα δικά τους φαντάσματα μέσα από τη δική μας συγκίνηση.

Ένας καθαρός ορίζοντας από ταλέντο, ένα μεγάλο ταξίδι από συνέπεια και μια διπρόσωπη θάλασσα από εμπειρίες και συναισθήματα για σπόρους από αναγνώριση.

Ειδικά στη χώρα μας.

IQ – A Missile (video link)

About Γιώργος Γεωργίου 452 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…