RIVERSEA: “The Tide”

Το καλοκαίρι του 2006, ο συνθέτης και keyboard-ίστας Brendan Eyre έδωσε στον τραγουδιστή Marc Atkinson ένα αντίτυπο του solo album του που είχε κυκλοφορήσει το 2005.

Αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της συνεργασίας των δύο Άγγλων μουσικών, που ονομάστηκε Riversea. Μετά από επτά χρόνια δουλειάς και σχηματοποίησης των αρχικών ιδεών, κυκλοφορούν την άνοιξη του 2012 το πρώτο τους άλμπουμ, με τίτλο “Out of an Ancient World”, με τη σύμπραξη πολλών σημαντικών μουσικών.

Μετά τον σημαντικό αντίκτυπο του δίσκου σε ακροατές που ψάχνουν κάτω από κάθε πέτρα και την φήμη του άγνωστου διαμαντιού που δημιούργησαν σε έναν στενό κύκλο, έρχεται φέτος η δεύτερη δουλειά τους, έχοντας να σηκώσει ένα ιδιαίτερο βάρος. 

Στους Riversea του σήμερα, ο μπασίστας David Clements που πλαισίωσε το ιδρυτικό δίδυμο, μοιάζει να έχει κερδίσει πια μια σχεδόν ισότιμη θέση. Παράλληλα, υπάρχει ένα πλήθος μουσικών που βάζει τη δική του σφραγίδα στο τελικό αποτέλεσμα: στο δίσκο συμμετέχουν ο ντράμερ Alex Cromarty, ο πληκτράς/φλαουτίστας Tony Patterson, οι κιθαρίστες Lee Abraham, Robin Armstrong, Simon Godfrey, Paul Cusick, Peter Aves και Martin Ledger, και οι τραγουδίστριες Janine Atkinson Benn, Louise Dawson και Olivia Sparnenn Josh.

Η μουσική των Riversea μπορεί για λόγους συνεννόησης να θεωρηθεί prog rock. Άλλωστε, η Gilmour-ική έναρξη στο ομότιτλο δίνει άμεσα μια συντεταγμένη, και η εντύπωση αυτή επανέρχεται συχνά στις διακριτικές παρεμβάσεις της κιθάρας μέσα στις ντελικάτες συνθέσεις τους. Με βάση και συνθετική αφετηρία έναν κημπορντίστα και έναν τραγουδιστή, όπως είναι αναμενόμενο, η επιδερμίδα των, κατά βάση, μελαγχολικών τραγουδιών τους, έχει μια έντονη ambient υφή. Σίγουρα θα εκτιμηθούν άμεσα από τους οπαδούς των Marillion της Hogarth-era, όπως και από αυτούς των Gazpacho. 

Από την άλλη, η φωνή του Atkinson έχει και άλλα κλειδιά έκφρασης με τα ελκυστικά χρώματά της, και συχνά προσθέτει μια ταιριαστή εντύπωση art-pop στα τραγούδια, φέρνοντας στο μυαλό περάσματα από Blue Nile και τις σπουδαίες ερμηνείες του Paul Buchanan. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το “The Design”, ένα πανέμορφα φινιρισμένο pop κομψοτέχνημα, με όλα τα παράλληλα συνοδευτικά στολίδια που θα έβαζε κάθε neoprog μπάντα.

Ένα album που θεματικά πραγματεύεται την αυτοκαταστροφική διαδρομή της ανθρώπινης φύσης που συχνά εγκληματεί στο όνομα του θεού, είναι αναμενόμενα σκοτεινό, σοβαρό και διατρέχεται από μια υποβλητική, μελωδική θλίψη. Όσο όμως φαινομενικά ακούγεται γραμμικό και χωρίς ιδιαίτερες αποκλίσεις, με κάθε νέα ακρόαση αποκαλύπτεται ο πλούτος των τραγουδιών και οι μεταστροφές τους, πέρα από τις φανερές διαφοροποιήσεις του πιο groovy και γεμάτου ηχητικά “Shine”, ή του εκρηκτικού δεύτερου μέρους του “Blasphemy”.

Με άμεσο εισηγητή στους ήχους τους, την σπουδαία και θερμή παράσταση του Marc Atkinson, οι Riversea έχουν στήσει έναν μάλλον διακριτικό και χαμηλόφωνο πλούτο μελωδιών και διαθέσεων που σταδιακά σε τυλίγουν μέσα στο θεματικό πυρήνα του “The Tide”, με ευγένεια και πετυχημένη ευαισθησία, χωρίς φτήνια και εντυπωσιασμούς. Έξι χρόνια μετά το δισκογραφικό τους ντεμπούτο, οι Riversea βάζουν ακόμα ψηλότερα τον πήχη  και αυξάνουν τις προσδοκίες μας για τη συνέχεια.

Έτσι, για τους φίλους του χώρου είναι απαραίτητο άκουσμα και μια μεγάλη, ευχάριστη έκπληξη με την πληρότητα σε συνθέσεις, ήχο και διαθέσεις. Και εδώ που τα λέμε, αρκετοί indie freaks που αρέσκονται σε ηχητικά δράματα, μια χαρά θα βολέψουν ένα μεγάλο μέρος του εαυτού τους σε αυτό.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 440 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…