ANIMAL DRIVE: “Bite!”

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως ο Dino Jelusic έχει τα απαραίτητα εφόδια να θέσει σοβαρή υποψηφιότητα για την ελίτ των νέων frontmen του ευρωπαϊκού metal. Όταν ολόκληρος Paul O’ Neill τον επέλεξε στην ομάδα τραγουδιστών των Trans-Siberian Orchestra στην πρόσφατη αμερικανική περιοδεία, σημαίνει πως ο τύπος τουλάχιστον ξεχωρίζει από τον σωρό. Η γνωριμία του εκεί με τον Jeff Scott Soto τον οδήγησε τελικά στην ίδια εταιρία με αυτόν, την Frontiers Records.

Αν προσθέσει κανείς σε όλα αυτά την ασυνήθιστη και “εξωτική” πραγματικότητα πως αυτός και το σχήμα του, οι Animal Drive μας έρχονται από το Zagreb της Κροατίας, τότε η περιέργεια απαιτεί τουλάχιστον έναν έλεγχο.

Το “Bite!” είναι το ντεμπούτο τους και τον Jesulic συνοδεύουν οι Ivan Keller (guitars), Roko Rokindja Nikolic (bass), και Adrian Boric (drums), όλοι τους εξαιρετικοί μουσικοί για το ύφος των Animal Drive. Έντεκα τραγούδια μας εισάγουν στον κόσμο τους, ένα ύφος άμεσου heavy rock με σύγχρονη, στιβαρή παραγωγή από τον Andreas Sala αλλά και το δαχτυλάκι του Jelusic, που μοιάζει να βρίσκεται παντού.

Οι ίδιοι, έχοντας δώσει το στίγμα των επιρροών τους, περιγράφουν πολύ εύστοχα την κύρια εντύπωση του ακροατή με το “Bite!”: τραγούδια με συμβατικά αλλά χαρακτηριστικά ριφ και προτρεπτικό groove, που συνοδεύονται από εξαιρετικά, γεμάτα φωνητικά που φέρνουν άμεσα στο μυαλό τους Soto και Lande. H μουσική τους μοιάζει να στέκεται ανάμεσα στο ύφος των Skid Row του “Slave To The Grind” και των Whitesnake της τελευταίας περιόδου. 

Σε έναν χώρο, λοιπόν, που τα περιθώρια διαφοροποίησης και πρωτοτυπίας έχουν στενέψει απίστευτα, οι Animal Drive παίζουν έξυπνα με τα όπλα που έχουν στη διάθεση τους, την παρορμητική φρεσκάδα του ντεμπούτου, μια εξαιρετική hard rock φωνή που ανεβάζει μόνη της συχνά τις συνθέσεις, έξυπνες, λειτουργικές παρεμβάσεις του rthythm section που τονίζουν όμορφα τους ρυθμούς και ουσιαστικά μελωδικά σόλο που σμιλεύουν μελωδικά και με ευγένεια τα τραγούδια.

Με αυτά τα βέλη στη φαρέτρα, θα ανοίξουν ορμητικά με το απόλυτα αφοπλιστικό “Goddamn Marathon”, θα περάσουν από την “Coverdale-ίζουσα” μελωδικότητα του “Hands of time”, θα συγκινήσουν με την power ballad του “Father”, θα παγιδέψουν με το χαρακτηριστικό “Fade away”, θα ηρεμήσουν στο “Carry on” και θα δοκιμάσουν ένα ενδιαφέρον χαρμάνι hard, blues και heavy εντυπώσεων στο “Devil took my beer again”.

Όμως την πιο τολμηρή υπόσχεση την έχουν κρατήσει για το τέλος: στα περίπου 7 λεπτά του “Deliver me” καταφέρνουν να οικοδομήσουν έναν πιο προσωπικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα, σε μια σύνθεση που πέρα από τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους, είναι πιο ευρεία και περιπετειώδης και ελαφρά πιο τεχνική. Αν είναι μια εξαίρεση στα πλαίσια της γενικής παλέτας του άλμπουμ, ή ένας υπαινιγμός τους για τη μελλοντική πορεία τους, θα το δείξει η δισκογραφική συνέχεια και εξέλιξη.

Αν βαρεθήκατε την δυστοκία της τελευταίας “Snake-era” και την βιασύνη του Lande, δοκιμάστε τους Κροάτες του Dino Jelusic. Δεν θα σας αλλάξουν τη ζωή, θα εμφυσήσουν όμως μια γερή δόση ζωντάνιας και φρεσκάδας,  μαζί μια εξαιρετική παράσταση φωνητικών  και μια σοβαρή υπόσχεση που μας αναγκάζει ευχάριστα να τους έχουμε στο μικροσκόπιο.

About Γιώργος Γεωργίου 499 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…