GOD IN A CONE: “Shark Was A Boy”

Το παιδί – θαύμα του προηγούμενου δωδεκαμήνου, επιστρέφει.

Η αναφορά για τον Νίκο Μαρίνο (τραγουδιστή επίσης στους Madleaf και Slitherum) και τους God In A Cone του, το project που έχει σχηματίσει με τον κιθαρίστα Δημήτρη Ντελή, ένα ντουέτο που ούτε λίγο ούτε πολύ, μέσα σε ένα μόλις έτος, έχει κυκλοφορήσει πέντε αξιολογότατα albums (μαζί με το νέο “Shark Was A Boy” το οποίο παρουσιάζεται στο παρόν κείμενο), επιδεικνύοντας μια δημιουργικότητα που σπανίως (ίσως και ποτέ ξανά) έχω συναντήσει στις δεκαετίες που ανακατεύομαι με τη “γενικότερα” rock μουσική (οκ, δεν είμαι και σαν την Πελοπόννησο, αλλά λέμε τώρα).

Υπηρετώντας ένα concept, την ιστορία ενός ψαρά ο οποίος έχασε το παιδί του από έναν προϊστορικό καρχαρία, με την στιχουργική απόδοση να περιγράφει την κλιμακωτή κυριαρχία του αισθήματος της εκδίκησης στην καθημερινότητα του πατέρα, το νέο album μεταστρέφει εκ νέου τον συνθετικό ορίζοντα του project σε σχέση με το καλλιτεχνικό ύφος που είχε δημιουργηθεί στις προηγούμενες κυκλοφορίες.

Απομακρυσμένο πλήρως από την ’80s pop κουλτούρα της discoμπάλας και την electronica προσέγγιση που ίσχυσε ως αφετηρία στα albums που προηγήθηκαν, εδώ, στα επτά κομμάτια του “Shark Was A Boy” ακούμε ένα εντελώς καινούργιο συνθετικό πρόσωπο. Η λογική βάση πλέον έχει μετατοπιστεί εκθετικά κρατώντας ως συνεκτικό στοιχείο το πλέον “κοινό” σε όλες τις δημιουργίες των Μαρίνου / Ντελή. Αυτό της εκπλήξεως. Με μια χρήση αυτού του στοιχείου που κυριολεκτικά σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό να χάσκει και το βλέμμα να κοιτάει απλανώς στο άπειρο, σε σημείο που πραγματικά δυσκολεύτηκα να βρω περιγραφικές λέξεις, οπότε θα χρησιμοποιήσω αναγνωρίσιμες οντότητες ως εργαλεία.

Άκου τον “Χάρο” που ενώ το intro του σου δίνει την εντύπωση μιας τυπικής (και όλο και πιο υψίσυχνης σε εμφανίσεις τελευταία στις ανά την επικράτεια δισκογραφικές εγχώριες κυκλοφορίες θα έλεγα) βουκολικο-δημοτικής “παγανιστικής δοξασίας” στο ύφος των Villagers Of Ioannina City, πετιέται από το πουθενά ένα απροσδόκητο death / black μπασταρδεμένο riff, συνουσιάζοντας τους Edge Of Sanity και τους Fear Factory. Ή τη μεταβολή (πες την και παρέλαση επιρροών, θα συμφωνήσω) του “Πάθους”, μιας γιγαντιαίας παρτούζας των Scorpions και των Senser με ελαφρολαϊκή, “μπουάτ”, ελληνική Καζαντζιδική μουσική με hammond – “γεια σου Παυλάκη με το έπιπλο!” φάση – και μπουζούκι (ναι, αυτό με το βυζί που έλεγε και ο Τζιμάκος), το ομότιτλο track που θα μπορούσε να είναι μπαλάντα γραμμένη από κοινού των New Model Army, του David Bowie και των Accept (! – σε κούφανα τώρα έτσι;), τους Corrosion of Conformity με frontman τον Chris Cornell να πηγαίνουν στο Μέτσοβο να συναντήσουν τον Παύλο Σιδηρόπουλο και όλοι μαζί να τα “σπάνε” στον εκπληκτικό punky At The Gates επίλογό του “Mesopelagian Drown”, την αναγωγή του intro riff του “All Guns Blazing” των Judas Priest σε doom οντότητα με τη θαλασσινή reggae γέφυρα που καταλήγουν στον καταπληκτικό επίλογο που δίνουν τέσσερις – πέντε κυριολεκτικά γαμημένες εκφυσήσεις μιας τρομπέτας στο “Megalodon Carcharodon”, το “H3llo” το οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί ως οι Paradise Lost ή οι Depeche Mode να έχουν για frontman των Terence Trent D’ Arby (τον θυμάται κανένας αυτόν ρε κωλόγεροι;) ή τον Lenny Gravitz, μοναδικό κομμάτι dance floor αισθητικής σε όλο το album ή το “Coneworld”, στίγμα του κόσμου των δημιουργών, ένα εξαιρετικό πιασάρικο τραγούδι Faith No Moreικής ή και Alice In Chainsικής νοοτροπίας, ο ορισμός του έντεχνου πειραματισμού, κάτι που είναι και το σημείο ορισμού αυτού του θαυμάσιου project.

Χωρίς επιτήδευση ή εκούσια μίμηση της φωνητικής αγωγής που διέπει την ερμηνεία του Μαρίνου, η εκφραστική του γκάμα είναι ευρύτατη και καθορίζει το ατμοσφαιρικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η μουσική, αναμιγνύοντας τα ελληνικά με τα αγγλικά σε κάθε σχεδόν τραγούδι. Όταν καθαρίζει έχει συγγενικά στοιχεία της χροιάς του Dan Swano, φυσικά δεν αποκρύπτεται η εξωαγγλική καταγωγή του αλλά αυτό το mismatch είναι αναμενόμενο για κάθε μη αγγλογενή τραγουδιστή και δεν ενοχλεί σε κανένα σημείο, ενώ στα growls είναι πολύ δυνατός, εξάγοντας επακριβώς τις ανάλογες του τραγουδιού συναισθηματικές στάθμες. Επίσης ο Δημήτρης Ντελλής παρουσιάζεται άκρως καθοριστικός, συνυπολογίζοντας το δεδομένο της, σε συντριπτικό ποσοστό, heavy rock φύσεως του album.

Αφλύαρος, με άμεσα, εύληπτα riffs, επιμεταλλώνει το υλικό του “Shark Was A Boy”, αιχμή του συνθετικού δόρατος στον ηχητικό τομέα, ο οποίος είναι πλήρως ικανοποιητικός, χωρίς πολυφωνική “φανφαρίζουσα” παραγωγή και χωρίς λεπτομερειακούς αποπροσανατολισμούς από το κύριο σημείο μιας δημιουργίας. Της μουσικής αυτής καθ’ εαυτής δηλαδή.

Αυτό που μένει στο πηλίκο είναι με δυο λέξεις άλλη μια εντυπωσιακή δημιουργία από τον “μάγο” αυτόν τραγουδοποιό και τον συνεργάτη του. Απίστευτες συμπλοκές εντελώς ετερόκλητων επιρροών των οποίων η συνισταμένη καταλήγει να είναι μια από τις πιο αυθεντικές προτάσεις που έχουν εμφανιστεί στη χώρα μας, τουλάχιστον συνθετικά. Και εκεί υπεισέρχεται η ιδιοσυγκρασία έκαστου ακροατή.

Αν είσαι ταγμένος σε έναν συγκεκριμένο ήχο και θεωρείς ότι το rock / metal πρέπει να αντιπροσωπεύεται μέσα στα πλαίσια του distortion, του έμμετρου drumming και των ηρωικών / επικών φωνητικών, συντηρητικός heavy metal ακροατής που αρέσκεται στην πόρωση του οριοθετημένου “ορθόδοξου” metal / rock (όπως είναι και ο ίδιος ο γράφων στις αντίστοιχες διαθέσεις), ίσως η προοδευτικότητα του album να σε κάνει να απομακρυνθείς τάχιστα, αν και σίγουρα εσύ θα χάσεις από τον οποιοδήποτε αυτοπεριορισμό σου.

Η τέχνη που περιέχει το “Shark Was A Boy” (στην οποία περιλαμβάνεται το φοβερό artwork του Danny, κιθαρίστα των Superpuma και θα περικλείεται στη φυσική μορφή του album) είναι περιπετειώδης και το μεγαλύτερο ατού της είναι το ενδιαφέρον που αναβλύζει ως πίδακας γκαύλας από τις στιγμιαίες απολαυστικές συρραφές που καθιστούν την πλήρη ομογενοποίηση ενός παράδοξου puzzle. Και, συγγνώμη δηλαδή, για τον ίδιο λόγο δεν έγιναν κάποτε μεγάλοι οι Dream Theater; Επειδή τα παιδιά δεν έχουν κάνει μεταμόσχευση τρίτου χεριού; Το “Shark Was A Boy” είναι μια σπουδαία progressive δημιουργία και είναι από τις λίγες που πληρούν επάξια αυτόν τον όρο. Prog στην ουσία του, όχι σε ανεβοκατεβάσματα της ταστιέρας.

Τα συγχαρητήριά μου, ως ακροατής, στον δημιουργό. Ως φίλος, “αντικειμενικώς”, πλήρως εν ειρήνη στη συνείδησή μου. Άχαστος δίσκος.


https://www.facebook.com/godinacone/
This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

About Ιορδάνης Κιουρτσίδης 901 Articles
Ανακατεμένος με το heavy metal εδώ και 3,5 δεκαετίες, retro computer fan, δεν αντέχει τον Μόρισον και τον Κομπέιν, πίνει διπλό γλυκύβραστο και λατρεύει τις mini σοκοφρέτες υγείας.