VOODOO CIRCLE: “Raised On Rock”

Προειδοποίηση για τους αδαείς ή περηφάνια υπέρμετρου fanboy-σμού ο τίτλος;

Οι Voodoo Circle αποτελούν εδώ και περίπου δέκα χρόνια το hard rock καταφύγιο του κιθαρίστα των Primal Fear, Alex Beyrodt. Μαζί με τον συνήθη ύποπτο Mat Sinner στο μπάσο, τον ντράμερ Francesco Jovino (UDO) στα τύμπανα, το πέμπτο άλμπουμ του “κύκλου” συστήνει στο κοινό τον αντικαταστάτη του τραγουδιστή David Readman (Pink Cream 69), τον ήδη γνωστό και από τη συμμετοχή του στους Avantasia, Herbie Langhans. Την ομάδα υποστηρίζει στα πλήκτρα ο Corvin Bahn (Saxon, Uli John Roth).

Με ελαφρύ άλλοθι την εμμονή στο παραδοσιακό hard rock που μεγάλωσε αμέτρητες γενιές, ο Beyrodt και η παρέα του ηχογραφούν έντεκα νέα τραγούδια: όλα τους καλογραμμένα, καλοπαιγμένα, με εξαιρετική κιθαριστική δουλειά και όμορφα φωνητικά, προσιτά και ευχάριστα στο αυτί για τον μέσο ακροατή του χώρου.

Βέβαια, μια πιο λεπτομερής περιγραφή του ύφους και των στοιχείων που τελικά επηρεάζουν και οδηγούν την τελική εντύπωση του άλμπουμ, επικεντρώνεται σε ένα ονοματεπώνυμο: “David Coverdale”.

Οι διάσπαρτες, αυθόρμητες στιγμιαίες εντυπώσεις που σχηματίζουν τις διαδοχές στα τραγούδια των Voodoo Circle μοιάζουν να αναφλέγονται από διαφορετικά στάδια της καριέρας του γέροντα Δαβίδ. Κι αν ενισχύσεις και πιέσεις λίγο παραπάνω την καχυποψία σου, αρχίζεις να διαχωρίζεις και τα ανάλογα θέματα.

Με την έναρξη του χαρακτηριστικού “Running Αway From Love”, οι μνήμες του “εκσυγχρονισμού” των Whitesnake στο “1987” ξυπνούν άμεσα, ενώ στο ιδιαίτερα πιασάρικο “Walk on the Line”, βρίσκεις τον εαυτό σου ανάμεσα στα φαντάσματα του “Crying in the Rain” και του “Here I Go Again”. Στο μπαλαντοειδές “Where Is the World We Love”, όποιος δεν αναγνωρίσει το ανιψάκι του “Is this Love”, κρύβεται πραγματικά κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Στο επιτακτικό riff του “Ultimate Sin” θα ανακαλέσεις αυτόματα το “Children of the Night”, ενώ στο πιο bluesy “Chase Me Away” θα φανταστείς μια απόδοση του “Looking for Love” με πιο παραδοσιακό ήχο.

Ακόμα και γι’  αυτούς που νοστάλγησαν τη συνεργασία Coverdale/Page, έρχεται το “You Promised me Heaven”… Περισσότερο προσωπικό χαρακτήρα έχει το ραδιοφωνικό “Just Take Μy Heart” και το mid-tempo “Higher Love”. Άλλη μια αφιέρωση της μουσικής ενηλικίωσης του Beyrodt αποτελεί το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι του άλμπουμ, το ενδιαφέρον “Dreamchaser”, με μία Blackmore αίσθηση της Rainbow-era.

Όσοι αισθάνονται άνετα με όλα αυτά τα άλμπουμ της tribute αισθητικής, θα εκτιμήσουν την προσεγμένη προσφορά των Voodoo Circle, που μετριάζει κάπως την ένοχη απόλαυση και τον πολύ μικρό δείκτη αυθεντικότητας. Την ίδια στιγμή βέβαια, αρκετοί δημοφιλείς hard rockers του βορρά, της τελευταίας γενιάς, επιχειρούν να αφομοιώσουν με έξυπνο τρόπο στοιχεία και από άλλα ιδιώματα, με πιο ενδιαφέροντα αποτελέσματα. 

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 430 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…