TRAVELIN JACK: “Commencing Countdown”

Όταν μεγαλώνεις με την αφίσα του David Bowie πάνω από το κρεβάτι σου και προσπαθείς να ξεπατικώσεις τα σόλο του Michael Schenker, τότε η εξέλιξη σου δε θα μπορούσε να είναι διαφορετική από ένα αμάλγαμα μελωδικού hard rock με αναρίθμητα glam στοιχεία να το διανθίζουν.

Οι Γερμανοί Travelin Jack, είναι μια μπάντα που άνετα λες ότι μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, πήγαιναν στο ίδιο σχολείο, έκαναν πρόβες τα Σαββατοκύριακα στο γκαράζ του μπαμπά τους κι όταν μεγάλωσαν λίγο, ήταν πλέον μονόδρομος για αυτούς ν’ ασχοληθούν με το όνειρό τους· τη μουσική.

Το δισκογραφικό τους ντεμπούτο έγινε με το “New World” προ διετίας (2015). Δεν εντυπωσίασαν, όμως ο κλασικός άρτιος heavy ήχος τους και τα πρώτα δείγματα του ταλέντου τους στη σύνθεση ήταν αρκετά, ώστε να τραβήξουν τα κατάλληλα βλέμματα από τη μουσική βιομηχανία, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή τους σε σημαντικά events στη γερμανική ενδοχώρα, αλλά και μια ευκαιρία να εργαστούν υπό την αιγίδα της Steamhammer, που ένα τέτοιο κελεπούρι δε θα μπορούσε να το αφήσει να πάει χαμένο.

Το “Commencing Countdown”, για το οποίο και ο λόγος, αν και προβάλλεται ως πιο πειραματικό και λιγότερο “βαρύ” από το “New World”, θα μπορούσαμε κάλλιστα να μπλέξουμε τις λίστες των τραγουδιών τους και να τα λανσάρουμε ως ένα ενιαίο compilation χωρίς κανένας να το αντιληφθεί. Κατά τη γνώμη μου αποτελεί μια πιο καλογυαλισμένη συνέχεια του.

Ο ήχος, η ηχογράφηση, το artwork, το στήσιμο και το παρουσιαστικό των μελών είναι το απόλυτο blast from the past, ο ορισμός του retro, το revival hard rock στο απόγειό του. Ειλικρινά δεν μπορώ να προβλέψω πόσο θα κρατήσει αυτή η φάση της αναβίωσης, αλλά το αποτέλεσμα με κούρασε πάρα πολύ από άποψη ακρόασης. Τετριμμένα riff και ψυχεδελικές στιγμές που θυμίζουν κάτι από Scorpions της Uli Roth εποχής τους, ενώ σε άλλα σημεία, στα πιο heavy κυρίως περάσματά τους, είναι σαν μια ρηχή ξεπατικωτούρα των Rush, των Thin Lizzy, μπορεί και των Ratt.

Η κεντρική φιγούρα της Alia Spaceface, αναμφισβήτητα ξεχωρίζει με την ατόφια hard rock φωνή της, όμως δε δικαιολογεί τη σύγκριση με μεγάλες ιέρειες της ρόκ και παρόμοιους τίτλους που της αποδίδουν.

Ξεχωρίζει το “Time”, κυρίως για τις εναλλαγές στο ρυθμό και τα πιο βαθιά φωνητικά, ενώ το “What Have I Done”, ακουμπά στις πλέον κλασικές αργόσυρτες blues φόρμες, αναδύοντας έναν αέρα αμερικάνικου μπαρ.

Ίσως σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, να ξυπνάει μέσα μας το μότο “στηρίξτε τα ελληνικά προϊόντα” (χωρίς καμία διάθεση πατριδολαγνοίας), εφόσον υπάρχουν πολύ καλύτερα εγχώρια σχήματα, με εξαιρετικές γυναικείες φωνές, που χαίρουν περισσότερης στήριξης και προσοχής, με μεγαλύτερη φαντασία στις συνθέσεις τους και δίχως καμιά προζέ – επιτηδευμένη παρουσία.

Παναγιώτης Σπυρόπουλος
About Παναγιώτης Σπυρόπουλος 201 Articles
Γεννήθηκε στα τέλη του 70 στα Δυτικά της Αθήνας, πιο αργά ή πολύ νωρίτερα από ότι θα ήθελε - δεν έχε καταλήξει ακόμα! Ακροβατώντας ανάμεσα σε οικονομετρικά μοντέλα, φιλοσοφικούς αναστοχασμούς, πολιτικούς προβληματισμούς, κοινωνικές και διατροφολογικές ανησυχίες, η μουσική αναζήτηση είναι το δίχτυ ασφαλείας στο matrix της καθημερινότητας. Fan του σκληρού ήχου, λάτρης της κλασικής μουσικής, παθιασμένος με τα blues. Αναζητά την αιτία ζωής του, πριν κάποιοι άλλοι διαγνώσουν την αιτία θανάτου του• είναι σε καλό δρόμο για το δεύτερο.