FM: “Atomic Generation”

Η πιο έγκυρη παράλληλη αγγλική απάντηση στην άνθιση του μελωδικού, ραδιοφωνικού hard rock κυρίως στην απέναντι πλευρά του ωκεανού, υπήρξαν οι Λονδρέζοι FM.

Aπό το καλοκαίρι του 1984, όταν οι αδερφοί Overland (o Steve στα φωνητικά και κιθάρες, και ο Chris στις κιθάρες) ένωσαν τις δυνάμεις τους με το πρώην rhythm section των Samson, τον μπασίστα Merv Goldsworthy και τον ντράμερ Pete Jupp, οι FM πρόσφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν σε δύο δόσεις χρονικών περιόδων δραστηριοποίησης (1984-1995 και 2007 ως σήμερα), δίσκους ευκολομνημόνευτης μελωδικής αξιοπρέπειας που συνειδητά απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό.

Το φετινό “Atomic Generation” είναι το 11ο στούντιο άλμπουμ τους με την ιδρυτική τριάδα των Goldsworthy, Jupp και Steve Overland να διατηρεί αναμενόμενα και δίκαια το ηχόχρωμα και ύφος τους. Η επανεκκίνηση του 2007 μετρά ήδη το 6ο άλμπουμ της και με την απόλυτη ελευθερία από τη σκιά άλλων εποχών που απαιτούσαν να είναι η ευρωπαϊκή απάντηση των Foreigner ή των Bon Jovi, οι FM ακολουθούν απλά την καρδιά τους.
Όπως έχει συχνά επαναλάβει με έμφαση ο ηγέτης και εκφραστής τους, Steve Overland, με δεδομένη την αμέριστη συμπαράσταση και ελευθερία από τους ανθρώπους της Frontiers, μπορούν χωρίς δισταγμούς, να σμιλεύουν μικρές αποκλίσεις και να τις φέρνουν στα μέτρα τους, όταν οι ίδιοι νιώθουν την εμπιστοσύνη στο τραγούδι.

Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το “Playing Τricks on Μe” με ένα soul αλλά και blues αίσθημα. Ο Steve είχε γράψει το συγκεκριμένο τραγούδι εννιά χρόνια πριν για κάποιον blues καλλιτέχνη, ο οποίος μάλιστα το ηχογράφησε αλλά τελικά δεν το χρησιμοποίησε ποτέ. Είναι παροιμιώδης η αφομοίωση του τραγουδιού μέσα στο προσφιλές κλίμα τους, μετά την ειδική μεταχείριση που κρίθηκε απαραίτητη.
Πέρα βέβαια από μικρές ιδιαίτερες εκπλήξεις, όλα τα γνώριμα, δυνατά στοιχεία τους δίνουν νέες μουσικές ιστορίες. Με απόηχους της πρώτης περιόδου και χαρακτηριστικά χορωδιακά φωνητικά, το “Black Μagic” ανοίγει την πόρτα του “Atomic Generation” προσφέροντας απλόχερα πολυτελή οικειότητα.

Τα ρυθμικά, ραδιοφωνικά singles του “αυτοκινήτου στη λιακάδα”, “Killed by Love” και “In it for the Money”, θα αφυπνίσουν έστω παροδικά τους ονειροπαρμένους που θα χαθούν στις ντελικάτες αναπολήσεις των “Too Much of a Good Thing”, “Golden Days”.

Λίγο μετά το μέσο του άλμπουμ, η ελαφρότητα και το συναίσθημα θα μοιραστούν τις πιο κολλητικές γραμμές στα “Make the Best of What you Got” (με λίγο περισσότερη υπερατλαντική φλέβα) και “Follow your Heart”, όποιος θελήσει επιδόρπιο με περισσότερο σιρόπι θα σταματήσει παραπάνω στο “Do You Love Me Enough”, ενώ αυτός που θα χαμηλώσει πρώτος τα φώτα θα αποφανθεί πως “Love is the Law”.

Είναι ευδιάκριτο πως οι τύποι βρίσκονται με κλειστά μάτια στο χώρο, λειτουργώντας με ιδανικές αναλογίες, μαεστρική ροή, ενώ συνεχίζουν να οδηγούνται από μια υπέροχα γνώριμη, αειθαλή φωνή. Προσθέτεις σε όλα αυτά και μια παραγωγή κυριολεκτικά για σεμινάριο και είναι πλήρης η βεβαιότητα πως έχεις να κάνεις με ανθρώπους που νιώθουν ακόμα και ξέρουν να το δείξουν. Σίγουρη κατάσταση…

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 409 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…