MOTHER OF MILLIONS: “Artifacts”

Κάποτε, ένα art-pop ντουέτο από το Liverpool είχε δώσει στο ντεμπούτο του τον τίτλο «Η ζωή είναι σκληρή, και μετά πεθαίνεις»…

Ο περίεργος συνειρμός που επανέφερε τον τίτλο στο μυαλό μου ακούγοντας το τρίτο άλμπουμ των Mother Of Millions, έχει μάλλον να κάνει με την πολυσυλλεκτικότητα του ήχου τους, αλλά φυσικά και με την επίπονη διαδρομή του “Artifacts”.

Φαινομενικά φωτεινή, αναγνωριστική και ευρύχωρη είναι η acapella έναρξη του “Amber”, γρήγορα όμως θα ξεδιπλώσει τις πτυχές και τις ενδείξεις της νέας διαδρομής. Μοιάζει με την πρώτη στάση του πνεύματος σε ένα πανοραμικό σημείο. Στον ορίζοντα της σκέψης αρχίζει να συναρμολογείται μια πορεία απέναντι σε προσωπικά βάρη της ύπαρξης. Ήδη με το “Rite” νιώθεις να έχεις αφήσει το ύψος και να ξεφλουδίζεις την εντύπωση ψάχνοντας για το υπαρκτό. 

Η μουσική συνεχίζει να τιθασεύει εντυπώσεις και ηχοχρώματα από διάφορους χώρους, στη λογική της ανάπλασης της εσωτερικότητας των θεμάτων. Με μια εκπληκτική ευκρίνεια, αναδεικνύει τόσο την τρυφερή θλίψη και περιπλάνηση με κινηματογραφική εντύπωση στα χαμηλόφωνα ηχοτοπία, όσο και τις εκρήξεις των διαπιστώσεων, με θεμελίους λίθους  post rock και ελεγχόμενο, προοδευτικό aggressive metal. Η επιμονή της λεπτομέρειας χαρακτηρίζει για άλλη μια φορά κάθε τραγούδι, όλα όμως είναι με συνέπεια προσαρμοσμένα στη συνολική εντύπωση του άλμπουμ.

Όσο αφηρημένο κι αν μοιάζει, η μουσική του άλμπουμ είναι η απεικόνιση της περιπέτειας των ιδεών και η αντανάκλαση στα συναισθήματα. Με αυτή την τακτική στρώνονται όλοι οι συντονισμένοι διάδρομοι των οργάνων, και πάνω τους η φωνή επικυρώνει την αναζήτηση, την αγωνία, την πάλη, τον φόβο, τον πόνο, την οργή, την ανάγκη να σταθείς στα πόδια σου και να προχωρήσεις. 

Διατηρώντας τα κεκτημένα του “Sigma”, η ομάδα του στούντιο, που κέρδισε, δεν άλλαξε, και μας δίνει ένα τελικό αποτέλεσμα που σέβεται με ευστοχία την ιδιαιτερότητα του περιεχομένου, και την αναδεικνύει. Τα χρώματα των διαθέσεων ανοίγουν με την παραγωγή και υπάρχουν πολλές στιγμές που οι σιωπές και οι αναμονές, ή τα χτυπήματα και τα ξεσπάσματα της ενδοσκόπησης, παίρνουν συντριπτικές διαστάσεις.

Δεν υπάρχει κενό δευτερόλεπτο, στιγμή απάθειας και δεν αφήνεται ανάσα αδιαφορίας στο “Artifacts”. Με όρια που θα γοητεύσουν άμεσα ένα κοινό που εκτιμά όλα τα συγγενικά ιδιώματα που γεννούν τέτοιες βιωματικές μουσικές περιπέτειες, οι Mother Of Millions εμπλουτίζουν το σκαρίφημα του άλμπουμ με πολύτιμα επιλεκτικές δόσεις: εκσυγχρονισμένο neoprog, ambient ξέφωτα, εναλλακτικές συμπαγείς γέφυρες από ριφ και εκφραστικά lead στις κιθάρες που εφαρμόζουν υπέροχα στα τραγούδια, όλα μαζί υψώνουν το δικό τους μοναδικό οροπέδιο στη νέα γενιά του προοδευτικού σκληρού ήχου. Πάντα, χωρίς μια περιττή ανάσα…  Βλέπεις, η ανάγκη της ζωής μετριέται στιγμή προς στιγμή. 

Σαν ένα έργο όμως που κορυφώνεται και ολοκληρώνεται με συγκλονιστικό τρόπο, το βιβλικό “Artefact” θα σε πάρει αδιαπραγμάτευτα από το χέρι, μέχρι το τέλος του δρόμου. Όσο πανοραμική κι αν είναι θεματικά η σύλληψη του δίσκου, το τραγούδι αυτό μοιάζει να ρίχνει έναν προβολέα πάνω σε αυτή τη μικρή γωνιά του πλανήτη και να καλεί τον άνθρωπο που ζει σε αυτή να γίνει ένας πρεσβευτής του μυστηρίου της ύπαρξης και του νοήματος της ζωής. Ευαίσθητο και τελετουργικό, σέρνεται με σεβασμό και με μια κλασικότροπη μελαγχολία. Απογυμνωμένο και ευάλωτο, παραδίνεται στην αφήγηση, σε ελληνική γλώσσα, απόκοσμο, συγκλονιστικό, ανυψωμένο, αναζητά την υπερφυσική δύναμη να σπρώξει τη ζωή μπροστά. 

Μέσα σε μια άτυπη νέα κολεκτίβα ονομάτων που επιχειρούν να ωθήσουν τον σύγχρονο προοδευτικό ήχο σε νέα πεδία, οι αθηναίοι αφήνουν τη δική τους έντονη, ευδιάκριτη, εκφραστική σφραγίδα με οδηγούς την ειλικρίνεια, την αμεσότητα, τη δύναμη της αβίαστης έκφρασης. Το “Artifacts”, με την πρώτη ευκαιρία που θα του δώσεις, θα σου υποδείξει τις συνθήκες, τους τρόπους, τις προϋποθέσεις αλλά και τις αναγκαιότητες για να το κάνεις κτήμα σου.

Ένας ακόμα δημιουργικός θρίαμβος.

About Γιώργος Γεωργίου 460 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…