YOU ME AT SIX

Η Βρετανία κατά παράδοση κάνει πάντα το πρώτο βήμα σε σχέση με τις Η.Π.Α.- ιδιαίτερα σε θέματα rock μουσικής- όταν πρόκειται για την εξελικτική διαδικασία και για το άνοιγμα νέων οριζόντων σε κάτι που, ενδεχομένως, έχει τελματώσει.

Η Βρετανία είναι αυτή που πολλές φορές ανοίγει και το δρόμο για τον πιο δύσκαμπτο αμερικάνικο κολοσσό, ποντάροντας στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα.
Μάλλον με αυτήν τη λογική ο Josh Franceschi και η παρέα του έβαλαν μπρος το εγχείρημα των You Me at Six οδεύοντας πλάι πλάι με μπάντες όπως οι Enter Shikari και οι Bring Me The Horizon, πραγματικά προοδευτικές μπάντες στα μάτια νέων γενεών.

Το κουιντέτο των YMAS δημιουργήθηκε το 2004 στη μικρή πόλη  Weybridge της επαρχίας του Surrey της Αγγλίας, από τους κιθαρίστες Max Helyer και Chris Miller, τον μπασίστα Matt Barnes, τον drummer Joe Phillips και τον Κορσικανικής και Ουαλικής/ Σκωτσέζικης καταγωγής τραγουδιστή Josh Franceschi.



Με αυτό το line-up κυκλοφόρησαν το 2006 το EP “We Know What It Means to Be Alone” , το οποίο κινείται στο post-hardcore/ pop punk ρυθμό της εποχής και  κατόπιν της κυκλοφορίας του οποίου ο Phillips έφυγε και αντικαταστάθηκε από το μέχρι σήμερα drummer της μπάντας Dan Flint, o οποίος ήταν συμφοιτητής των υπόλοιπων μελών και αρχικά εκλήθη να αντικαταστήσει προσωρινά τον Phillips.

Με τη νέα σύνθεση, το 2007, η μπάντα έπαιξε στο ανεξάρτητο φεστιβάλ του Slam Dunk στο Leeds και κυκλοφόρησε ένα ακόμη ανεξάρτητο άτιτλο EP το οποίο τους υπέπεσε στην αντίληψη του Richard Reines, της επίσης ανεξάρτητης Drive Thru. Η μπάντα βρέθηκε στο Λονδίνο για να έρθει σε επαφή με τον Reines, αλλά αυτός δεν εμφανίστηκε ποτέ στη συνάντηση.



Έτσι η μπάντα ήρθε σε συμφωνία με την συγγενή προς το προαναφερθέν φεστιβάλ Slam Dunk Records για να κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 2008 το ντεμπούτο το της με τίτλο “Take Off Your Colours”, τη διανομή του οποίου ανέλαβε για τις Η.Π.Α. η θρυλική Epitaph του Brett Gurewitz. Σημειωτέον ο τίτλος προέρχεται από μία ατάκα της cult περιπέτειας της δεκαετίας του ‘70, “Warriors”.

Έξι από τα δεκατρία τραγούδια ήταν singles (“Save It for the Bedroom”, “If I Were in Your Shoes”, “Gossip”, “Jealous Minds Think Alike”, “Finders Keepers” και “Kiss and Tell”)  και έφεραν την μπάντα στην 25η θέση των Βρετανικών Album Chart.

Από τις πρώτες κιόλας ακροάσεις του δίσκου είναι πασιφανείς οι επιρροές των Blink-182 και των New Found Glory, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν τολμούν να πειραματιστούν σε κομμάτια όπως το λατινογενές “The Rumour” ή το ακουστικό ντουέτο του Franceschi με την αδερφή του Elissa στο “Always Attract”.

Μετά από εκτενή περιοδεία το κουιντέτο ξαναμπαίνει στο στούντιο για να ηχογραφήσει το διάδοχο του “Take Off…”  το οποίο κυκλοφόρησε από την Virgin το Γενάρη του 2011.



Ηχητικά δεν απέχει πολύ από το προηγηθέν, αν και πλέον η μπάντα έχει διαφοροποιηθεί αρκετά από τον υπόλοιπο emo/pop-punk συρφετό ώστε να αποκτήσει δική της αυτοτέλεια και ταυτότητα. Το κυριότερο είναι ότι ο ίδιος ο Franceschi έχει βελτιωθεί και έχει αναπτύσσει περαιτέρω τις δυνατότητες του σε σχέση με την έρρινη pop-punk προσέγγιση που είχε στις προηγούμενες κυκλοφορίες.

Αρκετά singles ξεπήδησαν από το εν λόγω δισκάκι ένα εκ των οποίων το “Underdog”, στο οποίο, μάλιστα, η μπάντα αφιέρωσε ολόκληρο EP λίγο αργότερα. Πέραν αυτού τραγούδια όπως το εναρκτήριο “The Consequence” με τη συμμετοχή του Sean Smith των ανενεργών, πλέον, Ουαλών Blackout και του Alled Phillips των, επίσης, ανενεργών Ουαλών Kids in Galss Houses στο γλαφυρό “There’s No Such Thing As Accidental Infidelity” τονώνουν την αξιοπιστία του δίσκου. Αυτό που ρίχνει την κυκλοφορία τούτη είναι η εμμονή του Franceschi με τον πρόσφατο τότε χωρισμό του, που καταλαμβάνει θεματικά όλο  το δίσκο και τον κάνει να ανακυκλώνεται σε πολλά σημεία.



Παρόλα αυτά ο δίσκος έφτασε στο νούμερο 5 των Βρετανικών Album Chart, έγινε χρυσό, έβγαλε την μπάντα σε μεγαλύτερη περιοδεία -με πιο εξέχουσες εμφανίσεις αυτές του Warped Tour και την εμφάνιση τους με τους Paramore στην Αυστραλία-και, κατ’ επέκταση, η μουσική τους έφτασε σε περισσότερα αυτιά.

Δραττόμενοι της ορμής των προηγούμενων περιοδειών και ηχογραφήσεων οι YMAS και με τη συνδρομή του Garth Richardson στην παραγωγή-γνωστού από τις παραγωγές του στους RATM, Biffy Clyro, Testament, L7, Skunk Anansie και άλλους- η μπάντα σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2011 το “Sinners Never Sleep”.



Οι pop-punk επιρροές είναι ακόμη παρούσες όπως ακούγεται και στο εναρκτήριο, σκερτσόζικο “Loverboy” (το clip του οποίου καθυστέρησε λόγω των εξεγέρσεων στο Λονδίνο το 2011) , ενώ το πονεμένο “Bite My Tongue” επιδεικνύει τα πονεμένα hardcore δόντια του με τη συνδρομή του Oli Sykes των BMTH. Αλλού το “No One Does It Better” δείχνει την εύθραυστη, αμερικάνικη, alt- rock πλευρά της μπάντας για να επανέλθει στο νευρικό και αφυπνιστικό “Time is Money” όπου ακούγεται η φωνή του Winston McCall των Aυστραλών Parkway Drive.

Η μπάντα και πάλι καταλαμβάνει διάφορες θέσεις σε chart ανά τον κόσμο και  περιοδεύει εκτενώς με αξιομνημόνευτες τις εμφανίσεις τους το 2013 με τους Pierce the Veil και All Time Low στην Βόρειο Αμερική και το sold out τους στο Wembley.



Ο νέος δίσκος της μπάντας κυκλοφόρησε το Γενάρη του 2014 με παραγωγό το Neal Avron, που έχει καταξιωθεί από τη συνεργασία του με μπάντες όπως οι Weezer, οι Fall Out Boy, οι Linkin Park, οι Everclear, οι New Found Glory κι άλλοι. Οι ηχογραφήσεις έλαβαν μέρος στο Los Angeles και η μπάντα έβαλε στόχο για ένα πιο ευθύ δίσκο πράγμα που, ως ενός σημείου, το πέτυχε.

Ίσως ο νέος δίσκος, με τίτλο “Cavalier Youth”, να μην είναι το ένα βήμα μπροστά που χρειαζόταν η μπάντα για την εξελικτική της πορεία, καθώς αποφασίζει να κοιτάξει προς τα πίσω και να επενδύσει στην σίγουρη φόρμουλα των εύπεπτων refrain όπως ακούγεται ήδη από το πρώτο single του δίσκου “Lived a Lie”, πράγμα που συνεχίζει καθόλη τη διάρκεια του album φέρνοντας στο μυαλό τόσο την απλότητα των Jimmy Eat World όσο και τις ακριβές παραγωγές των Fall Out Boy.

Υπάρχουν και στιγμές όπως το “Be Who You Are” που η μπάντα θυμάται την ακουστική της πλευρά. Ο κόσμος, εντούτοις, παρά την έλλειψη εξέλιξης συνεχίζει να στηρίζει την μπάντα, γεγονός που μεταφράζεται σε πωλήσεις και θέσεις στα charts.

Η πιο πρόσφατη κυκλοφορία ήρθε μετά από μία αποχή της μπάντας από τα εγκόσμια και δη, από τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης και η μπάντα φρόντισε να μην έχει επαφή με τους rock ραδιοφωνικούς σταθμούς, αλλά με funk και hip hop μουσική.

Μετά από κάποιους μήνες δοκιμαστικών ηχογραφήσεων στο σπίτι του drummer, Dan Flint, η μπάντα συγκέντρωσε περί τα 60 κομμάτια χωρίς να έχει σχέδια για την παραγωγή νέου δίσκου. Αυτό άλλαξε στις αρχές του 2016, όταν ο Jacquire King, παραγωγός και συνεργάτης των Kings of Leon, του Tom Waits, της Norah Jones, του Modest Mouse κ.ο.κ., έπεισε την μπάντα να φτιάξουν ένα αμιγώς rock δίσκο, κάτι που δεν είχε κάνει και ο ίδιος από το “Only By The Night” των Kings of Leon το 2008. Η μπάντα στράφηκε για να αντλήσει έμπνευση προς πιο κλασικές μορφές rock όπως οι Led Zeppelin, Οι Who, αλλά και οι Strokes και Killers.

Το “Night People” κυκλοφόρησε το Γενάρη του τρέχοντος έτους. Αυτός σίγουρα είναι ένας δίσκος ο οποίος ξεφεύγει από τα στεγανά της μπάντας, δεδομένου της προεργασίας, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι οι ρυθμοί έχουν πιο χαρακτηριστικά βαρύ και χορευτικό χαρακτήρα, όπως στο εναρκτήριο ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, το μπασάτο a-la Michael Jackson r’n’b “Swear” και το funky – rock του “Make Your Move”. Από εκεί και πέρα είναι άγνωστο προς τα που θα πλεύσει η μπάντα.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι στα πλαίσια της τρέχουσας περιοδείας οι YMAS επισκέπτονται για πρώτη φορά τη χώρα μας στις 21 Οκτωβρίου για να δώσουν ένα  live στο Piraeus Academy. Ίδωμεν.