VOODUS: “Into the Wild”

Πολυαναμενόμενο το ντεμπούτο της μπάντας από την Σουηδία.

Αν και φαινομενικά νέα μπάντα, μιλάμε για ένα συγκρότημα που υπήρχε από το 2004 με το όνομα Jormundgand μέχρι που επήλθε η ανάγκη αλλαγής ονόματος σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, εφόσον υπήρξε και η ανάγκη για μια φρέσκια και καινούρια οπτική των πραγμάτων. Το 2015 λοιπόν, υπό το καινούργιο τους όνομα κυκλοφορούν το EP τους “NightQueen” και έπεται το ’17 το δεύτερο EP, “Serpent Seducer Savior”, γι’ αυτό και ο χαρακτηρισμός πολυαναμενόμενο για το full album. 

Πάμε πίσω στη Σουηδία στα μέσα 90s, η μαμά του μελωδικού black metal: Dissection, Sacramentum και Unanimated μόνο μερικοί από τους σημαντικούς πρωταγωνιστές του είδους που είναι γνωστό για τα πιασάρικα riff, σφιχτό και δυνατό songwriting, μελωδίες που δίνουν ροή στο εκάστοτε album και φυσικά σκληρά φωνητικά που δένουν με τις σκοτεινές ατμόσφαιρες και στίχους. Τι σχέση έχουν όμως οι Voodus με όλο αυτό και πως το υπηρετούν χωρίς να αποτίουν απλά άλλον έναν φόρο τιμής στους “μεγάλους” του ιδιώματος;

Στα 60 λεπτά του album είναι δύσκολο να μην σκεφτεί κανείς τα παραπάνω ονόματα. Όχι κάτι απαραίτητα κακό τελικά, διότι οι Voodus τα καταφέρνουν. Όχι απλά τα καταφέρνουν, αλλά και έχουν φτιάξει ένα άλμπουμ το οποίο ξεχειλίζει από riff που σου κολλάνε στο κεφάλι, σκοτεινές ατμόσφαιρες και αξιοπρεπέστατες συνθέσεις. Πιστεύω ότι η μπάντα δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Τα κομμάτια είναι έτσι τοποθετημένα, ώστε να παρεμβάλλονται κάποια instrumental και να αφήνουν χώρο για τα τις μελωδίες που έρχονται να λάμψουν. Τέτοιο σκοπό εξυπηρετούν κομμάτια όπως το εναρκτήριο “The Awakening and the Ascension” που θέτει πολύ καλά τι πρόκειται να επακολουθήσει με την σκοτεινή ατμοσφαίρα και τον συνδυασμό πλήκτρων και του μελωδικού αλλά και “παγωμένου” σόλο κιθάρας. 

Έπονται τέσσερα κομμάτια με καταιγιστικά riff:  “The Golden”, “Gnothi Seauton”, “Into the Wild” και “Communion Amid the Graves”, όπου φαίνεται η συγγραφική δεινότητα της μπάντας. Εξέχουσα θέση έχει φυσικά η κιθάρα με δισολίες και μελωδικά riffs. Μεγάλο θετικό του album είναι οι εναλλαγές μεταξύ γρήγορων και πιο mid-paced σημείων, καθώς προσθέτουν ενδιαφέρον από το απλά να είναι ένα “εύκολο” και ανελέητο blast beat. Στα συν και τα φωνητικά του Tobias Fongelius (επίσης κιθάρα), που κυμαίνονται από κλασικά harsh black metal φωνητικά σε κραυγές και ψιθύρους, αλλά πάντα ταιριαστά και βγαλμένα από πάγο. 

Λίγο μετά το δεύτερο μισό του album ένα σύντομο insrtumental gothic πιάνο (“Dreams from an Ancient Mind Pt. I) είναι σαν να προλογίζει την μαυρίλα των δύο κομματιών που επακολουθούν: “Dreams from an Ancient Mind Pt. II” και το 15λεπτο επικό “The Terrain of Moloch”. Οι ταχύτητες πέφτουν χωρίς να γίνονται εκπτώσεις στα riffs και στις καλογραμμένες μελωδίες, τα ψιθυριστά φωνητικά απλώνονται ήδη στο πίσσα σκοτάδι. Η εικόνα που είχα στο τέλος του δίσκου ήταν πως αν συνδυάζαμε Dissection και Watain, θα προέκυπταν οι Voodus. 

Εξήντα λεπτά είναι αρκετά για να πλατιάσεις σε έναν black metal δίσκο. Όχι όμως όταν αυτό γίνεται με πάθος και χαρακτήρα και φυσικά προσεγμένη δουλειά.