DIAMANDA GALAS

Ως “εκμαγείο” ορίζεται το “αρνητικό αποτύπωμα της μορφής σώματος επάνω σε εύπλαστο υλικό με σκοπό την κατασκευή ομοιωμάτων της”. 

Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, μπορούμε να αποδώσουμε στη Diamanda Galas την ερμηνεία της ενσάρκωσης κάθε σκοτεινής πλευράς της Τέχνης σε ένα γυναικείο τέτοιο σώμα.

“Αρνητική”, διότι είναι το “μαύρο πρόβατο” της κλασσικής μουσικής, μιας και η ίδια αρνείται να ακολουθήσει την όποια πεπατημένη οδό που αυτή ορίζει, όντας το αφεντικό του εαυτού της. “Εύπλαστη”, διότι είναι η προσωποποίηση της Τέχνης με όλη της τη ζωή να είναι χτισμένη γύρω από αυτή. Κι αντικείμενο που επί της ουσίας πάνω του βασίζεται η κατασκευή ομοιωμάτων, διότι με την Τέχνη της, έχει εμπνεύσει πολύ κόσμο ποικιλότροπος, πράγμα που φαίνεται και από τις διαφορετικές συνεργασίες που κάνει όλα αυτά τα χρόνια.
Συνθέτρια, πιανίστρια, performer artist, ζωγράφος και φυσικά Avant-garde Soprano είναι κάποιες από τις βασικές προεκτάσεις του ταλέντου αυτής της σκοτεινής θεότητας στο χώρο της Τέχνης.

Οι καλλιτέχνες που την έχουν επηρεάσει στην καριέρα της, πολλοί και διαφορετικοί, ανάμεσά τους οι Maria Callas, Patty Watters, Johnny Cash, ενώ το ρεπερτόριο που εμπλουτίζει τις δικές της εμπνεύσεις δεν έχει σύνορα και ταμπέλες. Εκτιμά την ηλεκτρονική μουσική και τη συγκαταλέγει πολύ ψηλά στη λίστα της, ερευνά την ελληνική μουσική και δε σταματά να μαθαίνει για την ιστορία και τους δημιουργούς της ενώ οι δυτικοί ήχοι και τα μπλουζ δε λείπουν από τα είδη που επηρεάζεται.

Οι συνεργασίες της επίσης αναρίθμητες και σίγουρα θα μπορούσαν να ήταν περισσότερες, αλλά η ίδια έχει αρνηθεί να ερμηνεύσει ότι θεωρεί ανάξιο απλά και μόνον επειδή έχει δημιουργηθεί από διάσημους μουσικούς. Θαυμάζει και έχει συνεργασθεί με τον Ιάννη Ξενάκη, όπως επίσης με τους Vinko Globokar και John Zom, ενώ έχει συμμετάσχει σε δουλειές των Bobby Bradford και John Paul Jones, πρώην μπασίστα των Led Zeppelin.

Δε μπορούμε φυσικά να μην αναφέρουμε τη συνεργασία της το 2010 με τους Rotting Christ στο δίσκο τους “Aealo”, συμμετέχοντας στο “Orders From The Dead” που αναφέρεται στην καταστροφή της Σμύρνης και τις σφαγές που έλαβαν χώρα εκεί. Κομμάτι εμπνευσμένο και βασισμένο στο Live άλμπουμ “Defixiones, Will and Testament: Οrders from the Dead”, με μια ηχογράφηση αφιερωμένη σε Έλληνες, Ασύριους και Αρμενίους, θύματα της Τούρκικης Γενοκτονίας.

Παράλληλα έχει συμμετάσχει σε ταινίες μεταμορφώνοντας με τα φωνητικά της το ηχητικό σκέλος αυτών. Tο “Dracula” του Francis Ford Coppola το 1992, στο οποίο ήταν η φωνή των βαμπίρ, το “Natural Born Killers” και το πρόσφατο “Conjuring” είναι κάποιες εξ’ αυτών και άκρως ανατριχιαστικές.

Πολύ δύσκολο να χωρέσεις σε ένα άρθρο όλα όσα συνθέτουν τη Diamanda Galas, αλλά μια προσπάθεια για μια σύντομη προσέγγιση, σίγουρα αξίζει τον κόπο.

Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1955 στο Σαν Ντιέγκο της Αμερικής, αλλά η καταγωγή της είναι από ελληνορθόδοξη οικογένεια, με μανιάτικες ρίζες. Το ταλέντο της φάνηκε από μικρή ηλικία στο πιάνο και οι σπουδές της φυσικά ακολούθησαν την οδό της μουσικής με μεγάλη παρότρυνση από τους γονείς της.

Η πρώτη της solo εμφάνιση έγινε στα πλαίσια του Φεστιβάλ της Αβινιόν της Γαλλίας το 1979, και η σκοτεινή ταυτότητα του ήχου της έγινε έκδηλη στο κοινό από την πρώτη της επαφή μαζί του.

Το δισκογραφικό της ντεμπούτο ξεκίνησε το 1979 με τη συμμετοχή της στο άλμπουμ του Jim French με τίτλο “If Looks Could Kill”, στο οποίο ερμηνεύει το ανατριχιαστικό μέχρι τώρα “Flag Day”.

Η επίσημη πρώτη ατομική της κυκλοφορία έρχεται 3 χρόνια αργότερα με το “The Litanies of Satan”, άλμπουμ εμπνευσμένο από “Τα Άνθη Του Κακού” του Μποντλέρ, προσπαθώντας να αποδώσει με το δικό της σκοτεινό χαρακτήρα την παρακμή και τον ερωτισμό που πραγματεύεται το ποίημα.

Το 1984 κυκλοφορεί το “Diamanda Galas” άλμπουμ από τη Metalanguage Records, ένα μουσικό project που περιέχει δυο από τα πιο γνωστά ηχητικά “παιδιά” της καλλιτέχνιδας.

Το “Panoptikon”, εμπνευσμένο από το βιβλίο “In The Belly Of The Beast”, με τις παρανοϊκές ηχητικές παραμορφώσεις, την κρυσταλλική φωνή στις ψηλές νότες που αγγίζει η Diamanda Galas και την θεατρικότητά της καταφέρνει και μεταφέρει την αίσθηση της απομόνωσης που δημιουργεί η φυλακή, έτσι όπως την αφουγκράστηκε από το βιβλίο του Jack Abbott, ενώ στο “Τραγούδια Από Το Αίμα Εχούν Φονός” η ερμηνεύτρια εμπνέεται από τα ελληνικά μοιρολόγια και τα πλάθει από την αρχή προσδίδοντας ένα ακόμα πιο σκοτεινό πέπλο στον ήχο τους με τη φωνή της.

Το 1986 η Mute Records εκδίδει δυο άλμπουμ, τα “The Divine Punishment” και “Saint Of The Pit”, τα οποία μαζί με το “You Must Be Certain Of The Devil” που κυκλοφόρησε το 1988, αποτελούν την τριλογία του “Masque Of The Death”, που βγήκε ένα χρόνο αργότερα και που έχει ως πυρήνα την επιδημία του AIDS.

Το “The Singer” αποτελεί το έβδομο studio album της Diamanda Galas, το οποίο κυκλοφόρησε το 1992 και το οποίο περιέχει διασκευές μπλουζ κομματιών με τα μοναδικά φωνητικά της συνοδευόμενα από πιάνο. Το “Gloomy Sunday”, ίσως το πιο γνωστό της κομμάτι, βρίσκεται σε αυτό το δίσκο, ενώ στο εξώφυλλο αν κάποιος παρατηρήσει πιο προσεκτικά τα δάχτυλά της θα δει πως σχηματίζεται η φράση “We are all HIV+” σαν τατουάζ, ως ένδειξη υποστήριξης στα άτομα με AIDS, μιας και το άλμπουμ ήταν  αφιερωμένο σε αυτούς.

Φτάνοντας στο 1994 κυκλοφορεί το άλμπουμ “The Sporting Life”, που πραγματοποίησε με τη συνεργασία του John Paul Jones, το μπασίστα των Led Zeppelin.

Πέραν των studio δουλειών της, εξίσου σημαντικά έργα της είναι πολλά από τα live perfosmance album, όπως το “Vena Cava”, βασισμένο σε μια ραδιοφωνική δουλειά του 1994, ένα έργο που απαιτεί μεγάλη φωνητική ενέργεια.

Το “Malediction And Prayer” του 1988 περιέχει διασκευές από πολύ γνωστά κομμάτια όπως τα “25 Minutes to Go”,  που έγινε γνωστό από τον Johnny Cash, “My World is Empty Without You” των Supremes και το “Καίγομαι, καίγομαι” του Σταύρου, από την ταινία “Ρεμπέτικο”.

Το μουσικό της έργο και οι συνεργασίες της είναι σίγουρα αξιοσημείωτες, το ακόμα όμως πιο ξεχωριστό στοιχείο αυτής της εξέχουσας προσωπικότητας, που ακούει στο όνομα Diamanda Galas, είναι η ευαισθητοποίηση και η συνεχής στήριξή της στον αγώνα κατά του AIDS, των ψυχικών ασθενειών, της αδικίας και της αφαίρεσης της αξιοπρέπειας των ανθρώπων, πράγμα που είναι ορατό στην πλειονότητα των δημιουργημάτων της.

Έχοντας η ίδια χάσει τον αδερφό της από AIDS, έχει συμμετάσχει ποικιλοτρόπως σε γκρουπ ακτιβιστών, ενώ ήταν μια από τα 53 άτομα που συνελήφθησαν σε καθεδρικό ναό για τη διαμαρτυρία τους απέναντι στην έλλειψη ενημέρωσης για το AIDS στην εκπαίδευση και την απαγόρευση διανομής προφυλακτικών στα δημόσια σχολεία.

Το κράμα όλων αυτών των καλλιτεχνικών προεκτάσεων και επιρροών είναι αυτό που συνθέτει και μεταμορφώνει συνεχώς τη μεγάλη δημιουργό. Από τις απαντήσεις της σε ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις που έχει δώσει κατά καιρούς, μπορεί κάποιος να εισπράξει την οξυδέρκεια της που αγγίζει ένα χιούμορ πολύ τονωτικό για την ίδια, ενώ η ισορροπία που πηγάζει από την απλότητά της είναι τουλάχιστον συγκινητική.  

Η θρυλική αυτή παρουσία μετά από χρόνια απουσίας επιστρέφει στη χώρα μας το Σάββατο 20 Μαΐου στο Μέγαρο Μουσικής (Δελτίο Τύπου), έχοντας πρόσφατα βγάλει το “All the Way” και η ανυπομονησία μας είναι φυσικά απερίγραπτη. Μια ζωντανή εμφάνιση, που ειλικρινά δεν ξέρει κανείς τι είναι αυτό που θα βιώσει και που το μόνο σίγουρο είναι φυσικά ότι θα την απολαύσουμε καθηλωμένοι.