PORTRAIT: “Burn the World”

Οι εκ Σουηδίας heavy metallers Portrait, επιστρέφουν, πιστοί στο ανά τριετίας ραντεβού τους, με το τέταρτο full length τους.

Η δοκιμασμένη συνταγή του ‘80s revival, εξακολουθεί κι ορίζει το μουσικό ποιόν του σχήματος και με δυο νέα μέλη σε κιθάρα και μπάσο, το κουιντέτο συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το “Crossroads”, διατηρώντας το βασικό ηχητικό πυρήνα που υφίσταται από το ντεμπούτο του κιόλας, σμιλεύοντας παράλληλα μια πιο προσωπική πορεία.

Άπαξ και δεν γνωρίζεις τι εστί Portrait, το μόνο που χρειάζεται να ξέρεις είναι πως το συγκρότημα επιδίδεται σε παρελθοντολάγνο heavy metal, με άμεσες επιρροές από μεγαθήρια όπως Mercyful Fate και Judas Priest, θωπεύοντας παράλληλα λογής προ τριακονταετίας (και βάλε) σχήματα. Αυτό που κάνει όμως τους εν λόγω Σουηδούς να ξεχωρίζουν από το βέβηλο σωρό της επιτηδευμένης revival σκηνής, είναι το μεράκι και η πραγματική αγάπη για την σκηνή, η οποία περνάει και στις συνθέσεις, δημιουργώντας ένα ουσιώδες αποτέλεσμα το οποίο ξεπερνάει τα τετριμμένα στεγανά του fanboy-σμού.

Εκείνοι που έχουν ασχοληθεί με το group, κατανοούν τα παραπάνω και ήδη περιμένουν με ανυπομονησία το “Burn the World”. Για τους πρωτάρηδες όμως, θα πρότεινα να ξεκινήσουν με κάποιο από τα πρώτα δυο τους full length. Κι αυτό διότι, παρότι ο δίσκος είναι καθόλα απολαυστικός και καταιγιστικός, δε σε αρπάζει πατόκορφα, όπως τα προηγούμενα πονήματα της μπάντας.

Οι οπαδοί των Portrait λοιπόν, θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια ακόμη φοβερή δουλειά, η οποία όμως είναι ένα κλικ πιο κάτω από αυτό που μας έχουν συνηθίσει. Βέβαια, ακόμη κι έτσι, το album απέχει αρκετά από κάτι άλλους τυμβωρύχους του είδους, οπότε μικρό το κακό.

Νομίζω πως το σχήμα, προσπαθώντας να εξελίξει τον ήχο που πολύ προσεκτικά υπηρετεί, έπεσε στην παγίδα μιας έμμεσης επανάληψης, δημιουργώντας για πρώτη φορά μια δουλειά, η οποία χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να εντυπωθεί στον ακροατή, παρότι οι συνθέσεις κινούνται εξ αρχής σε υψηλό, για τον ήχο, επίπεδο.

Από εκεί και πέρα, ο δίσκος ρουφιέται με περισσή ευκολία, με τραγούδια όπως το ατμοσφαιρικό “Likfassna”, το επικό “Martyrs”, το σχεδόν 9λεπτο “Pure of Heart” και το ομώνυμο, να αποτελούν τις σημαίες του album. Εξαιρετικό riffing για μια ακόμη φορά από τον Christina Lindell, όπως κι από το νεοεισαχθέντα Robin Holmberg, στιβαρό rhythm section από τους Fredrik Petersson και Anders Persson, με τα τύμπανα του τελευταίου να θερίζουν σε όλη τη διάρκεια του album, με τις ερμηνείες του Per Lengstedt να αποτελούν οδηγό για ένα ταξίδι στο χρόνο, σε εποχές που τα δερμάτινα και τα ραφτά δεν αποτελούσαν “στολή”, αλλά στιλιστική μανιέρα.

Όσοι αρέσκεστε σε παλιακό και παντελονάτο heavy metal, έχετε κάθε λόγο να αποκτήσετε το “Burn the World”, ενώ θεωρώ δεδομένο πως οι fan του σχήματος έχουν ήδη πατσάρει το λογότυπο της μπάντας στο τζιν μπουφάν (ή γιλέκο) τους.

Στέφανος Στεφανόπουλος
About Στέφανος Στεφανόπουλος 1314 Articles
Γεννήθηκε την ίδια ακριβώς ημέρα με τα CD και μάλλον για αυτό ασχολείται τόσο πολύ με τη μουσική. Όταν δεν γράφει για αυτή, αγοράζει CD, και όταν δεν αγοράζει, θα τον βρείτε είτε να παριστάνει τον dj σε διάφορα μαγαζιά της Αθήνας, είτε να προσπαθεί να κατεβάσει κάποια ιδέα για διαφήμιση. Στο Rockway.gr εντάχθηκε το 2010 και κάπως, κάπου, κάποτε, βρέθηκε να κρατάει και τα κλειδιά του. Δεν συμπαθεί τους ψευτοκουλτουριάρηδες, τους ξερόλες και τη μουστάρδα. Δηλώνει εγωιστής, κυνικός και fan του Philip Dick.