AYREON: “The Source”

Ο Arjen Lucassen είναι ένα σπάνιο φρούτο που ευδοκιμεί σχεδόν αποκλειστικά στα στούντιο.

Έχοντας οριστικά αφορίσει τη δράση επί σκηνής, είναι ο κλασικός τύπος του μονόλυκου που απομονώνεται στον χώρο του και τον κόσμο του. Εκεί απελευθερώνει όλες τις εμμονές του με τα αγαπημένα του παιχνίδια.

Για όλους αυτούς που παρακολουθούν με συνέπεια τη διαδρομή του, το στοιχείο της έκπληξης στα υλικά που χρησιμοποιεί ο στουντιοθρεμμένος ολλανδός για να μας σερβίρει την τελευταία του δουλειά, δεν υπάρχει. Η αγαπημένη θεματολογία επιστημονικής φαντασίας αναπτύσσεται σε μια ακόμα ιστορία με συμβολικά διδάγματα για το ανθρώπινο είδος.

Εξαιρετικοί καλεσμένοι τραγουδιστές ενσαρκώνουν τους χαρακτήρες της ιστορίας προσδίνοντας τον αναμενόμενο χαρακτήρα της metal/rock όπερας στη μουσική διαδρομή . Μια πλημμύρα από μουσικές επιδράσεις και διαθέσεις σμιλεύονται και τακτοποιούνται με λεπτομερή στρατηγική στα επιμέρους επεισόδια του έργου. Συμπερασματικά, ο Arjen Lucassen είναι απόλυτα ο εαυτός του στο ένατο άλμπουμ των Ayreon με έναν αέρα προσέγγισης και “συμφιλίωσης” με όλους αυτούς που τον έχουν χαρτογραφήσει με τα παραπάνω χαρακτηριστικά στις συνειδήσεις τους.

Από την άλλη βέβαια, ο Lucassen δεν προτίθεται να αφήσει κάποιον ανικανοποίητο ή να κάνει εκπτώσεις στον πλούτο και την πυκνότητα των ιδεών, μουσικών ή “σεναριακών”.
Το “The Source” είναι στην πραγματικότητα ένα prequel (;…!) του “01011001”, συμπληρώνοντας τους χαμένους κρίκους της λεπτομέρειας στην αλυσίδα. Η ιστορία μας μεταφέρει βαθιά στην προϊστορία του ανθρώπινου είδους όπου η εμμονή και η πρόοδος της τεχνολογίας δημιουργεί μηχανές με νοημοσύνη αλλά κι έναν κόσμο σε χάος και κρίση. Το πόρισμα ενός εξελιγμένου υπολογιστικού συστήματος αποδίδει την ευθύνη αποκλειστικά στον άνθρωπο και προτείνει σαν λύση τον αφανισμό του. Πριν τον οριστικό όλεθρο, μια ομάδα ανθρώπων με ειδικές δεξιότητες και χαρίσματα επιβιβάζεται σε ένα διαστημόπλοιο, εγκαταλείπει για πάντα τον πλανήτη και ταξιδεύει σε έναν νέο προορισμό για ένα άλλο ξεκίνημα.

Οι πολλές παράμετροι και διαθέσεις της ιστορίας δίνουν το έναυσμα στον ιδιαίτερα λεπτομερή Lucassen να χρησιμοποιήσει μια πλούσια παλέτα μουσικών αποχρώσεων. Αυτό που εντυπωσιάζει άμεσα τον ακροατή και κάνει τη διαφορά, είναι σίγουρα η βαρύτητα του ήχου που παραπέμπει ξεκάθαρα στους “Star One” με τα επιβλητικά, μεταλλικά riff. Για κάτι λιγότερο από 90 λεπτά, ο συνολικός ήχος του άλμπουμ είναι πολύ φιλικός για prog metal αλλά και για metal ακροατές. Βέβαια υπάρχει παράλληλα και πλήθος από folk περάσματα που ενισχύονται και χρωματίζονται με τη χρήση βιολιού, τσέλου και φλάουτου δίνοντας μια ethnic ευρύτητα σε διαστήματα του δίσκου, ενώ οι μεγάλες επιδράσεις από τους Queen ενισχύουν το στοιχείο της rock όπερας.

Με όλα αυτά τα εφόδια, και την ανάλογη συνδρομή των συμπολεμιστών του, ο Luccasen δούλεψε όπως συνηθίζει μέχρι εξάντλησης να σπρώξει την παραμικρή λεπτομέρεια στη σωστή θέση και να απλώσει με επιτυχία άλλο ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο. Κι όσο κι αν συνολικά είναι στις διαστάσεις του γνωστού του πακέτου, έχει και 2-3 μικρά τρικ που μαρτυρούν πως το ανήσυχο μυαλό του ψάχνει το απρόβλεπτο.

Παρά τη μεγάλη του διάρκεια και τα ψήγματα υπερβολής που είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς όταν σκαρώνει τέτοια σχέδια, το άλμπουμ θα ικανοποιήσει απόλυτα αυτούς που τον παρακολουθούν στενά σε αυτό και τα υπόλοιπα projects του. Ο ολλανδός επέστρεψε και μαγείρεψε το αγαπημένο σας φαγητό.

Οι Ayreon:
Arjen Lucassen – Guitars, Bass, Keyboards, Songwriting
Ed Warby – Drums
Joost van den Broek – Piano
Ben Mathot – Violin
Maaike Peterse – Cello
Jeroen Goossens – Wind Instruments

Guest Musicians:
Paul Gilbert (Mr. Big) – Guitars
Guthrie Govan (The Aristocrats) – Guitars
Marcel Coenen – Guitars
Mark Kelly – Synthesizer

Guest Vocalists:
Floor Jansen (Nightwish), Simone Simons (Epica), James LaBrie (Dream Theater), Hansi Kursch (Blind Guardian), Tobias Sammet (Edguy & Avantasia), Tommy Karevik (Kamelot), Michael Eriksen (Circus Maximus), Tommy Giles Rogers (Between the buried and me), Mike Mills (Toehider), Nils K Rue (Pagans mind) and Russell Allen (Symphony X).

Γιώργος Γεωργίου
About Γιώργος Γεωργίου 418 Articles
Συνηθίζουν να λένε, «δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι»… Αν μπορούσε λοιπόν να ιδρύσει το δικό του “Cabaret Voltaire”, στους τοίχους του θα είχε κορνίζες με φωτογραφίες του Τάκη Τλούπα και πίνακες των David Bomberg και Edward Hopper. Πάνω στο πατάρι θα είχε τις δύσκολες περιπτώσεις, αυτούς που αν τελικά μάλωναν μεταξύ τους, θα έπρεπε να γίνει σε απομόνωση. Σε ειδικό “triryche design” τραπεζάκι ο Tate με τον De Garmo, και ακριβώς απέναντι σε ευρύχωρο καναπέ ο Fish με τον Steve Hogarth. Μοναχικό τραπέζι με κηροπήγιο και θέα από μικρό παράθυρο στην ομίχλη της πίσω αυλής ο Simon Jones. Φθαρμένο ημίψηλο σκαμπό και μίνι μπαρ δίπλα του για τον Nick Cave. Σκαλιστή πολυθρόνα για τον Ronnie James Dio, και κάθισμα VIP από το Villa Park για τον μουστάκια άρχοντα των ριφ. Φουτουριστικό κουπέ για τρεις σεβάσμιους κυρίους από τον Καναδά, μην τον ρωτήσεις ποιους. Κάτω σε περίοπτη θέση στο μπαρ, τον μορφονιό Joakim Larsson, για να τραβά τις ωραίες γυναίκες, και δίπλα του τον Jim Matheos να τον συμμαζεύει με την ψυχραιμία του όταν χρειάζεται. Σε ένα μικρό τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνιά, η περίεργη παρέα του David Sylvian, του Neil Hannon και του Paddy McAloon. Όταν κάθονται στο μπαρ και οι νεότεροι Einar Solberg, Daniel Tompkins και Daniel Estrin, η χημεία είναι πια ιδανική. Καθόλου άσχημα κι απόψε…