TIMO TOLKKI

Αναμφισβήτητα, όταν μιλάμε για την power metal σκηνή, το όνομα Timo Tolkki αποτελεί σημείο αναφοράς για το είδος, όπως και παράδειγμα προς μίμηση σε ό,τι αφορά την προσπάθεια και την εργατικότητα, η οποία όμως, ελέω υπερβολής, του στοίχισε μεγάλο μέρος της καριέρας του, αλλά σίγουρα όχι των ήδη κεκτημένων.

Ο Timo Tapio Tolkki γεννήθηκε στη Φινλανδία στις 3 Μαρτίου του 1966 (εξ ου και το κομμάτι “030366” στο album “Fourth Dimension”) και ξεκίνησε να μαθαίνει κιθάρα στα 7 του χρόνια. Στην εξάχορδη έβρισκε μόνιμα διέξοδο και για αυτό μελετούσε καθημερινά επί ώρες. Εκείνη τον συντρόφευσε στα δύσκολα εφηβικά του χρόνια, εκείνη ήταν δίπλα του όταν ο (αλκοολικός) πατέρας του αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το μπαλκόνι του σπιτιού τους (με την πικρία και το θυμό του να βγαίνει στο τραγούδι “Father”, που βρίσκεται στο δίσκο “Hymn to Life”).

Η εμμονή του με την κιθάρα βέβαια, απέδωσε καρπούς, μιας και σχετικά σύντομα κατάφερε να ανελιχθεί στη μουσική βιομηχανία και να κάνει χιλιάδες κόσμο να τραγουδάει τα κομμάτια του, ενώ βρίσκεται ανάμεσα στους 50 γρηγορότερους κιθαρίστες στον κόσμο.

Άλλαξε λογής σχήματα κι ονόματα, έως ότου κατασταλάξει στους Stratovarius, μαζί με τους Jyrki Lentonen (μπάσο), Antti Ikonen (πλήκτρα) και Tuomo Lassila (drums). Ο Tolkki, πέρα φυσικά από την κιθάρα, ανέλαβε και τα φωνητικά, με το ντεμπούτο τους “Fright Night” να βλέπει το φως της ημέρας το Μάιο του 1989, ενώ είχε προηγηθεί ένα demo το ’87 και το single του “Future Shock” το ‘88.

Οι τότε κριτικές του δίσκου όμως δεν ήταν κολακευτικές, κάτι μάλλον δικαιολογημένο αν αναλογιστούμε την ακμή του power metal στα late ‘80s και την πρωτοκαθεδρία των Helloween, όπως φυσικά και το γεγονός ότι το σχήμα ακόμη έψαχνε την ηχητική του ταυτότητα, φέρνοντας στο τραπέζι επιρροές από Rainbow και Iron Maiden, μέχρι Black Sabbath.

Το δεύτερο full length των Stratovarius βγήκε αρχικά στη Φινλανδία τον Φεβρουάριο του 1992 (έχοντας κι ως προπομπό το single “Break the Ice”), με τίτλο “II” κι επανακυκλοφόρησε λίγους μήνες μετά με διαφορετικό εξώφυλλο στην Ευρώπη, ενώ ύστερα από λίγο καιρό υπήρξε η ιαπωνική έκδοση, που έφερε το όνομα “Twilight Time”, η οποία ουσιαστικά έγινε και η πιο διαδεδομένη.

Πιο σκοτεινό από τον προκάτοχό του, το νέο album έδειξε έναν πλουραλισμό στις συνθέσεις του, ο οποίος προβλημάτισε κάπως το κοινό, αλλά σίγουρα δεν το άφησε αδιάφορο. Το line-up αλλάζει σε ό,τι αφορά το μπάσο, το οποίο αναλαμβάνει κι αυτό ο ίδιος ο Tolkki (παρότι στα credits και στην φωτογραφία οπισθοφύλλου ως μπασίστας φέρεται ο Jari Behm).

Τελικά, τη θέση πίσω από το μπάσο αναλαμβάνει ο Jari Kainulainen και το σχήμα κυκλοφορεί το μέχρι τότε καλύτερο album του και σαφέστατα το πιο πετυχημένο με τον Tolkki  στα φωνητικά. Το “Dreamspace” του 1994 αποτελεί ορόσημο για την πορεία της μπάντας, η οποία έκτοτε (και για αρκετό καιρό) ήταν καθόλα ανοδική.

Η εν λόγω δουλειά κατάφερε να συνδυάσει άψογα τα ατμοσφαιρικά στοιχεία των προηγούμενων δίσκων, με το ευρωπαϊκής σχολής power metal, δημιουργώντας ένα ηχητικό κομψοτέχνημα για το είδος, το οποίο μνημονεύεται μέχρι σήμερα. Παράλληλα, αποτέλεσε και το τελευταίο πόνημα των Stratovarius με τον Tolkki πίσω από το μικρόφωνο, καθώς τον διαδέχθηκε ο χαρισματικός Timo Kotipelto, προκειμένου ο πρώτος να ασχοληθεί απερίσπαστος με την κιθάρα και τη σύνθεση των τραγουδιών.

Προτού όμως βγει ο τέταρτος δίσκος των Stratovarius, ο εργασιομανής Tolkki κυκλοφορεί τον Οκτώβριο του 1994 το πρώτο του solo album, με τίτλο “Classical Variations and Themes”, με δικές του συνθέσεις όπως και διασκευές σε κλασσικούς συνθέτες όπως Joaquin Rodrigo, Paganini και Tchaikovsky. Στο εν λόγω εγχείρημα, είχε δίπλα του, τους ήδη συνοδοιπόρους του, Antti Ikonen και Tuomo Lassila. Ενδιαφέρουσα δουλειά, κυρίως για τους fan του Tolkki, αλλά σίγουρα όχι απαραίτητη για τον μέσο ακροατή.

Με νέο τραγουδιστή λοιπόν κι ενισχυμένο το ηθικό, οι Stratovarius επιστρέφουν το 1995 με το “Fourth Dimension”,  με το σχήμα να υιοθετεί μια πιο νεοκλασική στάση στον ήχο του, η οποία στιγμάτισε και διαμόρφωσε (θετικά) την πορεία του group.

Από το album ξεπήδησαν κομμάτια όπως τα “Distant Skies”, “Galaxies”, “Twilight Symphony”, όπως κι ο κλασικός mini-ύμνος “Against the Wind”. Πλέον, η μουσική ταυτότητα της μπάντας είχε επιτευχθεί και ήταν έτοιμη να δώσει παλμό στο ευρωπαϊκό power.

Η νέα όμως ηχητική κατεύθυνση δεν έβρισκε σύμφωνους τους Tuomo Lassila και Antti Ikonen, οι οποίοι αποχώρησαν κι αντικαταστάθηκαν από τους Jorg Michael (Running Wild, Axel Rudi Pell, Rage) και Jens Johansson (Yngwie Malmsteen, Mastermind), αντίστοιχα.

Απόρροια του νέου line-up ήταν το εξαιρετικό “Episode” του 1996, το οποίο, πέραν των single “Father Time” και “Will the Sun Rise”, εμπεριέχει μερικές σπουδαίες στιγμές όπως τα “Speed of Light”, “Season of Change”, “Babylon”, “Tomorrow” και (φυσικά) “Forever”, ενώ συναντάται και το “Uncertainty”, το οποίο είναι και το μοναδικό τραγούδι στη μέχρι τότε ιστορία της μπάντας που δεν έγραψε τη μουσική ο Tolkki, αλλά ο Kotipelto.

Το “Episode” έλαχε μεγάλης εμπορικής επιτυχίας κι έδειξε πως το συγκρότημα, παρά τις αλλαγές, είχε βρει την χρυσή τομή που θα τους έβαζε στα μεγάλα σαλόνια της (metal) μουσικής βιομηχανίας, με τον Tolkki να κρατάει γερά τα ηνία.

Οι Stratovarius έχουν πάρει πλέον φόρα και ένα μόλις χρόνο μετά, τον Απρίλιο του 1997, εξαπολύουν τον πιο πετυχημένο εμπορικά δίσκο τους, “Visions”, ο οποίος ασχολείται με τις προφητείες του Νοστράδαμου. Όλα τα group που υπηρετούσαν το εν λόγω ιδίωμα εκείνη την εποχή, αναγνώρισαν το ποιόν του συγκροτήματος και δη, του Tolkki, ενώ δεν είναι τυχαίο που αποτελεί κεντρικό άξονα στις εμφανίσεις τους μέχρι και σήμερα.

Δυο single κι από αυτόν το δίσκο, “Black Diamond” και “Kiss of Judas”, με συνθέσεις όπως “Forever Free”, “Legions” και “Paradise” να αποτελούν μόνιμο μέρος του setlist της μπάντας για χρόνια, ενώ η τεράστια επιτυχία του “Visions” επιστεγάστηκε με το διπλό live “Visions of Europe” του 1998, που ηχογραφημένο σε Αθήνα (κυρίως) και Μιλάνο.

Όταν όμως φτάνεις στο peak σου, είναι δύσκολο να βγάλεις κάτι αντάξιο, με το “Destiny” που ακολούθησε να προκαλεί γκρίνιες με τον εύπεπτο αέρα των τραγουδιών του. Παρόλα αυτά, αυτό δεν το εμπόδισε να φτάσει στην πρώτη θέση των φινλανδικών chart, ενώ συνθέσεις τύπου “SOS”, “No Turning Back”, “Years Go By”, “Anthem of the World” και το ομώνυμο, δεν χάλασαν κανέναν, παρά την ευρύτερη light προσέγγιση του group.

Επόμενο δισκογραφικό εγχείρημα των Stratovarius αποτέλεσε το “Infinite”, στο οποίο ο Tolkki αποφασίζει να φλερτάρει με μια πιο prog πλευρά, δίχως όμως να φεύγει από τον χαρακτηριστικό (πλέον) ήχο του συγκροτήματος. Κι αυτό το album έφτασε στην πρώτη θέση των φινλανδικών chart, ενώ μπήκε και στο top 100 άλλων έξι χωρών, κάτι που σημαίνει πως ο εμπορικός στόχος επιτεύχθηκε. Σε ό,τι αφορά τους οπαδούς όμως, ενώ στην αρχή έδειξαν μεγάλο ενθουσιασμό για το “Infinite”, η πορεία μάλλον έδειξε πως, πέραν κάποιων σημείων, η χαρά τους δεν είχε μεγάλη διάρκεια, με τους περισσότερους να αδημονούν για κάποιο δίσκο επιπέδου “Visions”. Πάντως το single “Hunting High and Low” έχει ήδη μείνει στην ιστορία.

Οι απαιτήσεις λοιπόν απέναντι στον Timo Tolkki είχαν ήδη αρχίσει να αυξάνονται, με τη συλλογή από b-side και διασκευές “Intermission” του 2001, να δίνει μια ανάσα στο σχήμα και με τον ίδιο να ξεσπαθώνει μέσω του δεύτερου προσωπικού του album, “Hymn to Life”, το οποίο κινείται σε πολύ διαφορετικά μονοπάτια από τους Stratovarius.

Εδώ ο Tolkki πιάνει ξανά το μικρόφωνο (έχοντας κι ως guest τους Mike Kiske και Sharon den Adel- από τους Within Temptation) κι απομακρύνεται από τις ταχύτητες και γενικά το metal, δημιουργώντας έναν ηχητικό αχταρμά που αποτύπωνε την πίεση που είχε εκείνον τον καιρό. Το κύριο πρόβλημά του ήταν πως έσφυζε από άνισες συνθέσεις κι ασαφή ροή, η οποία χαντάκωνε τις πραγματικά καλές στιγμές. Και μπορεί το “Hymn to Life” να δυσαρέστησε κοινό και κριτικούς, από την άλλη όμως, λειτούργησε ως κάθαρση για τον βιρτουόζο κιθαρίστα, ο οποίος επανήλθε δριμύτερος την επόμενη χρονιά. Αξίζει δε, να σημειωθεί πως το ομώνυμο 11λεπτο κομμάτι του δίσκου φιλοξενεί τον εμβληματικό μονόλογο του Charlie Chaplin από την ταινία “The Great Dictator”.

Με την power metal σκηνή να έχει χάσει μεγάλο μέρος του κοινού της, οι Stratovarius όφειλαν να δώσουν βροντερό παρόν, κάτι που όντως έγινε μέσω του εξαιρετικού “Elements part 1”, το οποίο διέθετε όλα τα στοιχεία που έκανε γνωστή την μπάντα, δείχνοντας παράλληλα κι ένα άλλο συνθετικό πρόσωπο, πιο στιβαρό, το οποίο έδεσε άψογα με τη συμφωνική χροιά του group.

Το ίδιο βέβαια δεν μπορούμε να πούμε και για τον διάδοχό του, “Elements part 2”, που βγήκε δέκα μήνες μετά, το Νοέμβριο του 2003. Εδώ φάνηκε πως το συγκρότημα είχε κρατήσει τις καλύτερες ιδέες για το πρώτο μέρος κι ενώ ο δίσκος δεν είναι καθόλου κακός, αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση.

Το τι ακολούθησε στις τάξεις των Stratovarius μάλλον ως τραγελαφικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Ο Timo Tolkki, λόγω της όλης πίεσης και του άγχους, έμοιαζε να έχει χάσει τα λογικά του. Για την ακρίβεια ξυπνούσε μέσα στη νύχτα και πασαλειβόταν με αίμα, διότι έτσι πρόσταζαν τα όνειρα του, ενώ σε κάποια φάση ανακοίνωσε πως  διαλύει την μπάντα και η νέα τραγουδίστρια των Stratovarius θα είναι μια Katriina “Miss K” Wiiala (δηλώσεις που δεν εφαρμόστηκαν ποτέ).

Εν ολίγοις, ο Tolkki υπέστη νευρικό κλονισμό, ενώ διαγνώστηκε και με διπολική διαταραχή και το συγκρότημα μπήκε στον πάγο έως ότου γίνει καλά, κάτι που δεν άργησε ιδιαίτερα, μιας και το 2005 βγαίνει, ύστερα από τυπικό reunion, στα ράφια των δισκοπωλείων το ενδέκατο πόνημα του group, “Stratovarius”, το οποίο είναι και το τελευταίο με τον Tolkki στο line-up.

Η εν λόγω δουλειά, παρότι αξιοπρεπέστατη, κουβαλούσε την κακή αύρα όλων όσων είχαν προηγηθεί, με αποτέλεσμα να μην έχει την αναμενόμενη ανταπόκριση από τους fan, αν κι από εμπορικής πλευράς δεν πήγε διόλου άσχημα.

Ως φυσικό επακόλουθο της όλης κατάστασης, ο Tolkki αποχωρεί από τους Stratovarius, δίνοντας τα δικαιώματα του ονόματος στα υπόλοιπα μέλη. Φυσικά όλα αυτά έγιναν εν μέσω αχρείαστων δηλώσεων μεταξύ του κιθαρίστα και της μπάντας, που δεν υπάρχει λόγος να μνημονεύουμε.

Το αστείο είναι πως ο Tolkki είχε ήδη μαζέψει υλικό για το επόμενο full length των Stratovarius, αλλά λόγω συνθηκών το κράτησε και το μετέφερε στο νέο του project Revolution Renaissance (τίτλο που προόριζε για το δωδέκατο πόνημα της πρώην μπάντας του). Έχοντας ήδη συνεργαστεί με τον Kiske στο προσωπικό του album, τον Pasi Rantanen στους Thunderstone, όπως και με τον Tobias Sammet στο “Vain Glory Opera” των Edguy και στις δυο πρώτες δουλειές των Avantasia, ήταν εύκολο να τους προσεγγίσει και να τους δώσει ένα ρόλο πίσω από το μικρόφωνο, με το “New Era” του 2008 να αποτελεί μια μουσική επίκληση στο όμορφο, αλλά ξεπερασμένο τότε, power metal ιδίωμα.

Λίγους μήνες νωρίτερα, το Μάρτιο συγκεκριμένα του 2008, είχε προηγηθεί και το “Saana- Warrior of Light pt 1”, με τη σοπράνο Jennifer Sowle στα φωνητικά, αλλά λογικά ούτε ο ίδιος ο Tolkki θέλει να θυμάται την αρνητική υποδοχή που είχε από όλους, λόγω της σαουντρακικής του πλεύσης που το έκανε κουραστικό.

Με αλλαγμένο line-up και τον Gus Monsanto των Adagio στη θέση του τραγουδιστή, οι Revolution Renaissance επανέρχονται το 2009 με το σχετικά αδιάφορο “Age of Aquarius” και η προσπάθεια του Tolkki να δημιουργήσει κάτι καινούριο το οποίο θα κρατήσει, μάλλον πέφτει στο κενό. Μάλιστα, ο ταλαντούχος κιθαρίστας, επαναφέρει στα τάστα του τις πιο ατμοσφαιρικές επιρροές του, που τον συνόδευαν μέχρι το 1995, αλλά ο δίσκος δεν πείθει…

Η τρίτη και τελευταία δουλειά των Revolution Renaissance ήταν το “Trinity” το 2010, όπου ο Tolkki φέρνει στο σχήμα και τον Bob Katsionis στα πλήκτρα. Ο δίσκος ήταν σαφώς καλύτερος του “Age of Aquarius”, αλλά για μια ακόμη φορά, δεν είχε την ανάλογη ανταπόκριση, φτάνοντας το συγκρότημα στην οριστική διάλυση.

Όντας βέβαια από τη φύση του υπερπαραγωγικός, συνεχίζει να ψάχνει μουσική στέγη και το 2010 δημιουργεί μαζί με τους Andre Matos (Angra, Shaman), Mikko Härkin (Sonata Arctica), Jari Kainulainen (Stratovarius, Masterplan, Evergrey) και Uli Kusch (Helloween, Masterplan) το all-star project Symfonia, των οποίων το album “In Paradisum” βγήκε το Μάρτιο του 2011.

Το αρκετά αναμενόμενο αποτέλεσμα δίχασε το κοινό, κάτι που ήταν εξ αρχής λογικό, μιας και ο power metal ήχος ήταν ήδη ξεπερασμένος και τα μέλη ουσιαστικά επιβεβαίωσαν πως επρόκειτο για “περασμένα μεγαλεία”, αφήνοντας τις συνθέσεις να βασιστούν περισσότερο στη βαρύτητα των “ονομάτων”, παρά στην καλλιτεχνική υπόστασή τους.

Εύλογα, οι Symfonia διαλύθηκαν αρκετά σύντομα και κάπου εκεί ο Tolkki δήλωσε πως αποφάσισε να σταματήσει να ασχολείται με τη μουσική… Κάτι που δεν κράτησε πάλι πολύ, μιας και το 2012 ανακοίνωσε το “Classical Variations and Themes Vol 2”, το οποίο, πέραν ενός τραγουδιού με τίτλο “Dinner with Paganini”, δεν είδε ποτέ το φως του ήλιου.

Επόμενη στάση στην πολυτάραχη καριέρα του ήταν οι Avalon, οι οποίοι, σε θεωρητικό βαθμό, υφίστανται μέχρι και σήμερα. Για μια ακόμη φορά, ο Tolkki μάζεψε γνωστούς και φίλους και δημιούργησε ένα φιλόδοξο project, με ονόματα όπως Rob Rock, Tony Kakko (Sonata Arctica), Elize Ryd (Amaranthe), Russell Allen (Symphony X), Derek Sherinian (Dream Theater), Alex Holzwarth (Rhapsody of Fire), Jens Johansson (Stratovarius), Mikko Harkin (Sonata Arctica, Symfonia) και (φυσικά) Mike Kiske και Sharon den Adel.

Το “The Land of New Hope” των Avalon κατέφτασε το Μάιο του 2013 και ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, δεδομένων του σερί μέτριων κυκλοφοριών του Tolkki, η οποία όμως δεν ξέφευγε από τη συνταγή που ο ίδιος μεν είχε φτιάξει, αλλά είχε συνάμα εγκλωβιστεί σε αυτήν. Όπως και να το πάρουμε, ό,τι καλύτερο είχε να δείξει ο Φινλανδός κιθαρίστας από το ντεμπούτο των Revolution Renaissance και μετά.

Την ίδια χρονιά, ανέλαβε τη σύνθεση, την παραγωγή και τη μίξη του νέου πονήματος των Allen/Lande, του σχήματος όπου τραγουδούν αμφότεροι οι Russel Allen και Jorn Lande. Απόρροια αυτής της συνεργασίας ήταν το “The Great Divide” του 2014, το οποίο πέρασε σχετικά απαρατήρητο κι αυτό επειδή το εν λόγω project είχε ήδη κάνει τον κύκλο του, οπότε ο Tolkki δεν έδωσε κάποια νέα πνοή στο όλο εγχείρημα.

Κι επειδή μάλλον ένιωθε πως δεν κάνει ήδη αρκετά, από το 2013 και μετά, ανέλαβε χρέη μπασίστα στους Ring of Fire, οι οποίοι επανήλθαν δισκογραφικά το 2014 ύστερα από απουσία δέκα χρόνων.

Λίγο καιρό όμως πριν βγει το “The Great Divide” κι αφότου είχε εκδοθεί το “Battle of Leningrand” των Ring of Fire, οι Avalon επέστρεψαν με το “Angels of the Apocalypse”, το οποίο διέθετε ξανά ηχηρά ονόματα όπως David DeFeis (Virgin Steele), Floor Jansen (Nightwish), Fabio Lione (Rhapsody of Fire, Angra, Eternal Idol), Simone Simons (Epica) και Zachary Stevens (Savatage, Circle II Circle), ενώ πλάι στις κιθάρες στάθηκαν και οι παλιοί γνώριμοι, Tuomo Lassila και Antti Ikonen, με τους οποίους ο Tolkki είχε διατηρήσει επαφή και κατά καιρούς δήλωνε πως θα περιοδεύσουν υπό το όνομα Dreamspace, παίζοντας κομμάτια από τα τρία πρώτα album των Stratovarius (κάτι που δεν έγινε ποτέ).

Το “Angels of the Apocalypse”, παρά τους guest, κατάφερε να ακουστεί πιο αδιάφορο από το “The Land of New Hope” και πέραν των κιθαριστικών μερών, ο δίσκος είναι μετριότατος, δείχνοντας πως ο Timo μάλλον λειτουργεί καλύτερα όταν έχει πιο σταθερούς συνεργάτες, ενώ το ότι δεν έχει κάνει κάποιο ουσιαστικό διάλειμμα στην καριέρα του, επιβαρύνει τον συνθετικό οίστρο του.

Σε αυτό το δεύτερο πόνημα των Avalon ήταν που γνώρισε την τραγουδίστρια Caterina Nix, με την οποία έκανε ένα νέο σχήμα, τους Chaos Magic, των οποίων το ομώνυμο album κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2015 από την Frontiers κι ομολογουμένως, παρότι δε φέρει δάφνες πρωτοτυπίας, δεν είναι καθόλου κακό.

Η επιστροφή του Tolkki στο σανίδι έρχεται ξανά φέτος, έχοντας ως πλάνο μια σειρά από live εμφανίσεις, όπου θα παίξει κομμάτια από όλη την καριέρα του, ιδέα που μόνο θετικό πρόσημο μπορεί να πάρει, μιας κι όσα σκαμπανεβάσματα να είχε η πορεία του (κυρίως μετά την αποχώρησή του από τους Stratovarius), μιλάμε για έναν άνθρωπο που διαμόρφωσε ουσιαστικά το ευρωπαϊκό power metal κι αποτελεί σημαντικότατο μέρος της ιστορίας του.

Δίπλα του θα έχει τους Mikko Harkin (Sonata Arctica, Symfonia) στα πλήκτρα, Santtu Lehtiniemi (Revolution Renaissance) στο μπάσο και Alex Landenburg (Axxis, Luca Turilli’s Rhapsody) στα τύμπανα, ενώ τη θέση πίσω από το μικρόφωνο θα πάρει ο “δικός μας” Mike Livas (Maidenance, Fortress Under Siege), μια εξαιρετική φωνή για όσους γνωρίζουν τη μέχρι στιγμής πορεία του, ο οποίος στο ευρύ κοινό έγινε γνωστός ως “ο έλληνας Bruce Dickinson”, λόγω της άστοχης (εκ του αποτελέσματος) απόφασής του να συμμετάσχει σε ελληνικό talent show, όπου προφανώς δεν μπορούσε να τραγουδήσει metal.

Είναι δεδομένο πως ο Timo Tolkki δεν είχε την εξέλιξη που όλοι περίμεναν. Η τραγική αυτή φιγούρα, έγινε έρμαιο της αγάπης της για τη μουσική και την υπερπροσπάθειά της να εξωτερικεύσει όσα σκεφτόταν κι όσα ζούσε με νότες. Η πίεση για το “κάτι παραπάνω” του στοίχισε τη θέση του στους Stratovarius, όπως και την ίδια του την ηρεμία, αλλά παρά τα όσα συνέβησαν, μιλάμε για μια προσωπικότητα που δικαίως ανήκει στο πάνθεον της metal σκηνής κι αναμφίβολα για έναν επιδραστικότατο κιθαρίστα.

Η εμφάνιση του Tolkki στις 21 Απριλίου στο Piraeus 117 Academy (Δελτίο Τύπου) θα αποτελέσει μια ιστορική αναβίωση μιας πολυτάραχης, αλλά και ιδιαίτερα επιτυχημένης, πορείας, που κύριο αμάρτημά της ήταν η άνευ όρων αγάπη για την τέχνη…

About Στέφανος Στεφανόπουλος 1315 Articles
Γεννήθηκε την ίδια ακριβώς ημέρα με τα CD και μάλλον για αυτό ασχολείται τόσο πολύ με τη μουσική. Όταν δεν γράφει για αυτή, αγοράζει CD, και όταν δεν αγοράζει, θα τον βρείτε είτε να παριστάνει τον dj σε διάφορα μαγαζιά της Αθήνας, είτε να προσπαθεί να κατεβάσει κάποια ιδέα για διαφήμιση. Στο Rockway.gr εντάχθηκε το 2010 και κάπως, κάπου, κάποτε, βρέθηκε να κρατάει και τα κλειδιά του. Δεν συμπαθεί τους ψευτοκουλτουριάρηδες, τους ξερόλες και τη μουστάρδα. Δηλώνει εγωιστής, κυνικός και fan του Philip Dick.