INGLORIOUS: “II”

Μόλις 14 μήνες μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ, και πριν η σκόνη καλά-καλά καθίσει, οι λονδρέζοι Inglorious επιστρέφουν με το δεύτερο χτύπημα, που ονομάζεται απλά “ΙΙ”.

Με μια σύντομη ιστορία που αρχίζει κάπου στις αρχές του 2014, οι Inglorious έχουν καταφέρει να στρέψουν τα βλέμματα- και τ’ αυτιά, φυσικά- πάνω τους. Με κεφαλή τον χαρισματικό frontman τραγουδιστή Nathan James, που διένυσε μια σημαντική διαδρομή μόνος του, τραγουδώντας από τηλεοπτικά talent shows μέχρι τους Trans Siberian Orchestra και τον γητευτή της εξάχορδης, Uli Jon Roth, η πενταμελής ομάδα εμφανίζεται ικανή να μεταφέρει στους ώμους της μια τεράστια παράδοση που έχει στο χώρο το “Νησί”.

Δρέποντας τους καρπούς της διθυραμβικής υποδοχής του πρώτου άλμπουμ, οι Inglorious απέδειξαν επαναληπτικά και με διάρκεια πως είναι ζωντανά όσο καλοί ακούγονται στο στούντιο. Πολλές φορές τα μεγάλα λόγια είναι ρηχά και ψεύτικα, η ισχύς τους όμως καθορίζεται κι από τα πρόσωπα προέλευσης, κι αυτοί εδώ, πίσω από τη μαζική αποδοχή των ακροατών είχαν και τα γενναιόδωρα “φιλοδωρήματα” από πολύ βαριά πεπόνια της μουσικής πραγματικότητας. Ο Brian May, αμέσως μετά την κυκλοφορία του “Inglorious” τους χαρακτήρισε με ενθουσιασμό “νέους Deep Purple”.

H μπάντα ηχογράφησε ομαδικά στα Parr Street Studios του Liverpool τα δώδεκα νέα τραγούδια της, προτιμώντας και πιστεύοντας στην έντονη live αίσθηση που θεωρούν πως τους αντιπροσωπεύει και αναδεικνύει τη μουσική τους. Την τελική μίξη στην δική τους προπαραγωγή, ανέλαβε ο μάγος των στούντιο Kevin Shirley (Led Zeppelin, Aerosmith, Bon Jovi, Bonamassa και τελειωμό δεν έχουμε…) και φρόντισε να ταράξει κι αυτός την προσμονή της επιστροφής τους δηλώνοντας πως “οι Inglorious είναι η κορυφαία βρετανική μπάντα από τους… θα έλεγα Darkness, αλλά στην πραγματικότητα, εννοώ τους Led Zeppelin”…

Από την έναρξη του εξαιρετικού “I don’t need your loving”, το ύφος και ο ήχος τους καθορίζουν χωρίς υπεκφυγές τον χώρο τους. Άλλωστε ο ίδιος ο Nathan James το έχει ήδη περιγράψει βάζοντας τις τέσσερις πιο κατάλληλες λέξεις μαζί: “bluesy, british hard rock”. Η μακρινή, διακριτική αύρα της πρώτης bluesy περιόδου των Whitesnake υποβόσκει σαν μακρινός φάρος. Το hard rock των Inglorious όμως, μάλλον περικλείεται από τις συντεταγμένες των Whitesnake, Deep Purple, Bad Company, Led Zeppelin ακόμα και Aerosmith ή Rolling Stones.

Δύο μεγάλες φωνές σμίλευσαν το λαρύγγι του Nathan αλλά ταυτόχρονα φύτεψαν και τον σπόρο της μουσικής έκφρασης: ο Glenn Hughes και ο David Coverdale. Μαζί βέβαια με τον James υπάρχει μια δεμένη ομάδα εξαιρετικών μουσικών, με κύριο συνθέτη τον πρώτο κιθαρίστα Andreas Eriksson, τον ρυθμικό κιθαρίστα Drew Low, ιδρυτικό μέλος που επέστρεψε στη μπάντα αμέσως μετά τις ηχογραφήσεις του “II” αντικαθιστώντας τον Wil Taylor, τον μπασίστα Colin Parkinson και τον σπουδαίο ντράμερ Phil Beaver.
Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς πόσο ενθουσιασμό και μεγάλες προσδοκίες να έχει κανείς από ένα νεοεμφανιζόμενο γκρουπ πέντε μουσικών που μεταφράζουν τις επιδράσεις τους στο σχεδόν εξαντλημένο και συνωστισμένο πεδίο του σημερινού hard rock;

Η πραγματικότητα είναι πως οι Inglorious δεν είναι καινοτόμοι, ούτε επιδιώκουν να ταρακουνήσουν τον μουσικό πλανήτη με εφευρέσεις ύφους. Έχουν όμως άφθονο ταλέντο να εκφραστούν, να απελευθερώσουν τα συναισθήματά τους και πάνω απ’ όλα, έχουν “ψυχή”. Υπέροχα, πρώτης τάξης δείγματα επιτακτικού, ψυχωμένου hard rock όπως το “νοκ άουτ στον πρώτο γύρο” “Read about it”, το πυγμαχικό “No good for you”, το αλήτικο “Black magic” σφύζουν από ζωή και ενέργεια. Τα ταξιδιάρικα, απολογητικά Coverdale-ικά “Change is coming” και “Faraway” είναι ζεστές καταθέσεις ψυχής χωρίς ασκήσεις ύφους. Αν προσθέσεις σε αυτή τη διαρκή αίσθηση δυνατής έκφρασης και τη σπουδαία ατομική συμμετοχή όλων, με την παράσταση φωνητικών του James να λάμπει, έχεις ένα σύγχρονο άλμπουμ ήδη κλασικού hard rock.

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την εξέλιξη των Inglorious. Μόνο ο χρόνος θα αποκαλύψει για πόσο καιρό θα συνεχιστεί ακόμα ο νικηφόρος πόλεμος στη χώρα των κλισέ.

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 430 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…