QUEENSRYCHE: “Operation: Mindcrime”

Μία παράξενη χειμωνιάτικη νύχτα του 1987, στο Μόντρεαλ του Καναδά, δύο ξένοι, αντίπαλοι κόσμοι, συγκρούστηκαν περίεργα στο μυαλό του τραγουδιστή των Queensryche, Geoff Tate. Από τη μία πλευρά, υπήρχε μία πολιτική ομάδα ακραίων ανθρώπων, που είχε γνωρίσει μένοντας εκείνο τον καιρό στην πόλη, κάποιοι “φίλοι φίλων”. Θέλοντας να αυτονομηθεί η επαρχία του Quebec από τον Καναδά, δεν δίσταζαν να ακουμπήσουν τα άκρα, με ληστείες τραπεζών, απαγωγές και εκβιασμούς. Από την άλλη, ο ήχος του εκκλησιαστικού οργάνου και της χορωδίας και ο ατμός που έβγαινε από την ανοιχτή πόρτα μιας καθολικής εκκλησίας, καθώς γύριζε στο σπίτι που έμενε (το χιόνι που έπεφτε εκείνο το βράδυ τον έσπρωξε τελικά στο εσωτερικό της).

Η χορωδία τέλειωνε τη νυχτερινή πρόβα της και υπήρχαν κεριά αναμμένα τριγύρω. Ο Tate κάθισε σε ένα παγκάκι και όλα τα πράγματα που στριφογύριζαν στο κεφάλι του από καιρό, τυλιγμένα από το “φίλτρο” της ιδιαίτερης αυτής συγκυρίας, άρχισαν να συναρμολογούν μία ιστορία. Έβγαλε το σημειωματάριο και άρχισε να γράφει με μανία.

Δεν μπορούσε να σταματήσει να γράφει για μία βδομάδα. Μόλις τέλειωσε το βασικό σενάριο, άρχισε να δουλεύει πάνω στη μουσική και κάποια τραγούδια που είχε ήδη στο μυαλό του. Τον Μάρτιο του ’87, ο Tate πέταξε πίσω στο Seattle για τον γάμο του Michael Wilton. Στο bachelor πάρτι, τους παρουσίασε την συνολική του ιδέα, την ιστορία, τους βασικούς χαρακτήρες και τις πρώτες μουσικές ιδέες για το άλμπουμ. Η πρόθεση του Tate για ένα concept άλμπουμ, υπήρχε από παλιότερα. Άλλωστε και στα δύο προηγούμενα άλμπουμ τους, τα τραγούδια συνδέονταν από μία εννοιολογική τακτική και σκοπιμότητα. Η άμεση ανταπόκριση όλων ήρθε παρά τις αρχικές ενστάσεις, όταν ο Tate κέρδισε τελικά την καταφατική απάντηση του βασικού συνθέτη και κύριου συνεργάτη του, Chris De Garmo, και έφερε στη συνέχεια μία πυκνότητα προτάσεων και ιδεών, που εμπλούτισαν τον αρχικό σκελετό. Το αρχικό project εξελίχτηκε σε μία χιονοστιβάδα που κυλούσε ασταμάτητα και κατέληξε να είναι κάτι μεγαλύτερο από όλους τους.



Οι αρχικές βλέψεις τους, ήταν να συνεχιστεί η συνεργασία τους με τον παραγωγό του “Rage For Order”, Neil Kernon, που είχε αποφέρει ένα σύγχρονο, ιδιαίτερο και εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Η παρατεταμένη του δέσμευση με την ηχογράφηση του νέου, τότε, άλμπουμ των Dokken, “Back For The Attack”, οδήγησε στην αναζήτηση άλλης λύσης. Από τις προτάσεις του νέου τους management, του πολύ πετυχημένου Q Prime και μετά τις πρώτες συναντήσεις, επιλέχτηκε ο Peter Collins, γνωστός ήδη από τη συνεργασία του με τους Rush. Ο ίδιος έδειξε αμέσως να αισθάνεται πολύ βολικά, συνεχίζοντας με εργασιομανείς μουσικούς που είχαν παρόμοια τελειομανία και σύνθετες ιδέες, αλλά και το γκρουπ εκτίμησε αμέσως την οργανωτική, διαχειριστική αλλά και διακριτικά δημιουργική του ικανότητα. Η ευστοχία του να κρίνει πότε τα τραγούδια ακούγονταν ολοκληρωμένα και οι μικρές συμβουλές-προσθήκες στις επιμέρους λεπτομέρειες, σφράγισαν το συνολικό αποτέλεσμα.

Πριν την προ-παραγωγή, που άρχισε τον Οκτώβριο του 1987, η διαδικασία σύνθεσης κράτησε σχεδόν οκτώ μήνες. Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο Gladwyne της Pennsylvania και στο Montreal του Quebec, ενώ το engineering και η τελική μίξη έγιναν από τον James “Jimbo” Burton, στην πόλη Hilversum της Ολλανδίας. Για τις ρυθμίσεις των ορχηστρικών και χορωδιακών μερών, επιστρατεύτηκε ο “πολύς” Michael Kamen, που είχε συνεργαστεί μαζί τους και στο “The Warning”.

Ο καθοριστικός, πρωταγωνιστικός, θηλυκός χαρακτήρας της “Sister Mary”, είχε φυτέψει τον σπόρο του κατά έναν περίεργο τρόπο στη μνήμη του Tate, στη διάρκεια της προηγούμενης περιοδείας για το “Rage For Order”. Σε μία ντίσκο της Βουδαπέστης, στις 4 τα ξημερώματα, το σφυροκόπημα της ηλεκτρονικής, χορευτικής μουσικής δονεί τον συνωστισμένο χώρο. Μία νεαρή γυναίκα λίγο πάνω από 30 χρονών, ντυμένη καλόγρια, χορεύει με αργές κινήσεις σε πλήρη αντίθεση με τον ρυθμό της μουσικής. Μοιάζει πραγματικά με καλόγρια, ίσως και να είναι. Κρατάει στην αγκαλιά της ένα αρκουδάκι, σαν ένα μωρό που είχε χάσει. Έχει ένα θλιμμένο βλέμμα, που δύσκολα ξεχνά κανείς. Ο Tate, εμμονικός τότε στο να κρατά παντού σημειώσεις, έχει κρατήσει την περιγραφή της με κάθε λεπτομέρεια. Η εικόνα αυτή πέρασε τελικά στη συνολική σύλληψη της τραγικής φιγούρας της Mary.



Η Pamela Moore, εκείνο τον καιρό δούλευε σε ένα δισκοπωλείο και είχε δανείσει τη φωνή της σε πολλά διαφημιστικά. Ο De Garmo άκουσε ένα από αυτά και διέκρινε την ιδανική χροιά για τον εύθραυστο και βασανισμένο χαρακτήρα της Mary. Επικοινώνησαν μαζί της και η Moore βρέθηκε να πετά στο χιονισμένο Morin-Heights του Καναδά και στο ιστορικό “Le Studio” (Rush, The Police, David Bowie, Bee Gees, Cat Stevens, Chicago). Ο Tate και ο De Garmo της εξήγησαν την ιστορία του άλμπουμ και τον χαρακτήρα της ηρωίδας και της έδωσαν μία κασέτα, όπου τα μέρη του Tate είχαν ήδη ηχογραφηθεί. Την επόμενη μέρα, η Moore μπήκε στο στούντιο και έκανε την ιστορική ηχογράφηση.

Το “Suite Sister Mary”, με τη διάρκειά του να υπερβαίνει τα 10 λεπτά, ήταν και το τελευταίο τραγούδι που ολοκληρώθηκε στο στούντιο, ενώ η αρχή είχε γίνει με το ομότιτλο. Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, ο Collins επέμενε να τους υπενθυμίζει να κοιτάζουν ξεχωριστά την κάθε σύνθεση, και μόνο στο τέλος, πώς όλα αυτά μαζί θα αποτελέσουν ένα ενιαίο μουσικό βιβλίο. Αυτή η επιμονή δικαιώθηκε, από το αναμφισβήτητο γεγονός πως τα τραγούδια, πέρα από την ιδανική διαδοχή και αλληλεπίδραση, δρουν αυτόνομα με εκπληκτικό αποτέλεσμα. Συνεχίζοντας να είναι ανήσυχοι και περίεργοι για τις εξελίξεις της τεχνολογίας στη δεδομένη χρονική στιγμή, αφουγκράστηκαν την πρόοδο της ψηφιακής τεχνολογίας. Το άλμπουμ αποτέλεσε μία από τις πρώτες ψηφιακές ηχογραφήσεις και πέρα από την ευρηματική αποτελεσματικότητα της συνεργασίας τους με τον Collins, είχαν και την ταυτόχρονη ικανοποίηση πως βάδιζαν μαζί με τις εξελίξεις.



Βέβαια, η ιδιαιτερότητα του συνολικού ήχου του “OM”, με την πειθαρχημένη οξύτητα, τη διάκριση της λεπτομέρειας και την ιδιαίτερη απόχρωση στις παραμορφώσεις της κιθάρας και τους συντονισμούς της ρυθμικής βάσης τυμπάνων και μπάσου, εκτιμήθηκε στην πραγματική της διάσταση, χρόνια αργότερα. Το στρίμωγμα 59:14 λεπτών σε δύο πλευρές βινυλίου, που αποτελούσε το βασικό format της αγοράς το 1988, έριχνε αισθητά την ποιότητα της ηχογράφησης.

Συγκρίνοντας τη διαφορά πραγματικότητας ανάμεσα στις εποχές, ο Collins θυμάται πως υπήρχε διαθέσιμο ένα budget 320.000 δολλαρίων, για ένα γκρουπ που ουσιαστικά είχε χαμηλές έως μέτριες πωλήσεις. Τη μικρή ανοδική διαφορά ανάμεσα στο “The Warning” και το “Rage For Order”, την είχαν κερδίσει στο δρόμο, με τις σπουδαίες εμφανίσεις σχεδόν αποκλειστικά σαν “opening act”. Η εταιρία όμως, σεβάστηκε την εκφραστική ελευθερία και αυτονομία του γκρουπ ως το τέλος.

Μία ιδανική συνεργασία των De Garmo/Wilton, τόσο σε ρυθμικά όσο και leads, με ήχους πιο κοντινούς για τον μέσο metal ακροατή, είναι ο εκρηκτικός πυρήνας τους που ξεκινά το άλμπουμ με πειθαρχημένη επιθετικότητα. Με το ρυθμικό υπόβαθρο να συμμετέχει ιδανικά στα καθιερωμένα “οικονομικά” τρικ που τους ξεχωρίζουν, η συντονισμένη μηχανή τους, ταιριάζει απόλυτα με την αφήγηση του Tate. Αυτός με τη σειρά του, ζει την παράσταση της ζωής του, πασχίζοντας σαν αληθινός ηθοποιός να “ενδυθεί τους ρόλους” των προσώπων της ιστορίας. Ύστερες φήμες, που πιθανά ακουμπούν και την υπερβολή, ισχυρίζονται πως χρειάστηκε ιατρική βοήθεια μετά την ολοκλήρωση του άλμπουμ. Μία σειρά από τραγούδια που έχουν μία πολεμική ρυθμική οξύτητα, χτίζουν την εντύπωση μιας οικουμενικής αναστάτωσης, μέχρι που στο “The Mission”, υπάρχει μία επιδέξια μεταστροφή στο ύφος, που γίνεται πιο εσωτερικό και ευαίσθητο. Στο “Suite Sister Mary”, η “βεντάλια του άλμπουμ” ανοίγει διάπλατα και, μέχρι το φινάλε, έχουμε μια ακολουθία προσωπικών, αναπλαστικών τραγουδιών. 



Το περιεχόμενο του άλμπουμ, επηρεάστηκε από τις συνέπειες των “οικονομικών της προσφοράς”, που βίωνε η Αμερική τη δεκαετία του ’80. Τα γνωστά και ως “Reaganomics”, αποτέλεσαν μία οικονομική σχολή που ερμήνευε τη συμπεριφορά της οικονομίας με βάση τα φορολογικά κίνητρα. Οι απόψεις της έχουν απορριφθεί και ουσιαστικά η συγκεκριμένη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Reagan, ενίσχυσε περισσότερο τα υψηλά εισοδήματα και αύξησε σημαντικά την ψαλίδα ανάμεσα στα υψηλά και χαμηλά εισοδήματα.

Η κοινωνικο-πολιτική διάσταση του άλμπουμ, που διατρέχει κυρίως την πρώτη βινυλιακή του πλευρά, στιγματίζει την κυβερνητική τακτική με την επικάλυψη του σεναρίου. Πριν σχηματοποιήσει απόλυτα τον χαρακτήρα του Nikki, ο Tate έκανε τη δική του “ρεαλιστική κατάδυση”, μιλώντας με πραγματικούς ανθρώπους του δρόμου, άστεγους και φτωχούς, αντλώντας σημαντική έμπνευση. Ο Nikki, είναι τελικά ένας νέος εξαρτημένος από την ηρωίνη και βιώνοντας την πραγματικότητα της οικονομικής ανισότητας, της διαφθοράς των μέσων ενημέρωσης, της εξαπάτησης της θρησκείας και της φτηνής πολιτικής προπαγάνδας, πιστεύει πως η ζωή του θα βρει νόημα προσχωρώντας στις τάξεις μιας, υποθετικά, μυστικής οργάνωσης, με στόχο την ανατροπή και την επανάσταση. Ηγέτης της, ο ακραίος και αδίστακτος Dr X, ο οποίος τον χρησιμοποιεί για δολοφονίες σημαντικών προσώπων και ταυτόχρονα τον παγιδεύει συναισθηματικά με την παρουσία της αδερφής Mary, μιας πρώην πόρνης και μετά καλόγριας.



Όσο προχωρά η ιστορία, οι αναστολές, τα διλήμματα και οι εσωτερικές μάχες του ήρωα κλιμακώνονται. Η πίεση του Dr X, γίνεται αφόρητη όταν του ζητά να βγάλει από τη μέση τη Mary. Ο χάρτης του άλμπουμ, έχει γίνει πια αυστηρά προσωπικός και οι χαρακτήρες ξεφλουδίζονται σε εικονικές σκηνές, με χαρακτηριστική αυτή της αντιπαράθεσης του Nikki με τη Mary, όπου ο ήρωας αγνοεί την επιταγή του αρχηγού του και αποφασίζει να φύγει μαζί της. Η χρόνια εξάρτησή του τον κρατά παγιδευμένο όμως και ο X του το θυμίζει κυνικά. Γυρίζοντας στη Mary, τη βρίσκει νεκρή. Μέσα σε πλήρη σύγχυση και ολομόναχος πια, αρχίζει να χάνει τα λογικά του και τρέχει στους δρόμους φωνάζοντας το όνομά της. Συλλαμβάνεται από την αστυνομία, που βρίσκει πάνω του ένα όπλο και τελικά κατηγορείται για τη δολοφονία της Mary και όσους άλλους φόνους έχει διαπράξει. Στο τέλος, κοιτάζοντας στον καθρέφτη, στο δωμάτιο του νοσοκομείου όπου έχει αρχίσει αυτό το flashback μνημών, αναρωτιέται πως έφτασε στο σημείο αυτό, μην μπορώντας να αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Πέρα από τον βασικό σκελετό της ιστορίας του, το άλμπουμ είναι στην πραγματικότητα ένας θρίαμβος των προφάσεων για να πλησιάσουν στην καρδιά της αλήθειας. Για όσους, κυνικά, αποφάνθηκαν πως είναι μία ακολουθία από κλισέ, η ζωή των περισσότερων ανθρώπων του πλανήτη είναι μία καθημερινή συρραφή από κλισέ και μέσα από τους κύκλους της καθημερινότητας, είναι συχνά χρήσιμο και ζωτικό να θυμηθείς και να αντιληφθείς ξανά τα αυτονόητα. Τα παιχνίδια της δύναμης συνεχίζουν να παίζουν με τις ζωές των ανθρώπων, με την ίδια βεβαιότητα  που ο πλανήτης συνεχίζει να γυρίζει, οι άνθρωποι συνεχίζουν να πληγώνουν και να πληγώνονται, συναισθηματικά ακρωτηριασμένοι μέσα σε περιβάλλοντα, που μπορούν να κατευθύνουν ακόμα και τα συναισθήματα.



Για ανθρώπους που μεγαλώνουν ανάμεσα και κάτω από τεράστιες προτρεπτικές επιγραφές που τους κατευθύνουν επιτακτικά στο αμερικανικό όνειρο, ακόμα και η συνθηματική καταγγελία μέσα στην επίφαση της ιστορίας, μπορεί να σοκάρει. Δεν ήταν άλλωστε μυστικό, πως οι προσωπικές τους σκέψεις και απόψεις παραμόνευαν στις γραμμές των στίχων, όπως είχε αναφερθεί σε συνεντεύξεις της εποχής. Δεν παρέλειπαν να αναφέρουν συχνά, πως ήταν υπέροχη συγκυρία που το άλμπουμ κυκλοφόρησε πριν τις προεδρικές εκλογές… Το παρεξηγημένο αρχικά “Spreading The Disease”, το οποίο πολλοί θεώρησαν πως είχε σαν θέμα του το AIDS, ήταν εμπνευσμένο από την υποκριτική καμπάνια των Ronald και Nancy Reagan, με σύνθημα “Say No To Drugs”, μία πολυδάπανη πολιτική μηχανή συλλογής ψήφων, από την ίδια εστία που θα στείλει τον μέσο και αδύναμο Αμερικανό, να πολεμήσει στη Νικαράγουα για τα οικονομικά συμφέροντα αυτών που την επιδότησαν. Η οργή απέναντι στην υποκρισία αυτού του κυκλώματος, συχνά καταλήγει σε σκληρές, συνθηματικές εκρήξεις, πιο χαρακτηριστικά στο “Speak” και στο υπέροχο break του “Speading The Disease”, όταν πάνω από τα bongos του Rockenfield, ο Tate “ραπάρει” για την πολιτική, τη θρησκεία, τα ναρκωτικά και το sex.

Στο προσωπικό επίπεδο, τα αιώνια ανθρώπινα ζητήματα προσφέρουν στα αντίστοιχα τραγούδια την πολυτέλεια της αυτονομίας.Ο πληγωμένος, που θα χρειαστεί τον απόηχο του “I don’t Believe In Love” ή του “Breaking The Silence”, θα μπορέσει να ταυτιστεί, ανεξάρτητα από τον χάρτη της ιστορίας του άλμπουμ. Πολλές ενδιαφέρουσες παράμετροι, παραμονεύουν για όσους θα επιμείνουν στις λεπτομέρειες, καθώς οι χαρακτήρες του καταραμένου ζευγαριού εμπλουτίζονται σταδιακά μέχρι τη σύγκρουση του “Suite Sister Mary”, στην οποία μας εισάγει το απόσπασμα λατινικής χορωδίας από το Dies Irae Requiem του Giuseppe Verdi. Είναι κάπως περίεργο και ειρωνικό για τον βασικό εμπνευστή του concept, Geoff Tate, αλλά και ίσως ενδεικτικό της ισχυρής χημείας τότε μεταξύ τους, πως η πιο συγκλονιστική εικόνα του κεντρικού του ήρωα, σκιαγραφείται στο υπέροχο “The Mission”, ένα τραγούδι αποκλειστικά του De Garmo, όταν ο Nikki, περιτριγυρισμένος από κεριά που αντιστοιχούν σε χαμένες ζωές από τη δράση του, παλεύει να πείσει τον εαυτό του πως η “αποστολή” του θα σώσει τον κόσμο.



Το group, συνεργάστηκε για το artwork, με την Reiner Design Consultants του Roger Gorman, που είχε εργαστεί για μεγάλα ονόματα της μουσικής βιομηχανίας, όπως οι Cameo, Aerosmith, Madonna, David Bowie και Metallica. Ο Charles Wesley Griswold, που σχεδίασε το εξώφυλλο, έφυγε πρόωρα στις 3 Μαρτίου 2012. Η, “ταξικά”, πολεμική του αισθητική, ενίσχυσε την εντύπωση του περιεχομένου και οι μουσικοί από το Seattle απέκτησαν χαρακτηρισμούς που θα τους ακολουθούσαν για καιρό, όπως οι “metal μουσικοί των σκεπτόμενων ανθρώπων” ή ακόμα πιο εμφατικά, οι “κομμουνιστές του metal”.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 3 Μαΐου 1988. Χαιρετίστηκε με πρωτόγνωρο ενθουσιασμό από τον μουσικό τύπο σχεδόν σε όλο τον πλανήτη. Η σιγουριά του γκρουπ όταν έφτασε στο τέλος της διαδρομής με το τελικό mix στην Ολλανδία, επιβεβαιώθηκε με πολλούς τρόπους, με πιο παροιμιώδη την αντίδραση του Bruce Dickinson, όταν είπε στον Steve Harris πως “έκαναν καλύτερο concept άλμπουμ από το δικό μας”, για το “7th son of a 7th son”. Η αλήθεια είναι, πως δύσκολα μπορείς να φανταστείς πως το τελικό αποτέλεσμα επιδέχεται κάποια αλλαγή ή βελτίωση, έστω κι αν ο Tate είχε πει πως θα προτιμούσε περισσότερα instrumental μέρη ανάμεσα στα τραγούδια. Πάντα φυσικά υπάρχει και η φαντασίωση της διαφοράς, αν τελικά καθόταν ο Kernon στην καρέκλα του παραγωγού, που ήταν σίγουρα πιο ριψοκίνδυνος, πειραματικός και λειτουργικά παρεμβατικός συγκριτικά με τον Collins, που ήταν πρώτα από όλα, ένας πολύ ακριβής και αυστηρός προγραμματιστής, για να τηρηθούν όλα τα χρονο-προγράμματα και να παραμείνουν στα όρια του αρχικού budget.



Οι αρχικές πωλήσεις ήταν στους συνηθισμένους αριθμούς τους, παρά την καταιγίδα των διθυραμβικών κριτικών. Κάποια στιγμή δέχτηκαν μία πρόταση από το MTV, με πρωτοβουλία ενός συντελεστή που του άρεσε το group, να γυρίσουν άμεσα ένα βίντεο και να το στείλουν, με την προοπτική να προβάλλεται καθημερινά. Επιλέχτηκε το “Eyes Of A Stranger” και με δεδομένη τη δύναμη του MTV τότε, να αλλάζει σε μία νύχτα τις τύχες ενός group, οι πωλήσεις άρχισαν να αυξάνονται. Tο άλμπουμ έγινε χρυσό ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του, πλατινένιο το 1991 και συνέχισε να πουλάει. Τέσσερα συνολικά singles υποστήριξαν τη διαδρομή του, καθώς μετά το “Eyes Of A Stranger”, ακολούθησαν τα “I Don’t Believe In Love”, “Breaking The Silence” και “Revolution Calling”.

Το group ξαναβγήκε στο δρόμο ανοίγοντας για τους Def Leppard και τους Metallica και μόνο από τον Απρίλιο του 1989 και μετά, έκαναν δικά τους headline shows στην Ευρώπη, την Ιαπωνία και τη Δυτική Ακτή. Χρειάστηκε όμως να φτάσουμε στην περιοδεία του “Building Empires”, μετά την καθολική επιτυχία του “Empire” (1990), για να αποδοθεί δικαιοσύνη και να παρουσιαστεί επιτέλους ολόκληρο το άλμπουμ ζωντανά στη σκηνή. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που η Pamela Moore, επιτέλους τραγούδησε το “Suite Sister Mary” μαζί με τον Tate.

Από τη μέρα της κυκλοφορίας του έως σήμερα, το “Operation: Mindcrime” κατέλαβε τη σημαίνουσα θέση του, δίπλα στα σημαντικότερα rock concept άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής, αναλύθηκε μέχρι ακτινογραφίας και αποδείχτηκε διαχρονικό και, σήμερα πια, ξανά πιο επίκαιρο από ποτέ. Επιτηδευμένα είχε αφήσει κάποια αναπάντητα ερωτηματικά στην ιστορία του, σέρνοντας τους πιστούς ακροατές του σε ερμηνείες και εικασίες. Με δεδομένο το sequel του 2006, με όλες τις προβληματικές συγκυρίες, το παρασκήνιο στις σχέσεις των μελών του group και την καθοριστική απουσία του De Garmo, οι περισσότεροι που διέσχισαν αμέτρητες φορές από το 1988 την κυκλική διαδρομή της ταραγμένης μνήμης του Nikki, θα προτιμούσαν να είχαν μείνει στο μυστήριο και τις σκοτεινές απορίες που είχε δημιουργήσει, για πάντα.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 389 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…