THE CURE: “Disintegration”

H πιο εύφορη στιγμή για δημιουργία είναι συχνά δυσδιάκριτη ή ίσως δεν μπορείς να υποθέσεις πως οι παράγοντες που τη γιγαντώνουν είναι αυτοί που φαινομενικά σε εμποδίζουν.

Έτσι, το 1988 μετά την ολοκλήρωση του απόλυτα επιτυχημένου “Kiss Me Kiss Me Kiss Me” και τις συνηθισμένες φήμες για διάλυση, ο Robert Smith βυθίστηκε σε άλλο ένα υπαρξιακό αδιέξοδο με διάφορες παραμέτρους.

Οι Cure ήταν πια πραγματικά διάσημοι, με τη συλλογή των singles “Standing On The Beach”, να γίνεται χρυσή και το πρόσφατο “Kiss Me…” πλατινένιο, με sold out συναυλίες σε μεγάλους χώρους και στις δύο πλευρές του ωκεανού. Ο δημιουργικός, βέβαια, στόχος του δύστροπου Smith βρισκόταν κάπου αλλού και ο ίδιος ένιωθε, τυλιγμένος μέχρι το λαιμό από την ευδαιμονική απληστία της αναγνώρισης, πως δεν είχαν καταφέρει να προσεγγίσουν τη βαρύτητα που είχε στη συνείδησή του το “Pornography”. 

H αίσθηση της ανολοκλήρωτης έκφρασης επιδεινώθηκε με την προσωπική του εμμονή να δημιουργήσει το άλμπουμ της ζωής του πριν πατήσει τα τριάντα. Σβήνοντας τα κεριά στα 29α του γενέθλια, σχεδόν τρομοκρατημένος από την καταδίωξη του χρόνου, βάλθηκε να γράψει το πιο “έντονο” άλμπουμ των Cure. Ολόκληρη η σφαίρα έκφρασης του γκρουπ είχε βασιστεί σε σκοτεινές γωνίες και βαριά θέματα, τώρα πια όμως, όλα όσα δυνάστευαν κάποτε αφηρημένα τη σκέψη του, ήταν πολύ κοντινά και πραγματικά.

Η πελώρια σκιά του εφήμερου σε όλα, ο φόβος των αλλαγών μπροστά στην πραγματικότητα πως μεγάλωνε (και η πεποίθηση πως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες είχαν αγγίξει την κορυφή τους πριν τα τριάντα τους χρόνια) και ο επικείμενος γάμος του, τον έσπρωξαν στην απομόνωση και την κατάθλιψη, που έφεραν σεβαστές ποσότητες LSD. 

Άρχισε να γράφει μόνος του, και το καλοκαίρι του ’88 παρουσίασε 32 demo στην υπόλοιπη μπάντα. Απόλυτα βέβαιος για την κατεύθυνση και το βάθος του υλικού είχε ήδη αποφασίσει να προχωρήσει σε προσωπικό άλμπουμ, αν οι υπόλοιποι δεν συμφωνούσαν. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, έτσι άρχισαν όλοι μαζί να δουλεύουν  για  το άλμπουμ της ζοφερής αποκατάστασης.

Όταν άρχισαν οι ηχογραφήσεις στα Hook End Manor Studios του Reading, o Smith βούλιαξε σε μια από αυτές τις “αμίλητες” φάσεις του. Οι υπόλοιποι δυσκολεύονταν να προσεγγίσουν τη διάθεση και την προοπτική του. Ζούσαν την καταξίωση και τη διασημότητα κι αυτός την ενστικτώδη απώθηση όλης αυτής της κατάληξης. Ο στόχος του ήταν, μέσα από την προσωπική του αποσύνθεση, να παρασύρει τον κόσμο σε ένα βίαιο τέλος του πάρτι του “Kiss Me…”. O θάνατος είχε γίνει σχεδόν μόνιμος σύντροφος της σκέψης του. Η επίδραση της μουσικής του γκρουπ είχε συσχετιστεί τότε με την αυτοκτονία δύο Nεοζηλανδών εφήβων που είχαν κάνει μια αλλόκοτη συμφωνία θανάτου. Ο Smith φρόντισε να κολλήσει στο στούντιο το σχετικό απόκομμα μιας εφημερίδας…

Εκείνη την περίοδο αποκαλύφθηκε στην ολότητά του κι ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που τον επηρέασε. Η κατάσταση του Tolhurst είχε γίνει πια μη αναστρέψιμη, η κατανάλωση αλκοόλ ασταμάτητη και η μεταστροφή του σε μια καρικατούρα του παλιού του εαυτού, ολοκληρωτική. Κάποια στιγμή πέρασε στη φάση της απόλυτης απάθειας και αδιαφορίας. 

Οι υπόλοιποι, εξαντλημένοι ανάμεσα στις λεπτομερείς απαιτήσεις του Smith και την απουσία κάθε αντίδρασης του Tolhurst, άρχισαν να τον πειράζουν συστηματικά για να φτάσουν στο σημείο να τον κακομεταχειρίζονται σωματικά. Ο Smith προσπάθησε αρχικά να υπερασπιστεί τη θέση του Tolhurst, όταν όμως οι υπόλοιποι ζήτησαν να τον απομακρύνει για να συνεχίσουν αυτοί, δεν μπορούσε πια να κουκουλώσει τη μοιραία κατάληξη. Η απόφαση ήταν αναγκαία αλλά και η δυσκολότερη ως τότε. Ο Tolhurst υπήρξε φίλος και συνεργάτης από την αρχή της διαδρομής, ήταν συμμαθητές στο σχολείο, ήταν ουσιαστικά ο “νονός” του γκρουπ με το αρχικό όνομα “Easy Cure” και άντεξε στις δυσκολότερες συγκυρίες μαζί του. Όμως η σφραγίδα της απόφασης αυτής μπήκε, όταν ο Tolhurst πήγε εντελώς μεθυσμένος στο session της μίξης του άλμπουμ και έθαψε με βαριές κουβέντες το αποτέλεσμα.

Ο κιμπορντίστας Roger O’ Donnel (The Psychedelic Furs, Thompson Twins) τον αντικατέστησε, συμπληρώνοντας με τους Boris Williams (drums), Simon Gallup (bass) και Porl Thompson (guitar) την ομάδα του “Disintegration”. Η υπόθεση της αποχώρησης του Tolhurst  αποδείχτηκε λίγο αργότερα μια πολύ πιο σύνθετη ιστορία που κατέληξε στα δικαστήρια, βάζοντας σε κίνδυνο ακόμα και τη χρήση του ονόματος από το γκρουπ. Από τον Αύγουστο του  1991 ως τον Σεπτέμβριο του 1994, όταν εκδόθηκε η οριστική δικαστική απόφαση κατά του Tolhurst, όλη τους η δραστηριότητα καλύπτονταν από τη σκιά αυτής της διαμάχης που είχε σαν βάση την αμφισβήτηση της εγκυρότητας του τελευταίου συμβολαίου που είχε υπογράψει ο παλιός του συνεργάτης. Οι δυο τους κατάφεραν να συμφιλιωθούν αργότερα.

Ένα μήνα πριν την ολοκλήρωση του άλμπουμ, διοργανώθηκε ένα πάρτι για την πρώτη του ακρόαση με την παρουσία και ανθρώπων της Elektra, που φυσικά περίμεναν τη συνέχεια του “Kiss Me…” και έφυγαν τελικά τρομοκρατημένοι, μουρμουρίζοντας. Η επόμενη αντίδραση της εταιρίας ήταν η πρόθεση να αλλάξουν την ημερομηνία της κυκλοφορίας του. Στο γράμμα που έλαβε ο Smith από την Elektra, χαρακτηριζόταν “θεληματικά δυσνόητος”, και κάποιος που έκανε απόπειρα εμπορικής αυτοκτονίας. Στην ουσία, θεώρησαν πως ο δίσκος ήταν χάλια. Ο Smith κράτησε αυτό το γράμμα: ήταν η απόδειξη πως οι δισκογραφικές εταιρίες ήταν τόσο διασκεδαστικά άστοχες και ανίδεες. Το “Disintegration” γρήγορα πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα, σε πείσμα ακόμα και των κρυόκωλων, πικρών γκρινιάρηδων καθηγητών του κατεστημένου αγγλικού μουσικού τύπου.

Το άλμπουμ, του οποίου ο τίτλος ερμηνεύτηκε σαν νεκρολογία των Cure, κυκλοφόρησε στις 2 Μαΐου του 1989, 11 μέρες μετά τα 30α γενέθλια του παντρεμένου πια Robert Smith. H ολοκλήρωσή του τον βρίσκει πια διαλυμένο. Η έντονη εσωτερική αποσύνθεση που νιώθει όλο και πιο έντονα όσο μεγαλώνει, η περιγραφή της αίσθησης πως τα πάντα διαλύονται, έχει αποτυπωθεί στα περίπου 72 λεπτά του. Ίσως να ήταν άδικες τελικά οι επικρίσεις που δέχτηκε για το εγωκεντρικό του εξώφυλλο: χωρίς να παραβλέπει κανείς τη σημαντική συνεισφορά, την έγκριση και τη δουλειά  των υπόλοιπων, ο ίδιος  είχε κρατήσει το τιμόνι σπρώχνοντας το σχήμα στην κατεύθυνση του προσωπικού άλμπουμ.

Από την έναρξη του “Plainsong” που αναδύεται μεγαλοπρεπώς σαν μια μαρμαρωμένη εικόνα παράδοσης, είναι φανερό πως το “Disintegration” θα είναι μια δύσβατη διαδρομή σε μια παγωμένη εσωτερική ερημιά. Μέσα στα πελώρια, επιβλητικά τείχη από keyboards, τα μεγάλα οργανικά διαστήματα, σιωπηλοί υπαινιγμοί αποδόμησης, συμπληρώνουν μια εικόνα υγρή και κρύα. Οι παρεμβάσεις του Smith μοιάζουν απλά να περιγράφουν τα αποτελέσματα πάνω του. Το υγρό στοιχείο που παίρνει μια βιβλική υπόσταση για να συνθλίψει κάθε είδος ανθρώπινης ανασφάλειας και αδυναμίας, τυλίγει αμέσως από την αρχή την αίσθηση πως γερνάς, μεγαλώνεις με πόνο.

Τα επτάμισι λεπτά του “Pictures of You” απλώνουν μια πιο φωτεινή κινητική αντίσταση μιας φαινομενικά ευχάριστης μνήμης και νοσταλγίας που συνθλίβονται με χάρη: η επαναληπτική κιθαριστική ευγένεια και η περιπλάνηση του Smith αναλώνονται ήρεμα και αβοήθητα στην απουσία επανόρθωσης και δεύτερης ευκαιρίας. Κι αυτό είναι αρκετό να δώσουν στα κρουστά του “Closedown” την ώθηση σε άλλη μια μαύρη τρύπα, στο κενό. Μέσα από το κρύο ηχοτοπίο αναδύεται ο Smith στην ομολογία της πιο απλής και ανθρώπινης ανάγκης, να γεμίσει την άδεια καρδιά του.

Οι περισσότεροι ξέρουν πως το περιβόητο “Love Song” ήταν το γαμήλιο δώρο του Smith στη Mary, “φτηνό και εύθυμο”, όπως δήλωνε ο ίδιος με την αφοπλιστική ειλικρίνεια ενός μεγάλου παιδιού, η κεκτημένη ελευθερία του να εκφράσει τα συναισθήματά του επιτέλους χωρίς περιστροφές και μανδύες. Παράλληλα όμως ήταν για τον ίδιο, η εμβόλιμη ένσταση σε ένα ολοκληρωτικά θλιμμένο άλμπουμ, μια ζωντανή, ενεργητική καρδιά στην γκρίζα δυσκαμψία, ένα περίεργο κέντρο στο άλμπουμ που θα κάνει τον κόσμο ν’ αναρωτιέται.

Το δεύτερο άμεσα δημοφιλές τραγούδι του, το ανατριχιαστικά φιλικό “Lullaby”, είχε την αφετηρία του στα αυτοσχέδια νανουρίσματα του πατέρα του που συνήθως κατέληγαν σε ένα σκοτεινό, απειλητικό τέλος. Το βίντεο του Tim Pope για το τραγούδι ανέδειξε θριαμβευτικά την φιγούρα του Smith στον Tim Burton του νέου κύματος.

Ακόμα και στη ρυθμική αφύπνιση του “Fascination Street” ή στην πιο επιφανειακή, μελωδικά υποκριτική και στρογγυλεμένη νοσταλγία του “Last Dance”, η επιδερμίδα του δίσκου διατηρείται με μαεστρία, φανερώνοντας την επεξεργασία της λεπτομέρειας και τη συνέπεια στο σμίλευμα ενός συγκεκριμένου συνδυασμού ήχου και διαθέσεων.

Αυτή η βαθιά τεχνοκρατική σκοπιμότητα να οδηγηθούν  οι βαριές σκιές των πρώτων τους χρόνων σε ένα άλλο πεδίο με μια μελετημένη ηχητική τακτική, δίνει στο “Disintegration” την εντύπωση μιας διαφαινόμενης εξέλιξης. Κι αυτή η εξέλιξη κορυφώνεται στην τριλογία που ανοίγει με την απλωμένη, οργανική περιπλάνηση του “Prayers for Rain”. Σεντόνια από synths απλώνονται και παγωμένες αντηχήσεις κιθάρας υψώνουν συγκεκριμένα τείχη, κλείνοντας κι άλλο τον ορίζοντα. Οι παρεμβάσεις του Smith συνεχίζουν να είναι σύντομες και κατηγορηματικές αφήνοντας τη μουσική να υποθέσει τους λόγους για τον καθένα χωριστά.

Οι πρώτοι ήχοι της επικείμενης μπόρας του “The Same Deep Water as You” μαρτυρούν πως οι προσευχές για βροχή εισακούστηκαν. Το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι του άλμπουμ, αγγίζοντας σχεδόν τα εννιάμισι λεπτά, είναι ένας αργόσυρτος συναισθηματικός πνιγμός με τους σταλακτίτες της κιθάρας να πληγώνουν πριν και μετά την αφήγηση του Smith που τυλίγεται παγωμένα από την ομίχλη των synths. Ο ίδιος ο Smith έχει περιγράψει την ηχογράφηση των φωνητικών του τραγουδιού σαν μια πολύ ισχυρή, υπερβατική εμπειρία που του θύμισε για λίγο τη συναισθηματική σφοδρότητα των μεγάλων στιγμών και ταυτόχρονα τον έκανε να λυπηθεί με την μετριοπάθεια και την επιστροφή στην απάθεια την αμέσως επόμενη μέρα. Στον μουδιασμένο, βρεγμένο πίνακα μιας διαρκούς κατάπτωσης, ο Smith παραδίδει ίσως τη συγκλονιστικότερη ερμηνεία της καριέρας του, περιέχοντας παράλληλα και μια υπνωτισμένη αλλά βαριά ενοχή για τη δική του συναισθηματική ασυνέπεια  στη φθορά της σχέσης. Το τέλος τον βρίσκει ηττημένο και εξαντλημένο, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία: “το τελευταίο πράγμα πριν φύγω…”.

Το ομότιτλο τραγούδι που παίρνει την σκυτάλη με τη ρυθμική του, επιτακτική ένταση είναι αναμφισβήτητα η κορύφωση της “αποσύνθεσης”. Ο επαναλαμβανόμενος, προωθητικός στρόβιλος μιας βέβαιης κατάληξης, τραβιέται λες με σκοινί από την παράσταση του Smith, που είναι ένας κλιμακωτός παροξυσμός, μια έκρηξη να περιγράψει, να σφραγίσει, να αποδεχτεί το αυτονόητο, το βέβαιο, το προβλέψιμο, αυτό που ήταν πάντα εκεί, το τέλος. Το τραγούδι που αποτέλεσε τη γένεση, την αφετηρία ολόκληρου του άλμπουμ, γραμμένο πρώτο από τον Smith στα 29α γενέθλιά του, κρύβει στην πικρή του πίεση τον εμφανή υπαινιγμό της απιστίας, που είναι όμως ένας σίγουρος προορισμός: “όταν και οι δυο μας ξέραμε πώς είναι πάντα το τέλος”.

Η νωχελική ηρεμία που διατρέχει τα “Homesick” και “Untitled” μετά την καταιγίδα, είναι η αντήχηση της εξάντλησης του Smith, που άδειος μετά το τέλος, μοιάζει να αντιμετωπίζει αυτό που ήδη γνώριζε με μια κατευναστική αποδοχή, μια κουρασμένη ανακωχή που αφήνει μια φτηνή ανακούφιση. Το “Homesick” είναι και η τελευταία ουσιαστική συνεισφορά του Tolhurst πριν τη φυγή του.

Προκαλώντας τόσο τη δική του όσο και τη μοίρα του γκρουπ με αυτό τον τίτλο και τη στροφή, δεν αποτελεί έκπληξη η προσωρινή σκέψη του στεγνού πια Smith να διαλύσει το γκρουπ μετά την ολοκλήρωση του “Disintegration”. Η άμεση τεράστια εμπορική επιτυχία παντού, εκδικήθηκε την πρόθεσή του να σταματήσει την άνοδο της δημοφιλίας τους. Οι αριθμοί τον χαστούκιζαν από παντού, την ίδια στιγμή που οι περισσότερες σχέσεις μέσα και έξω από το γκρουπ είχαν διαλυθεί και οι ίδιοι έμπαιναν για τα καλά στη λεωφόρο των super pop stars.

Περίπου έντεκα χρόνια αργότερα, η τριλογία που σύμφωνα με τα λόγια του Smith καθορίζει ποιοι είναι οι Cure ( μετά το “Pornography” του 1982, και το “Disintegration”), ολοκληρώνεται με το άλμπουμ “Bloodflowers”.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 418 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…